Artnews

Έρευνα: Πώς αλλάζει χέρια η Τέχνη στα χρόνια της ύφεσης

2018-03-23 10:40:00

Από τους Αλέξανδρο Ι. Στάνα & Άννα Χατζηνάσιου

Είναι κοινά αποδεκτό ότι η οικονομική ύφεση έχει επηρεάσει και την αγορά της τέχνης. Οι αισιόδοξοι μιλούν για «διόρθωση» της φούσκας των προ κρίσης χρόνων και οι απαισιόδοξοι για σημαντικό πλήγμα. Απαντώντας στην ανάγκη των φιλότεχνων για χρηστική και επί της ουσίας πληροφόρηση, ερευνήσαμε το πώς η Τέχνη αλλάζει χέρια στην εποχή μας. Εστιάσαμε στη δευτερογενή αγορά, δηλαδή στις μεταπωλήσεις έργων τέχνης ιδιωτών ή εμπόρων μέσω οίκων δημοπρασιών, συμβούλων τέχνης, συλλεκτών και γκαλερί, οι οποίες συχνά παρέχουν αυτή την υπηρεσία.

Πώς διαμορφώνεται, λοιπόν, η προσφορά στα χρόνια της κρίσης; Διατίθενται περισσότερα ή λιγότερα έργα προς πώληση τα τελευταία χρόνια; Υπάρχει πτώση στη ζήτηση; Ποια οδό προτιμούν οι πωλητές και οι αγοραστές, τις δημοπρασίες ή τις ιδιωτικές πωλήσεις; Στο μικροσκόπιο της έρευνάς μας μπήκαν φυσικά και οι τιμές, οι λεγόμενες «ευκαιρίες» και οι «διαθέσεις» πωλητών και αγοραστών. Στο τραπέζι δε θα μπορούσε να μην πέσει και το θέμα της γνησιότητας. Πόσο μάλλον όταν υπάρχει η άποψη ότι κυκλοφορούν αρκετά πλαστά στην αγορά από το ξεκίνημα της κρίσης, ίσως περισσότερα από παλαιότερα. Πώς πιστοποιείται η γνησιότητα των έργων και τι πρέπει να προσέχουν οι υποψήφιοι αγοραστές; Συζητήσαμε με συμβούλους τέχνης και «μεταπωλητές» στην Ελλάδα και το εξωτερικό και σας παρουσιάζουμε τις απόψεις τους.

Αλέκος Φασιανός, Κόκκινη Φιγούρα, 1965. Πουλήθηκε για € 8.000 (τιμή κατοχύρωσης) στη δημοπρασία Δεκεμβρίου 2017 του οίκου Βέργου (με αρχική εκτίμηση € 6.000-8.000). Το 2008 είχε πουληθεί για € 25.000.

Προσφορά και ζήτηση - Τι είδε ο δημοπράτης
Οι δημοπρασίες έργων ελληνικής τέχνης αποτελούν μία πολύ καλή βάση για να διαπιστώσει κανείς τα δεδομένα της δευτερογενούς αγοράς. Διέπονται από συγκεκριμένους κανόνες, δημοσιευμένα δεδομένα ως προς τις εκτιμήσεις, τις τιμές πώλησης και σχετική διαφάνεια σε θέματα αυθεντικότητας.

Η Τερψιχόρη Αγγελοπούλου, διευθύντρια της εταιρίας εικαστικών συμβούλων Art Expertise που επιμελείται τη διοργάνωση των δημοπρασιών έργων τέχνης Ελλήνων καλλιτεχνών για τον οίκο Bonhams, μάς αναφέρει πως τα έργα που συμμετέχουν σε δημοπρασίες τα τελευταία χρόνια έχουν μειωθεί σημαντικά. «Μέχρι το 2010, ο συνολικός αριθμός των έργων που συμμετείχαν σε δημοπρασίες Greek Sales ήταν κατά μέσο όρο πάνω από 1.000 ετησίως, ενώ σήμερα δεν ξεπερνούν τα μισά. Αντίστοιχη είναι και η προσφορά των έργων, εκείνων που έρχονται προς εκτίμηση και τελικά δε συμπεριλαμβάνονται σε κάποια δημοπρασία. Αυτό ισχύει για δύο λόγους: Πρώτον, στις δημοπρασίες συμμετέχουν λιγότερα έργα γιατί λόγω της κρίσης έχει μειωθεί το αγοραστικό κοινό και δεύτερον, γιατί πολλοί ιδιοκτήτες έχουν ακόμη υψηλές απαιτήσεις σχετικά με την εκτίμηση των έργων».

Η κυρία Αγγελοπούλου υπογραμμίζει πως οι έμπειροι συλλέκτες και γνώστες της αγοράς τέχνης προτιμούν τη δημοπρασία γιατί ξέρουν ότι έτσι το έργο τους θα έχει μια ολοκληρωμένη παρουσίαση, θα συμπεριληφθεί στον κατάλογο με πλήρη στοιχειοθέτηση έρευνας, δημοσιεύσεων και συμμετοχής σε παλαιότερες εκθέσεις και πριν από τη δημοπράτησή του θα εκτεθεί τόσο στην Αθήνα όσο και στο Λονδίνο. Έτσι, το έργο εξασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή προβολή στο ελληνικό αλλά και στο διεθνές συλλεκτικό κοινό, αυξάνοντας τις πιθανότητές του να προσελκύσει το ενδιαφέρον πιθανών αγοραστών και να επιτύχει μια καλή πώληση.

Λουκάς Σαμαράς, Reconstruction #56, 1979. Εκτίμηση € 50.000 - 70.000, έφτασε € 70.562 στη δημοπρασία Δεκεμβρίου 2017 του οίκου Βέργου

Μειωμένη προσφορά έργων διαπιστώνει και ο Πέτρος Βέργος του ομώνυμου οίκου δημοπρασιών –γνωστός για τη δραστηριοποίησή του αρχικά στον τομέα των παλαιών βιβλίων, χειρογράφων και χαρακτικών, και από το 2000 και στη ζωγραφική και τη γλυπτική, με επίκεντρο τους Έλληνες δημιουργούς. Όπως σημειώνει: «Εκτός από την αρχή της κρίσης που έγιναν μερικές πωλήσεις με πανικό, κυρίως από αυτούς που είχαν δει την τέχνη ως επενδυτική ευκαιρία, η προσφορά είναι μειωμένη από αυτή προ δεκαετίας. Για παράδειγμα, οι δημοπρασίες τότε γίνονταν με υπερδιπλάσια προσφορά έργων προς τις δημοπρασίες απ’ ότι υπάρχει σήμερα. Ο ρυθμός των private sales είναι αμετάβλητος, αφού είναι καθαρά θέμα άποψης των πελατών».

Ο Κωνσταντίνος Φράγκος, Senior Director των Sotheby’s και επικεφαλής του τμήματος ελληνικής τέχνης, εκτιμά πως η προσφορά ελληνικών έργων για μεταπώληση έχει σταθερή, παρά αυξητική, τάση σε σχέση με τα χρόνια πριν την κρίση. Ειδικότερα σημειώνει: «Με βάση την εμπειρία μου, δεν υπάρχει μεγάλη προσφορά καλών έργων, αντίθετα είναι δύσκολο να βρεθούν». Οι πωλητές επιλέγουν οι ίδιοι την οδό της δημοπρασίας ή της ιδιωτικής πώλησης μέσω του οίκου, ανάλογα με την επιθυμία τους.

Νίκος Εγγονόπουλος, Λεπτομέρειες του μηχανισμού μιας Εθνεγερσίας. Δημοπρατήθηκε το Νοέμβριο του 2017 από τον οίκο Bonhams για 126.800 λίρες

Σε ερώτησή μας εάν η μη πραγματοποίηση αμιγών Greek Sales από τον οίκο τα τελευταία χρόνια σηματοδοτεί ότι η συγκεκριμένη αγορά σημειώνει πτώση, ο κύριος Φράγκος απαντά πως η αγορά των ελληνικών έργων, όπως και άλλες, έχει αλλάξει και ο οίκος προσάρμοσε τον τρόπο που παρουσιάζει τα έργα στους συλλέκτες. Επέλεξε συνειδητά να προσφέρει λιγότερα έργα σημαντικών Ελλήνων καλλιτεχνών του 19ου αιώνα και καθιερωμένων του 20ου μοιρασμένα σε δημοπρασίες σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Την τελευταία πενταετία καλά διαλεγμένα έργα εντάσσονται σε προσεκτικά επιμελημένες δημοπρασίες, τοποθετώντας τα παράλληλα με τα κινήματα και τις τάσεις από τα οποία επηρεάστηκαν (Ρεαλισμός, Συμβολισμός, Κυβισμός, Αφηρημένος Εξπρεσιονισμός κ.λπ.). Η στρατηγική αυτή βασίζεται στις αγοραστικές συνήθειες των πελατών του οίκου που πιστεύει ότι μια ευρύτερη πλατφόρμα παρουσίασης εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες τους, δίνοντας την ευκαιρία σε μία ευρύτερη γκάμα συλλεκτών να ανακαλύψουν, ή πιθανόν να ανακαλύψουν ξανά, Έλληνες καλλιτέχνες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην τέχνη.

Δημοπρασίες αφιερωμένες στην ελληνική τέχνη διοργανώνει από το 2012 και ο γαλλικός οίκος PIASA, ο οποίος συνεχίζει να αναπτύσσει το σχετικό τμήμα του. Όπως σημειώνει η εκπρόσωπός του που ειδικεύεται στην ελληνική τέχνη, Laura Wilmotte-Koufopandelis, πολλοί ιδιοκτήτες προσεγγίζουν τον οίκο με ελληνικά έργα από διαφορετικές περιόδους για εκτιμήσεις και μεταπώληση, αλλά ο PIASA επικεντρώνεται σε έργα του 20ού αιώνα, όπως των Ακριθάκη, Κουλεντιανού, Πράσινου, Τσαρούχη, Τάκη και Τσόκλη. Στο πλαίσιο της γενικότερης ανάπτυξης της δευτερογενούς αγοράς παγκοσμίως, λόγω της τεχνολογίας και της ταχύτητας των συναλλαγών, ο οίκος PIASA διαπιστώνει αύξηση της προσφοράς έργων τα τελευταία χρόνια (για παράδειγμα ιταλικών, γαλλικών και αφρικανικών έργων) και κατ’ αναλογία έργων ελληνικής τέχνης.

Γιάννης Τσαρούχης, Φθινόπωρο. Δημοπρατήθηκε το 2013 από τον οίκο Bonhams για 280.000 λίρες, με αρχική εκτίμηση στις 150.000 λίρες.

Πώς διαμορφώνονται οι τιμές πώλησης στις δημοπρασίες
Μια βασική κατηγοριοποίηση των έργων που εμφανίζονται σε δημοπρασίες είναι: Σχολή Μονάχου - 19ος αιώνας (Γύζης, Ιακωβίδης, Βολανάκης, Νικηφ. Λύτρας κ.ά.), Αρχές 20ού αιώνα (Θεόφιλος, Παρθένης, Μαλέας, Νικόλ. Λύτρας κ.ά.), Γενιά του '30 (Τσαρούχης, Μόραλης, Εγγονόπουλος, Ν. Χ. Γκίκας, Βασιλείου κ.ά.) , Μεταπολεμική τέχνη (Σπυρόπουλος, Κοντόπουλος, Κεσσανλής, Ακριθάκης, Κανιάρης, Τάκις, Χρύσσα, Φασιανός, Κουλεντιανός κ.ά.) και Σύγχρονη τέχνη (Ρόρρης, Κώττης κ.ά.).

Σύμφωνα με την κυρία Αγγελοπούλου της Art Expertise, «Οι τιμές διαμορφώνονται πάντα ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες της αγοράς τέχνης αλλά και τη γενικότερη κατάσταση της οικονομίας. Οι σωστές εκτιμήσεις είναι αυτές που προσαρμόζονται σε αυτές τις συνθήκες και όχι αυτές που ανταποκρίνονται σε παλαιότερες εποχές ή εκφράζουν τις επιθυμίες είτε του οίκου είτε του πωλητή. Οι τιμές εκτίμησης καθορίζονται βάσει των αποτελεσμάτων των πιο πρόσφατων πωλήσεων ενός καλλιτέχνη. Η εκτίμηση ενός έργου εξαρτάται επίσης από το θέμα, τη θέση που κατέχει στο συνολικό έργο του καλλιτέχνη, το μέγεθος, την κατάσταση στην οποία διατηρείται, την προέλευση, την παρουσία του σε εκθέσεις, τις δημοσιεύσεις του σε καταλόγους και περιοδικά τέχνης. Εξαρτάται επίσης από το πόσο “φρέσκο” είναι, εάν δηλαδή εμφανίζεται για πρώτη φορά ή έχει ήδη κυκλοφορήσει στην αγορά μέσω εμπόρων και διακινητών με αποτέλεσμα να χάσει την αρχική λάμψη του. Σε γενικές γραμμές, οι ιδιοκτήτες, σημαντικών κυρίως έργων, είναι διστακτικοί να αποδεχθούν το νέο τοπίο εκτιμήσεων, ιδιαίτερα δε αν έχουν αγοράσει ακριβά».

Όσον αφορά στα «παζάρια» μάς αναφέρει ότι «οι πωλητές πάντα έχουν την τάση να ζητούν μια υψηλότερη εκτίμηση. Όμως, οι έμπειροι συλλέκτες γνωρίζουν καλά ότι μια συγκρατημένη εκτίμηση δημιουργεί μεγαλύτερο ενδιαφέρον στους επίδοξους αγοραστές, με αποτέλεσμα το έργο να έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχούς πώλησης. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, μια χαμηλή εκτίμηση εκτόξευσε την τελική τιμή πολύ πάνω από τα επίπεδα μιας υψηλής εκτίμησης».

Γιάννης Μόραλης, Πανσέληνος. Δημοπρατήθηκε το 2014 για 276.500 λίρες.

«Μόδες», δυνατά «χαρτιά» και σταθερές αξίες
Με βάση την εμπειρία της Art Expertise, τα τελευταία χρόνια η αγορά ζητά περισσότερο έργα των αρχών του 20ού αιώνα, της Γενιάς του ’30 και Μεταπολεμικής Τέχνης. Αυτό δε σημαίνει ότι, εάν εμφανιστούν καλά έργα από άλλες περιόδους, δε θα συμπεριληφθούν στις δημοπρασίες. Πάντα υπάρχει κοινό για σημαντικά έργα. Το Κοριτσάκι με Μαντήλι του Γύζη, το 2015, και η Παιδική Συναυλία του Ιακωβίδη, το 2016, είχαν πολύ επιτυχημένες πωλήσεις στον οίκο Bonhams. Το Όρος των Ελαιών του Παρθένη το 2014 έπιασε 435.000 Λίρες Αγγλίας και κατατάσσεται στα 3 ακριβότερα έργα του καλλιτέχνη. Επίσης, μια καλή σύγκριση αφορά δύο έργα του Νικόλαου Λύτρα με το ίδιο θέμα (το εκκλησάκι του Αγίου Μάρκου στην Τήνο) που δημοπρατήθηκαν από τον ίδιο οίκο με διαφορά 7 ετών και τα οποία έπιασαν την ίδια περίπου τιμή. Το πρώτο δημοπρατήθηκε το 2010 για 120.000 Λίρες και το δεύτερο 117.000 το 2017. Ένα ποιοτικό έργο του ίδιου καλλιτέχνη διατηρεί τις τιμές του.

Πολλοί καλλιτέχνες, όπως ο Εγγονόπουλος και ο Μόραλης, έχουν κρατήσει τις τιμές τους, ενώ μερικοί, όπως ο Τσαρούχης εμφανίζουν ανοδικές τάσεις –το έργο του Ολυμπιονίκης με αρχική εκτίμηση 5.000-7.000 Λίρες έφτασε στις 40.000 Λίρες το 2017, ενώ η Γυναίκα από την Αταλάντη δημοπρατήθηκε το 2015 για 300.000 Λίρες ξεκινώντας από τις 80.000 Λίρες. Μέσα στην κρίση, η Χρύσα «έφτιαξε αγορά» στην Ελλάδα υποστηρίζει η κυρία Αγγελοπούλου. Το έργο της Untitled/ Iced δημοπρατήθηκε το 2014 για 110.500 Λίρες ξεκινώντας με 20.000 Λίρες.

Γιώργος Ιακωβίδης, Παιδική συναυλία. Δημοπρατήθηκε τον Απρίλιο του 2016 από τον οίκο Bonhams για 100.000 Λίρες, ξεκινώντας στις 60.000.

Η Laura Wilmotte-Koufopandelis του οίκου PIASA σημειώνει πως «Οι τιμές καθορίζονται από τη χρονική στιγμή που γίνεται η εκτίμηση και αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα της αγοράς», αλλά η τελική τιμή πώλησης εξαρτάται από το πώς θα εξελιχθεί η δημοπρασία. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του έργου Infinity Field Nemea Series # 3 του Θεόδωρου Στάμου, το οποίο είχε πουληθεί για € 17.580  το 2013 και έφτασε τα € 48.944 σε δημοπρασία το 2015, με αρχική εκτίμηση € 35.000 – 45.000.

Από την πλευρά του, ο Πέτρος Βέργος υποστηρίζει πως «Οι τιμές έχουν πέσει ονομαστικά, αλλά είναι εναρμονισμένες με την τρέχουσα οικονομική κατάσταση και τη σημερινή οικονομία, αντίθετα με αυτό που έχει συμβεί στα ακίνητα όπου οι τιμές έχουν καταρρακωθεί. Οι πωλητές δεν πωλούν φθηνότερα, αλλά σε χαμηλότερες τιμές που είναι εναρμονισμένες με το σήμερα. Όμως, σε όλη τη διάρκεια του 20ού και τώρα του 21ου αιώνα υπήρχαν αυξομειώσεις, ίσως και μόδες, στις τιμές διάφορων καλλιτεχνών». Οι εκπρόσωποι του οίκου Βέργου συμφωνούν με την εκτίμηση ότι γενικά τα έργα παλαιότερων αναγνωρισμένων καλλιτεχνών (π.χ. του 19ου αιώνα) έχουν μικρότερη πτώση στις τιμές, ενώ όσο ερχόμαστε σε έργα φτιαγμένα πιο κοντά στην εποχή μας οι τιμές εμφανίζουν σαφώς πτωτική τάση. Για παράδειγμα, το έργο του Φασιανού, Κόκκινη Φιγούρα, στη δημοπρασία τους της 1ης Δεκεμβρίου 2017 πουλήθηκε για € 8.000 (τιμή κατοχύρωσης), ενώ το 2008 άλλαξε χέρια για € 25.000. Ένα έργο του Τσόκλη το 2008 έπιασε 16.000 λίρες και σε περσινή δημοπρασία 6.000 Λίρες (τιμή κατοχύρωσης).

Ο κύριος Φράγκος από τους Sotheby’s αναφέρει ότι υπάρχει μια αναπροσαρμογή της αγοράς, και άρα των τιμών, σε σχέση με την εποχή πριν την κρίση, κάτι που οι πωλητές των έργων κατανοούν. Οι αγοραστές γνωρίζουν τις εκτιμήσεις πριν τη δημοπρασία και αποφασίζουν αν θέλουν να το «χτυπήσουν». «Τα αποτελέσματα των πρόσφατων δημοπρασιών μας επιβεβαιώνουν την επιτυχία μας να προσφέρουμε εξαιρετικά έργα: δύο από τα πιο σημαντικά έργα που παρουσιάστηκαν ποτέ στη διεθνή αγορά, ένα του Παπαλουκά και ένα του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, πέτυχαν τιμές πολύ πάνω από τις αρχικές εκτιμήσεις». Αναφέρεται στη δημοπρασία του Νοεμβρίου 2017 «20th Century Art - A Different Perspective» και στα έργα Σπύρος Παπαλουκάς, Καρνάγιο στη Μονή Παντοκράτορος, Άγιο Όρος (εκτίμηση 80.000-120.000 Λίρες Αγγλίας. Πουλήθηκε 141.250 Λίρες Αγγλίας / €158.680) και Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, A Travers La Ville (εκτίμηση 100.000-150.000 Λίρες Αγγλίας. Πουλήθηκε 273.000 Λίρες Αγγλίας / €306.687).

Πλαστά και «ευκαιρίες»
Σε όλους του οίκους δημοπρασιών, από τους μεγαλύτερους διεθνείς έως τους εγχώριους, έχουν ανακύψει κατά καιρούς ζητήματα αμφιβολίας της γνησιότητας κάποιων έργων. Παρότι οι οίκοι, όπως δηλώνουν, ελέγχουν τα έργα και λαμβάνουν μέτρα για τη διασφάλιση των αγοραστών, εντούτοις, εάν διαβάσει κανείς προσεκτικά τους όρους των δημοπρασιών, η ευθύνη μεταφέρεται και στον αγοραστή, αφού έχει το δικαίωμα πριν τη δημοπρασία να έχει ελέγξει με δική του ευθύνη την ακρίβεια περιγραφών ή τη γνησιότητα έργων. Υπάρχουν περιπτώσεις που έργα αποσύρονται πριν καν δημοπρατηθούν, ενώ δεν έχουν λείψει οι δικαστικές διαμάχες εκ των υστέρων για την αυθεντικότητα συγκεκριμένων έργων, με τους εμπειρογνώμονες να είναι διχασμένοι.

Η πλαστογραφία βέβαια δεν είναι καινούργια ιστορία. Ο κύριος Βέργος σημειώνει ότι «έχει ξεκινήσει μαζικά από την Κατοχή και έχει συνεχιστεί ακάθεκτη όλα τα επόμενα χρόνια. Πολύ συχνά έρχονται στα χέρια μας έργα όχι αμφίβολης γνησιότητας, αλλά πλαστά. Τα αμφίβολης γνησιότητας είναι ελάχιστα, ενώ τα πλαστά πάρα πολλά».

«Το θέμα των πλαστών έργων είναι τόσο παλιό όσο και η τέχνη», αναφέρει χαρακτηριστικά η κυρία Αγγελοπούλου της Art Expertise. «Πριν από την κρίση, η διακίνηση των πλαστών γινόταν συνήθως από διάφορους μεσάζοντες κοσμικών κύκλων, χωρίς την απαραίτητη γνώση. Στα χρόνια της κρίσης το φαινόμενο εντάθηκε, καθώς διάφοροι επιτήδειοι με την πρόφαση ότι ο ιδιοκτήτης βιάζεται να πουλήσει λόγω οικονομικών δυσκολιών, δήθεν σε τιμή ευκαιρίας, εξαπατούν το αγοραστικό κοινό. Όταν κάποιος από τους εξαπατημένους αγοραστές έρθει αργότερα σε εμάς για να εκτιμήσουμε το έργο ή να το συμπεριλάβουμε στις δημοπρασίες μας, τότε είναι πλέον αργά, καθώς δεν υπάρχουν αποδείξεις και συμφωνητικά της αγοροπωλησίας ώστε να βρει κανείς το δίκιο του».

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, A Travers La Ville. Εκτίμηση 100.000-150.000 Λίρες Αγγλίας. Πουλήθηκε 273.000 Λίρες Αγγλίας / € 306.687 σε δημοπρασία των Sotheby's το Νοέμβριο του 2017

Ο δρόμος των συμβούλων τέχνης, γκαλερί και ιδιωτών
Πολλές φορές ιδιώτες-αγοραστές προσεγγίζουν συμβούλους τέχνης και ζητούν την επιστημονική τους άποψη πριν από κάποια αγορά. «Ευκαιρίες» στα έργα τέχνης δεν υπάρχουν. Τα καλά έργα δεν υποτιμώνται. Η αξία τους συνήθως είναι σταθερή και γι’ αυτόν το λόγο, εάν ο αγοραστής βρεθεί προ της αγοράς ενός έργου γνωστού καλλιτέχνη σε πολύ χαμηλή τιμή, θα πρέπει να αναρωτηθεί για την αυθεντικότητά του. Ο Παντελής Αραπίνης της αίθουσας τέχνης ΑΔ δεν πιστεύει στις ευκαιρίες, όπως μας αναφέρει. «Παρατηρείται μία πτώση των τιμών 20-30% στα έργα τέχνης, αλλά ευκαιρίες δεν υπάρχουν. Τα έργα που παρουσιάζονται σαν ευκαιρίες, είναι συνήθως είτε αμφισβητήσιμης ποιότητας είτε αμφισβητήσιμης γνησιότητας». Άλλες φορές μπορεί να έχουν αποκτηθεί με παράνομο τρόπο και έτσι ο πωλητής επιθυμεί να τα εκποιήσει άμεσα.

Τι προσέχω όταν αγοράζω ένα έργο
Ο αγοραστής ενός έργου τέχνης επιλέγει συνήθως με βάση την προσωπική του αισθητική. Ωστόσο, πριν προχωρήσει στην αγορά, θα πρέπει να γνωρίζει ότι υπάρχουν σημαντικοί παράγοντες που κατατείνουν στη διατήρηση ή ακόμα και στην αύξηση της αξίας του έργου. Η αγορά έργων τέχνης μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική επένδυση εφόσον ο αγοραστής γνωρίζει ή συμβουλευτεί έναν ειδικό σχετικά με τη δευτερογενή αγορά τέχνης.

Η οικονομική ανασφάλεια άλλαξε την ψυχολογία και τη συμπεριφορά των αγοραστών και τους έκανε πιο επιφυλακτικούς και πιο συγκρατημένους στις αγορές έργων τέχνης. Το θετικό, όμως, που έφερε μαζί της αυτή η κρίση, είναι ο ουσιαστικός επαναπροσδιορισμός των αξιών των έργων τέχνης, τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις είχαν εκτοξευτεί σε μη ρεαλιστικά επίπεδα.

Η κυρία Εργίνα Ξυδούς, μέλος του Βασιλικού Ινστιτούτου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων του Λονδίνου (RICS) και του Μητρώου Πιστοποιημένων Εκτιμητών του Υπουργείου Οικονομικών, αναφέρει ότι «Μετά την εμπορική “έξαρση” της περασμένης δεκαετίας στη χώρα μας, το αγοραστικό κοινό είναι πλέον αρκετά προσεκτικό στις επιλογές του ως προς τις τιμές και την ποιότητα. Ωστόσο, δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα συνείδηση η αναγκαιότητα της γνώσης και της συστηματικής ενασχόλησης για όποιον επιθυμεί να αποκομίσει οφέλη από τη συλλεκτική δραστηριότητα».

Ο ασφαλέστερος τρόπος για να αποκτήσει κάποιος ένα έργο αυθεντικό και στην τιμή της αγοράς είναι από σοβαρούς οίκους δημοπρασιών, αίθουσες τέχνης και σύμβουλους τέχνης. Τα έργα που διακινούνται από αυτούς τους χώρους συνοδεύονται από πιστοποιητικά γνησιότητας και μεταβιβάζονται με απόδειξη πληρωμής, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό η επένδυση του αγοραστή. Παρόλα αυτά, εάν κάποιος αποφασίσει να αγοράσει απευθείας από κάποιον ιδιώτη-πωλητή, πρέπει να σιγουρευτεί μέσω ενός εξειδικευμένου μελετητή τέχνης ή σύμβουλου τέχνης ότι το έργο έχει το απαιτούμενο πιστοποιητικό γνησιότητας, να μάθει την ακριβή του προέλευση και ιδανικά να είναι δημοσιευμένο σε κάποιον catalogue raisonné.

Γιάννης Κουνέλλης, Χωρίς τίτλο, 2001. Με εκτίμηση € 140.000-180.000, έφτασε € 269.104 στη δημοπρασία Μαΐου 2017 του οίκου Βέργου.

Οι εκτιμητές καλούνται συνήθως να πιστοποιήσουν την οικονομική αξία ενός έργου αξιολογώντας τα συνοδευόμενα πιστοποιητικά γνησιότητας. Σε περίπτωση που κάποιος αναζητά την πιστοποίηση της γνησιότητας ενός έργου μπορεί να αποτανθεί σε μελετητές τέχνης, ειδικευμένους στο εικαστικό έργο συγκεκριμένου καλλιτέχνη. «Στην Ελλάδα, αλλά και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, ο πιστοποιημένος εκτιμητής δεν ταυτίζεται με τον ειδικό, που βασιζόμενος στο ερευνητικό του έργο είναι σε θέση να εκφέρει άποψη για την αυθεντικότητα έργων συγκεκριμένου καλλιτέχνη», αναφέρει η κυρία Ξυδούς και συνεχίζει: «Ο Σύλλογος Εκτιμητών Ελλάδος (www.avag.gr) έχει εκφράσει το ενδιαφέρον του για το χώρο της τέχνης και η διαδικασία δημιουργίας σχήματος πιστοποίησης εκτιμητών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων βρίσκεται σε εξέλιξη». Φυσικά, εάν ο καλλιτέχνης είναι εν ζωή, μπορεί να πιστοποιήσει ο ίδιος τη γνησιότητα του έργου του. Εάν όχι, ο αγοραστής μπορεί να απευθυνθεί στο ίδρυμα του καλλιτέχνη, εφόσον υπάρχει.

Επιπλέον, ένα ακόμα χαρακτηριστικό που αξίζει να λάβουμε υπόψη όταν κάνουμε έρευνα για έργα της δευτερογενούς αγοράς είναι η περίοδος εικαστικής δημιουργίας του καλλιτέχνη κατά τη διάρκεια της οποίας δημιουργήθηκε το συγκεκριμένο έργο. Μόνη η υπογραφή του καλλιτέχνη δεν εγγυάται τη διαχρονική εικαστική και οικονομική αξία του. Διότι κάθε καλλιτέχνης, όσο μεγάλο όνομα κι αν έχει, κάποια στιγμή στην καριέρα του έχει δημιουργήσει έργα, τα οποία δεν αποτελούν μέρος της πιο «αναγνωρίσιμης» ή «σημαντικής» περιόδου του. Την υψηλότερη εικαστική και οικονομική αξία και τη διαχρονικότητα του έργου καθορίζει και η περίοδος εικαστικής δημιουργίας του καλλιτέχνη.

Εάν αποφασίσετε να αγοράσετε απευθείας από κάποιο συλλέκτη θα πρέπει να διερευνήσετε το όνομα που έχει διαμορφώσει ο συλλέκτης στην αγορά, αλλά και τους λόγους για τους οποίους εκποιεί τη συλλογή του ή κάποια συγκεκριμένα έργα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, καλό θα ήταν να συμβουλευτείτε έναν ειδικό για την ταυτότητα του έργου που σας ενδιαφέρει. Πολλοί συλλέκτες, μάλιστα, προτείνουν από μόνοι τους στους ενδιαφερόμενους αγοραστές να απευθυνθούν για συμβουλές σε ειδικούς της επιλογής τους προτού αποφασίσουν. Ομοίως και για τη μεταβίβαση έργου τέχνης από ιδιώτη σε ιδιώτη (χέρι με χέρι). «Να ζητήσει πιστοποιητικό γνησιότητας και, εάν είναι δυνατόν, εκθεσιογραφία και βιβλιογραφία από τον πωλητή του έργου. Αλλιώς, θα πρέπει να απευθυνθεί σε ειδικούς μελετητές του καλλιτέχνη», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κύριος Αραπίνης.

Όσοι πάλι αποφασίσουν να προβούν μόνοι τους σε έρευνα για την πορεία ενός έργου ή ενός καλλιτέχνη που τους ενδιαφέρει, μπορούν να επισκεφθούν το www.artprice.com και το www.artnet.com. Οι δύο αυτές ιστοσελίδες αποτελούν φερέγγυες και χρήσιμες πηγές πληροφοριών σχετικά με τους καλλιτέχνες και την αξία των έργων τους και παρέχουν ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες από μια ευρεία λίστα εξειδικευμένων πηγών.

Βαρύνουσα σημασία έχει και η προέλευση του έργου, διότι μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στην αξία του. Η γνώση της ιστορίας του μπορεί επίσης να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επιπλέον ενδείξεις σχετικά με την αυθεντικότητά του, ακόμα και να αποκαλύψει εάν ένα έργο τέχνης είναι πλαστό.

Θεόδωρος Στάμος, Infinity Field Nemea Series #3, 1973. Το έργο είχε πουληθεί για € 17.580 το 2013 και έφτασε τα € 48.944 σε δημοπρασία του PIASA το 2015, με αρχική εκτίμηση € 35.000-45.000.

Η καλή ελληνική τέχνη αντιστέκεται στην κρίση
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική τέχνη στη δευτερογενή αγορά ανθίσταται στην κρίση, παρά την κάμψη που σημειώνει κατά περίπτωση. Δεν είναι τυχαίο που μεγάλοι οίκοι του εξωτερικού επιμένουν να διατηρούν ειδικά Greek Sales ή να συμπεριλαμβάνουν τακτικά στις δημοπρασίες τους ελληνικά έργα του 19ου και 20ού αιώνα. «Αυτή η αντοχή σημαίνει ότι στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπάρχει ένα σοβαρό συλλεκτικό και αγοραστικό κοινό που επιμένει να επενδύει στην τέχνη», επισημαίνει η κυρία Αγγελοπούλου της Art Expertise. «Το γεγονός αυτό έχει μάλιστα προσελκύσει το ενδιαφέρον ξένων dealers που προσπαθούν να προωθήσουν διάφορους Ευρωπαίους και Αμερικανούς ή και Κινέζους καλλιτέχνες σε Έλληνες συλλέκτες με το επιχείρημα ότι η ελληνική τέχνη δεν αξίζει, ενώ η –κατά τα λεγόμενά τους– διεθνής αποτελεί επενδυτική ευκαιρία και υπόσχεται υψηλές αποδόσεις σε μικρό χρόνο. Η πείρα, όμως, έχει αποδείξει ότι οι μεγάλες και σημαντικές συλλογές έργων τέχνης έγιναν από συνειδητοποιημένους συλλέκτες που έχτισαν τις συλλογές τους σιγά-σιγά με πάθος και μεγάλη γνώση και δεν αντιμετώπισαν την τέχνη ως περιστασιακή επενδυτική ευκαιρία».

* Οι τιμές πώλησης των έργων από δημοπρασίες συμπεριλαμβάνουν την τιμή κατοχύρωσης (hammer price) και την προμήθεια του δημοπράτη, εκτός εάν διευκρινίζεται διαφορετικά.

Η έρευνα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 236 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2018) των Νέων της Τέχνης.