Artnews

ELBPHILARMONIE & ΚΠΙΣΝ: Διεκδικώντας ανοιχτούς ορίζοντες στη σκιά των πόλεων

2018-01-02 14:11:00

Από τον Πιέρο Πιερή

Δύο αρχιτεκτονικά έργα με πολύ μεγάλο πολιτιστικό ενδιαφέρον ολοκληρώθηκαν πρόσφατα σε Αμβούργο και Αθήνα. Με επίκεντρο τη μουσική, δύο γραμμικές αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις, η μια στον κατακόρυφο και η άλλη στον οριζόντιο άξονα, στεγάζουν τη Φιλαρμονική του Αμβούργου στον ποταμό Elbe και αντίστοιχα το Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ) κοντά στο Δέλτα Φαλήρου.

Η Φιλαρμονική των Herzog & de Meuron, με την τολμηρή γυάλινη επέκταση, πάνω από την υπάρχουσα αποθήκη από κόκκινα τούβλα, αποτελεί πλέον το τοπόσημο της πόλης. Το επιβλητικό κτίριο ύψους 110 μέτρων αποτελείται από 3 συναυλιακούς χώρους, ξενοδοχείο, 45 διαμερίσματα και μια υπερυψωμένη πλατεία. Το κεντρικό Μουσικό Μέγαρο, με χωρητικότητα 2.150 θέσεων και υψηλές προδιαγραφές ακουστικής, αποτελεί την καρδιά του κτιρίου.

Νοτιότερα στην Ευρώπη, στην Αθήνα, το κέντρο πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος, σχεδιασμένο από τον Renzo Piano, αποτελεί το νέο σπίτι για την Εθνική Βιβλιοθήκη και τη Λυρική Σκηνή. Το κτίριο της Βιβλιοθήκης περιλαμβάνει κέντρο νεοφυούς επιχειρηματικότητας, στούντιο ηχογράφησης και χώρους για παιδιά και εφήβους. Η Λυρική Σκηνή στεγάζει δύο αίθουσες συνεδριάσεων χωρητικότητας 450 και 1.400 θέσεων, ενώ στο ισόγειο, η δημόσια πλατεία -γνωστή ως αγορά- μαζί με την τεχνητή γραμμική δεξαμενή υδάτων, αποτελεί τόπο συγκέντρωσης των επισκεπτών.

Η φιλοσοφία των δύο κτιρίων, οι εξωτερικοί χώροι δημόσιας χρήσης και οι ανεμπόδιστες πανοραμικές οπτικές φυγές

Είναι προφανές ότι τόσο οι κλιματολογικές συνθήκες όσο και η τοπογραφία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον σχεδιασμό των δύο κτιρίων. Η Φιλαρμονική με την εντυπωσιακή γυάλινη επέκταση στο υφιστάμενο κτίριο, δημιουργεί μια αρμονική αντίθεση μεταξύ παλαιού και νέου. Από την άλλη πλευρά το ΚΠΙΣΝ έχει μια διακριτική παρουσία καθώς πρόθεση του αρχιτέκτονα ήταν η δημιουργία ενός τεχνητού λόφου που θα δημιουργούσε οπτικές φυγές προς τη θάλασσα, οι οποίες είχαν παρεμποδιστεί απ’ την ανάπτυξη των γειτονικών κτιρίων της Εθνικής Οδού.

Και τα δύο κτίρια έχουν υπερυψωμένες πλατείες με απρόσκοπτη πανοραμική θέα στον ποταμό και στη θάλασσα αντίστοιχα. Η Φιλαρμονική διαθέτει πλατεία 4.000 τ.μ., υπερυψωμένη 37 μ. από το ποτάμι και φιλοξενεί εστιατόριο, μαγαζιά και πολλούς ημιυπαίθριους και στεγασμένους χώρους. Στο ΚΠΙΣΝ, σε ύψος 30 μ., δεσπόζει το «ιπτάμενο χαλί» -μια οροφή από φωτοβολταϊκά, κάτω από την οποία υπάρχει ένα μεγάλο γυάλινο αναγνωστήριο το οποίο ονομάζεται Φάρος. Στο Φάρο καταλήγει το κεκλιμένο πάρκο, σε σχεδιασμό της Νεοϋορκέζας Deborah Nevins, το οποίο είναι φυτεμένο με φυτά από την ελληνική γη.

© ΚΠΙΣΝ & Γιώργης Γερόλυμπος

Η εκτόξευση του κόστους παραγωγής της Φιλαρμονικής και η ανάπλαση του Φαληρικού Δέλτα που δεν έγινε ποτέ

Η Φιλαρμονική άνοιξε τις πύλες της μετά από πολυετή καθυστέρηση, καθώς κόστισε 10 φορές πάνω από τον αρχικό προϋπολογισμό. Το έργο των Hertzog & de Meuron είχε αρχικά υπολογιστεί στα 77 εκατομμύρια ευρώ, ενώ τελικά κόστισε κοντά στα 790 εκατομμύρια ευρώ. Είχε σχεδόν ολοκληρωθεί το 2010, αλλά μια σειρά από προβλήματα οδήγησαν σε προσωρινή παύση των εργασιών το 2011. Η εκτόξευση του προϋπολογισμού ήταν αποτέλεσμα λαθών που αφορούσαν τη δημοπράτηση του έργου, τον πληθωρισμό, αλλά και τις προκλήσεις της κατασκευής. Ωστόσο, τα προβλήματα ξεπεράστηκαν, καθώς υπήρξε στήριξη τόσο από το Δημαρχείο όσο και από την τοπική κοινωνία.

Το κτίριο του ΚΠΙΣΝ, ολοκληρώθηκε μέσα στο προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα και πραγματοποιήθηκε χάρη σε μια από τις μεγαλύτερες δωρεές που έγιναν ποτέ για δημόσιο κτίριο από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Το κτίριο στοίχησε 596 εκατομμύρια ευρώ, σχεδιάστηκε ως μέρος ενός ευρύτερου πολεοδομικού σχεδιασμού και εκπονήθηκε από τον ιταλό αρχιτέκτονα. Το κομμάτι της υλοποίησής του ανέλαβε το ελληνικό δημόσιο, αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ λόγω της μη-ένταξής του στο πρόγραμμα ΕΣΠΑ. Η ανάπλαση περιελάμβανε τη μετατόπιση και τη μερική υπογειοποίηση της Λεωφόρου Ποσειδώνος, πάρκο με αθλητικές εγκαταστάσεις, υπαίθριους χώρους εκδηλώσεων, πισίνες, παιδικές χαρές, συνεδριακές υποδομές, εμπορικά καταστήματα καθώς και τρεις προβλήτες προς τη θάλασσα.

Κύριος στόχος ήταν η επανασύνδεση της πόλης με τη θάλασσα και η δημιουργία παραλιακού μετώπου, το οποίο είχε χαθεί με τις υποδομές και τη δημιουργία του αυτοκινητόδρομου. Επιπλέον, πρόθεση της μελέτης ήταν, με κάθε τρόπο, η διείσδυση του πάρκου προς τους γειτονικούς δήμους με φυτεύσεις όλων των πιθανών διαθέσιμων χώρων.

Οι μελλοντικές προκλήσεις τόσο για τα ίδια κτίρια όσο και για τις δύο πόλεις

Οι τοπικές κοινωνίες σε Αμβούργο και Αθήνα αγκάλιασαν τα κτίρια αμέσως. Στη Φιλαρμονική, για ν’ αντιμετωπιστεί η μεγάλη επισκεψιμότητα, εκδίδονται εισιτήρια με σειρά προτεραιότητας, ενώ το κοινό επισκέπτεται συστηματικά το ΚΠΙΣΝ ακόμα και το χειμώνα και χωρίς καν να έχουν λειτουργήσει ακόμα οι βασικές υπηρεσίες του κτιρίου.

Σε απόλυτα νούμερα, η σύγκριση μεταξύ κόστους κατασκευής και άμεσα προσδοκώμενων εσόδων από τη λειτουργία τους ίσως να μην εντυπωσιάζει, αλλά η πραγματική επιτυχία -ή μη- των δύο έργων θα κριθεί σε βάθος χρόνου. Η νέα πρόκληση για τη Φιλαρμονική είναι το κτίριο αυτό ν’ αποτελέσει για το Αμβούργο, ότι αποτέλεσε το Μουσείο Guggenheim για το Μπιλμπάο, να λειτουργήσει δηλαδή ως καταλύτης για την πολιτιστική, οικονομική και τουριστική ακμή της πόλης. Οι προκλήσεις για την Ελλάδα είναι πολλαπλές. Είναι απαραίτητο να προχωρήσει η ανάπλαση του Φαληρικού Δέλτα και το ελληνικό δημόσιο να διαχειριστεί σωστά τη λειτουργία του πολιτιστικού κέντρου, τα ηνία του οποίου ανέλαβε στις 23 Φεβρουαρίου 2017.

Η Αθήνα αποτελεί μια μοναδική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με παραλιακό μέτωπο. Έχοντας ως πρότυπο το μοντέλο της Βαρκελώνης, έργα όπως το ΚΠΙΣΝ και αναπλάσεις όπως το Δέλτα Φαλήρου, της Πανεπιστημίου και του Ελληνικού θα μπορούσαν να μετατρέψουν την Αθήνα σ’ έναν από τους δημοφιλέστερους ευρωπαϊκούς τουριστικούς προορισμούς.

Πάνω απ’ όλα, θα μπορούσαν να βελτιώσουν σημαντικά την ποιότητα διαβίωσης των κατοίκων της. Η υλοποίηση όμως, έργων υψηλών προδιαγραφών απαιτούν την ύπαρξη δύο προϋποθέσεων που δεν είναι καθόλου αυτονόητες για την Ελλάδα. Πρώτον, το Δημόσιο να καταφέρει να συντηρεί και να διαχειρίζεται σωστά αυτά τα έργα και δεύτερον, ο Έλληνας ν’ αποκτήσει παιδεία ώστε να μάθει να σέβεται και να προστατεύει το δημόσιο χώρο.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος Μαρτίου-Απριλίου 2017 των Νέων της Τέχνης.