Artnews

Candice Hopkins: «Οι κάτοικοι της Αθήνας ξέρουν να αντιστέκονται και να υπερασπίζονται τις απόψεις τους»

2018-03-09 22:25:00

© Gina Foll

Συνέντευξη στην Κίκα Κυριακάκου

Με την Candice Hopkins βρεθήκαμε ένα ανοιξιάτικο πρωινό, για να μιλήσουμε για τη συμμετοχή της στην documenta 14, καθώς και για την εμπειρία της από την παραμονή της στην Αθήνα τους τελευταίους μήνες. Στη συζήτησή μας καλύψαμε διάφορα θέματα και μου αποκάλυψε πόσο πολύπλοκο, αλλά και ενδιαφέρον εγχείρημα υπήρξε η επιλογή της Αθήνας ως επίσημη πόλη φιλοξενίας παράλληλα με το Κάσελ.

Η ταυτότητα της συγγραφέως
Η Candice Hopkins γεννήθηκε στον Καναδά, κατάγεται από τους Τλίνγκιτ, γεγονός που έχει επιδράσει σε μεγάλο βαθμό στις δράσεις και στην έρευνά της, και ξεκίνησε την καριέρα της ως καλλιτέχνης. Στην πορεία διαπιστώνει την αγάπη της για τη συγγραφή και την έρευνα, κυρίως με αφορμή μία πρακτική για ιθαγενείς του Καναδά στα νησιά Φίτζι: «Εκεί δούλεψα με την τοπική κοινότητα και με μια οργάνωση που αποτελείτο μόνο από γυναίκες. Τότε αντιλήφθηκα πως με ενδιέφερε πολύ περισσότερο η επιμέλεια και πως οι εκθέσεις μπορούν να αποτελέσουν τις ιδανικές πλατφόρμες ώστε να παρουσιαστούν πολλές και διαφορετικές φωνές». Σημαντικό κομμάτι της καριέρας της υπήρξε η εμπλοκή της με το artist-run κέντρο Western Front στο Βανκούβερ, όπου εργάστηκε ως διευθύντρια και επιμελήτρια προγράμματος. «Ο συγκεκριμένος οργανισμός διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα αρχεία πειραματικής μουσικής διεθνώς, ενώ καλλιτέχνες όπως η Mona Hatoum και ο Willoughby Sharp βρέθηκαν εκεί για να παράγουν τη δουλειά τους», θα μου επισημάνει.

Συνεργασίες
Η πρώτη συνεργασία της με την documenta γίνεται το 2012, θα συνεχίσει ως σύμβουλος επιμέλειας στην documenta 14, ενώ τα τελευταία δύο χρόνια θα βρεθεί τακτικά στην Ελλάδα και στην Αθήνα ως επιμελήτρια πλέον. Μιλάμε αρκετά για το κομμάτι της έκθεσης που επιμελήθηκε, αλλά και για τους καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάστηκε στενά (Guillermo Galindo, Mata Aho Collective κ.ά.). Δική της πρωτοβουλία, μάλιστα, ήταν να συμπεριληφθεί στο ΕΜΣΤ ένα μεγάλο μέρος δουλειάς του σημαντικού καλλιτέχνη Beau Dick, ο οποίος έφυγε από τη ζωή λίγους μήνες πριν τα επίσημα εγκαίνια της έκθεσης. Η εντυπωσιακή αλλά, κατά κάποιους, αμφιλεγόμενη εγκατάσταση από μάσκες και γλυπτά στο ισόγειο του Μουσείου αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα κομμάτια της documenta 14. Η Hopkins θα μου εξηγήσει πως πρόθεσή τους δεν ήταν απλά να παρουσιαστούν οι συγκεκριμένες μάσκες ως εθνογραφικά κειμήλια, αλλά να τονιστεί η υπόσταση των έργων αυτών ως σύγχρονα έργα τέχνης.

Η κουβέντα μας πηγαίνει στην πολυσυζητημένη μαρμάρινη σκηνή της Rebecca Belmore, η οποία στήθηκε απέναντι από την Ακρόπολη, με διττές αναφορές στους προσφυγικούς καταυλισμούς και στις ινδιάνικες σκηνές wigwam. Παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις και το αρχικό άγχος, η τοποθέτηση του έργου στον Λόφο του Φιλοπάππου εγκρίθηκε από το ΚΑΣ και θα παραμείνει στη θέση του ως το πέρας της έκθεσης.

Η εμπειρία από την Αθήνα
Πώς, ωστόσο, θα συνόψιζε η Hopkins την εμπειρία της από τη διοργάνωση αυτή στην Αθήνα και ποια η παρακαταθήκη που θα επιθυμούσε η documenta να αφήσει στην πόλη και στους κατοίκους της; «Στόχος μας εξαρχής δεν ήταν να δημιουργήσουμε έναν θεσμό, αλλά να συνεργαστούμε με υπάρχοντες φορείς και μουσεία της πόλης. Θεωρώ πως το γεγονός πως καταφέραμε να συσπειρώσουμε όλους αυτούς τους οργανισμούς καταδεικνύει την απόπειρά μας ως πετυχημένη. Ασφαλώς και υπήρξαν αρκετές προκλήσεις και οι Έλληνες επιμελητές ήταν αυτοί που επιφορτίστηκαν με μεγάλο μέρος των διαδικασιών αυτών.

Συχνά, επίσης, μας ρωτούν ποια θα είναι η παρακαταθήκη της διοργάνωσης. Μιας και γνωρίζαμε πολύ καλά τι είχε συμβεί στην πόλη μετά τους Ολυμπιακούς, δεν επιθυμούσαμε σε καμία περίπτωση να επαναληφθεί κάτι αντίστοιχο. Αντίθετα αποφασίσαμε να συνεργαστούμε και να στηρίξουμε το έργο και τις ανάγκες τοπικών φορέων και οργανισμών, όπως είναι η περίπτωση του Ιδρύματος Τσαρούχη και της ΑΣΚΤ».

Κλείνοντας τη συζήτησή μας, τη ρωτώ ποιο ήταν το σημαντικότερο πράγμα που έμαθε από την Αθήνα.

«Θεωρώ πως αυτή η διαδικασία αποτελεί για εμένα προσωπικά μια εργασία εν εξελίξει, η οποία θα συνεχιστεί και στο μέλλον και χαίρομαι πολύ που ήρθα σε επαφή με την πολύ δραστήρια καλλιτεχνική κοινότητα της πόλης και με ενδιαφέροντες χώρους artist-run. Ένα από τα βασικότερα πράγματα που μάθαμε είναι πως οι κάτοικοι της Αθήνας ξέρουν να αντιστέκονται και να υπερασπίζονται τις απόψεις τους. Η τέχνη και ο πολιτισμός δεν αποτελούν αγαθά προς πώληση για τους ίδιους και δικαίως απαιτούν από μεγάλα ιδρύματα και φορείς απόλυτη διαφάνεια στους διακανονισμούς και στις επαφές τους».

Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 232 (Μάιος-Ιούνιος 2017) των Νέων της Τέχνης.