Artnews

Τέχνη και Ψυχανάλυση: Η αρχαιολογία θεραπεύει το πένθος

2018-02-16 10:25:00

Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, όπως τον διδαχτήκαμε, είναι ένας πολιτισμός ζωής και χαράς. Οι αρχαιολογικοί μας χώροι, σε θαυμαστή αρμονία με τη φύση, όπως επιδιωκόταν κατά την αρχαιότητα, δίνουν την αίσθηση ενός παρελθόντος γεμάτου εξωστρέφεια. Τα μουσεία μας είναι γεμάτα έργα ανθρώπινων χεριών που υπηρετούσαν αυτό τον πολιτισμό.

Σήμερα θα λέγαμε πως το πένθος είχε θέση και στις κοινωνίες των προγόνων μας, όπως και στις δικές μας. Αλλά τι θέση έχει στην αρχαιολογία μας; Ένα μέρος αυτού του τεράστιου θέματος προσπαθήσαμε να ανιχνεύσουμε με τον Δρ Κώστα Πασχαλίδη, αρχαιολόγο που υπηρετεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ως επιμελητής της προϊστορικής συλλογής.

Αφορμή της συζήτησης μαζί του ήταν η συμμετοχή του στον κύκλο διαλέξεων του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης με τίτλο Αρχαιολογία και Ψυχανάλυση. Ο Κώστας Πασχαλίδης μετείχε στη συζήτηση με θέμα «Αρχαιολογία και Πένθος» μαζί με την Ντόρα Περτέση, Δρ. Ψυχανάλυσης. Συντονιστής ήταν ο κοινωνικός ανθρωπολόγος, Άρης Αναγνωστόπουλος.

Συνέντευξη στην Αγγελική Κώττη

Ανασκαφέας επί χρόνια, ο Κώστας Πασχαλίδης θεωρεί πως «η αρχαιολογία είναι η διαχείριση των καταλοίπων που μιλούν για τον άνθρωπο και που τα έχει φτιάξει ο άνθρωπος», όπως λέει στα Νέα της Τέχνης. «Το μεγαλύτερο μέρος των ανασκαφικών ευρημάτων είναι τα ίδια ανθρώπινα κατάλοιπα, με ή χωρίς αντικείμενα που τους προσφέρθηκαν. Υπάρχουν άπειρες ταφές χωρίς διατηρημένα ταφικά δώρα, κτερίσματα. Είτε γιατί ήταν οργανική ύλη και αποσυντέθηκαν, είτε επειδή δεν εναποτέθηκαν μαζί τους. Ο τρόπος διατήρησης των ευρημάτων είναι ο ίδιος. Τα ανθρώπινα δώρα και τα σκελετικά κατάλοιπα τα μαζεύεις, τα διασώζεις, τα αποθηκεύεις, τα μελετάς.»

Υπάρχει δηλαδή σεβασμός... «Ας πούμε επιστημονική δεοντολογία, εκτός από το ηθικό μέρος. Ο νόμος ορίζει πως δεν αφήνεις τίποτα στο έδαφος που να μπορεί να μετακινηθεί.» Ωστόσο, στις περιγραφές των ευρημάτων δεν παραλείπεται τίποτα -ούτε το οστό φάλαγγα δακτύλου-, όμως στις προθήκες εκθέσεων και μουσείων συμβαίνει το εντελώς αντίθετο.

Ο ίδιος μας λέει πως από τα περίπου «διακόσια δέκα-διακόσια τριάντα μουσεία που υπάρχουν, καμία τριανταριά μόνο έχουν ενσωματώσει στις εκθέσεις τους σκελετικά κατάλοιπα. Ακόμα και στη μεγάλη έκθεση για το Ναυάγιο των Αντικυθήρων που έγινε στο Εθνικό Αρχαιολογικό το 2012, στο μεν κατάλογο υπήρχε ειδική μνεία και περιγραφές για τα οστά των ναυαγών, δηλαδή των ανθρώπων αυτής της ιστορίας, στις δε προθήκες δεν υπήρχε τίποτα. Ρώτησα και μου είπαν “Βεβαίως τα έχουμε, είναι στην αποθήκη, αλλά δε συνιστούν εκθέματα”. Είναι δηλαδή αρχαιότητες και για το νόμο και για τους αρχαιολόγους, αλλά όχι εκθέσιμες. Πρέπει να εξετάσουμε το θέμα, ως επιστήμονες. Ας πούμε, σε ένα παλαιοντολογικό μουσείο βλέπουμε σκελετούς ζώων που δε ζουν πια και δε μας κάνουν απεχθή εντύπωση».

Πήλινο τέχνεργο που παριστά εκφορά νεκρού με τις γυναίκες να θρηνούν. Από την έκθεση «Επέκεινα» του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης

Εκπαιδεύοντας το κοινό

Το κοινό εκπαιδεύεται να βλέπει στις προθήκες τα συναισθηματικά κατάλοιπα του ανθρώπου, τα οποία μπορεί να είναι δώρα, ή τα πνευματικά, τα οποία είναι έργα τέχνης ή τα έργα ευφυίας του, τα εργαλεία του. Ίσως πρόκειται για μια αφήγηση λειψή. Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει το διαχειριστή της αρχαιότητας να αποφεύγει κάτι και να προτρέπει για κάτι άλλο;

«Η συναισθηματική και η θυμική μας προσέγγιση στο υλικό που επεξεργαζόμαστε είναι σχεδόν δεδομένη», τονίζει. «Ο καλύτερος επιστήμονας είναι αυτός που θα κρατήσει τις μεγαλύτερες και σωστότερες αποστάσεις, αλλά στην πραγματικότητα, επειδή είμαστε άνθρωποι, δεν τις κρατάμε ακέραιες. Όταν το ομολογούμε στην εισαγωγή μας, σε αυτό που λέμε μεθοδολογικό πρωτόκολλο, τι έκανα και γιατί, τότε μπορούμε να είμαστε ακόμα πιο τίμιοι.»

Που οφείλεται άραγε αυτό; «Ο κόσμος μας, ο λεγόμενος δυτικός, έχει έναν εγγενή φόβο θανάτου. Η αρχαιολογία είναι ένα έξοχο εργαλείο για να καταργήσει κανείς το φόβο του και την έννοια του θανάτου, να ξαναφέρει τα πράγματα στη ζωή.»

Ακούγεται συχνά πως ο αιγυπτιακός πολιτισμός είναι πολιτισμός του θανάτου. «Η κάθε αιγυπτιακή συλλογή μαρτυρά το αντίθετο. Σε όποιο μουσείο και αν πάει ο επισκέπτης, θα δει χρώματα, επειδή έχουν σωθεί πάρα πολλά οργανικά υλικά, έξοχα χρωματισμένα, τα οποία εκπέμπουν μια χαρά ζωής. Είναι το πιο αβανταδόρικο κομμάτι κάθε μουσείου επειδή ακριβώς σώζει τις αισθήσεις που σε οποιαδήποτε άλλη αρχαιότητα τις έχει διαλύσει η υγρασία.

Προσωπικά παραβάλλω τη χρωματικότητα και τη χαρά της ζωής που εκπέμπει η αιγυπτιακή συλλογή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου με εκείνη της Σαντορίνης. Οι αντίστοιχες αίθουσες και εκθέσεις είναι γεμάτες χρώματα. Τοιχογραφίες με πανέμορφες, ζωντανές σκηνές. Τέχνεργα της 2ης χιλιετίας με τη μεγαλύτερη δυνατή κομψότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, μιλούμε για το μνημείο της απόλυτης καταστροφής, για έναν τόπο όπου συνέβη η μεγαλύτερη έκρηξη ηφαιστείου στη Μεσόγειο.»

Μεγάλη ήταν και η έκρηξη που έθαψε την Πομπηία... «Η διαφορά είναι ότι στο Ακρωτήρι Θήρας δε βρήκαμε τα θύματα που πέθαναν με βασανιστικό θάνατο, όπως στην Πομπηία. Βρήκαμε, όμως, έναν άδειο οικισμό, έναν οικισμό-φάντασμα του οποίου οι κάτοικοι πιθανώς μπήκαν στα σκάφη να φύγουν. Αυτοί οι άνθρωποι, και με το τσουνάμι, δε θα πρέπει να επέζησαν.»

Χρυσή Μάσκα, η λεγόμενη του Αγαμέμνονα, από τον ταφικό κύκλο των Μυκηνών © Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Μακάβριο ή απαραίτητο εύρημα; «Ας πάμε στο μεγάλο εύρημα του 2016, τους λεγόμενους Δεσμώτες του Φαλήρου. Όταν η ανασκαφέας, Στέλλα Χρυσουλάκη, πρότεινε να εκτεθούν, υπήρξαν πάρα πολλές αντιρρήσεις ότι θα είναι μακάβριο έκθεμα στο επιτόπιο μουσείο και πως θα μπαίνουν τα παιδιά να το βλέπουν κ.ό.κ.

Έκανα μια μικρή έρευνα και μίλησα με συναδέλφους ρωτώντας τους αν θεωρούν ότι αυτό το πολύ σπουδαίο εύρυμα -που μάλλον ανήκει στον 7ο αι. π.Χ., μάλλον δείχνει μια ταραγμένη στιγμή της αρχαίας Αθήνας και έχει και την εικόνα της φρίκης αποτυπωμένη στα ανοιχτά σαγόνια που παραπέμπουν στην τελευταία κραυγή- είναι υλικό ενός μουσείου. Οι περισσότεροι απάντησαν “Όχι, δεν είναι σωστό να γίνει έκθεμα. Κι αν γίνει, θα είναι για όλους; Θα είναι για παιδιά; Θα πρέπει να προειδοποιήσουμε ότι εκτίθενται σκελετικά κατάλοιπα;”

Φαντάζομαι, υπάρχει μια μεθοδολογία, έστω θεωρητική. Γνωρίζω μια εργασία συναδέλφου που θέτει ανάλογα ζητήματα. Μέχρι να φτάσει η αρχαιολογία στην εφαρμογή αυτής της μεθοδολογίας θα περάσει από όλα στάδια που περνάει και τώρα -της συναισθηματικής και ηθικής αποτίμησης. Και αυτό είναι το θέμα της συζήτησης. Ακόμα βρισκόμαστε στο στάδιο να ξεπεράσουμε τη δική μας φύση σε σχέση με την αρχαιότητα· μετά θα μπούμε στη μεθοδολογία της διατήρησής της. Είμαστε οι διαχειριστές της και αυτό είναι το δικό μας ζητούμενο.»

Υπάρχει πένθος στην εργασία του αρχαιολόγου απέναντι στις αρχαιότητες; «Η αρχαιολογία γεννήθηκε από την ανάγκη θεραπείας του πένθους και όχι ως βίωμα του. Θεραπεία του πένθους σημαίνει ανάσταση ζωής. Τα αντικείμενα έρχονται στο φως, καθαρίζονται και παρουσιάζονται ολοκαίνουργια σα να είναι έτοιμα να χρησιμοποιηθούν ή σα να μην έπαψαν ποτέ. Οι αρχαιολογικοί χώροι ξαναφτιάχνονται με τρόπο που παραπέμπει στη ζωή και στη χρήση. Οι αρχαιολόγοι συνδέονται με τρόπο παθιασμένο με όλα αυτά, όπως και όλοι οι εργαζόμενοι στις αρχαιότητες· τις αγαπούν και τις προσέχουν. Πέφτουν σε μία περίπτωση: όταν πρόκειται να βρουν τα ίδια τα αντικείμενα το θάνατο μπροστά στα μάτια τους. Όταν μπαίνει ο σατανικός στρατός του ISIS στην Παλμύρα και ανατινάζει ένα μνημείο. Αυτό συνιστά πένθος. Εκεί ένας άνθρωπος που ασχολείται με την αρχαιολογία μπορεί να σταθεί μπροστά και να δώσει τη ζωή του γι αυτό.

Όταν τα πράγματα απειλούνται με μεταφορικό θάνατο, τότε πρέπει να αδειάσει τα μουσεία και να τα σώσει, να κοιμίσει τα πράγματα ξανά στη γη -το μόνο ασφαλές καταφύγιο. Ένα από τα λαμπρά παραδείγματα είναι η εκκένωση των ελληνικών μουσείων, όπως το ΕΑΜ, πριν από την Κατοχή. Ο τρόπος της ταφής είναι τρόπος ταφής ζωντανών σωμάτων, ενώ μιλούμε για αγάλματα, και η ανάδειξη τους το Πάσχα του 1946 -παρουσία μάλιστα του Γιώργου Σεφέρη- είναι η Ανάστασή τους. “Τα αγάλματα ανασταίνονται”, έλεγαν και ο Σεφέρης και η Σέμνη Καρούζου εκείνες τις μέρες. Το κύριο πένθος στην αρχαιολογική διαδικασία είναι ο θάνατος πραγμάτων που έχουμε δει ζωντανά, που έχουμε ξαναφέρει στη ζωή. Έχω ακούσει περιγραφές από συναδέλφους που έχουν κάνει ανασκαφές σε μεγάλα έργα και έχουν συντριβεί συναισθηματικά όταν το εύρημα αποξηλώνεται. Τότε πενθούν αληθινά.»

 

Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 231 (Μάρτιος-Απρίλιος 2017) των Νέων της Τέχνης.