www.artnews.gr

Τρίτη, 28. Μάρτιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΙΤΕΧΝΕΣ Η γενιά του '60. Το έργο του εκπροσώπου της γενιάς του '60 Δημήτρη Κοντού σε μια συζήτηση με τη Βούλα Πριοβόλου και τη Μαίρη Μιχαηλίδου

Η γενιά του '60. Το έργο του εκπροσώπου της γενιάς του '60 Δημήτρη Κοντού σε μια συζήτηση με τη Βούλα Πριοβόλου και τη Μαίρη Μιχαηλίδου

toergo01Της Άρτεμις Καρδουλάκη

Γνωρίστηκα με τη Βαγγελιώ, την κόρη του Δημήτρη Κοντού, ενός από τους κύριους εκπρόσωπους της γενιάς του '60, με την ευκαιρία της έκθεσης των «Λατρευτικών» του, στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας το περασμένο καλοκαίρι. 

toergo03Η γνωριμία μας αυτή μου έδωσε την αφορμή να σκεφτώ να κάνω μία συζήτηση με τη γυναίκα του, Βούλα Πριοβόλου, και την ιστορικό της τέχνης, Μαίρη Μιχαηλίδου, για το συνολικό έργο του, την προσωπικότητά του καθώς και τον ρόλο του στη γενιά του '60. Μ’ αυτόν τον τρόπο συνεχίζω την αναφορά που κάνω, παρουσιάζοντας ξεχωριστούς δημιουργούς που μου μιλούν για τη γενιά του '60. Μια γενιά που ο ρόλος της και το έργο της αναγνωρίστηκε πολύ μετά από την εποχή που έκανε τις επιτυχίες της. Ήδη έχω παρουσιάσει τις απόψεις του Κώστα Τσόκλη, του Χρίστου Καρά, του Θόδωρου, τη δημοσίευση έργων του Κωνσταντίνου Ξενάκη προς τιμή της και συνεχίζω αυτή την αναφορά με τον Δημήτρη Κοντό, έναν από τους λιγότερο γνωστούς δημιουργούς του «Gruppo Sigma»  .

Β.Π.: Γνωρίστηκα με τον Μίμη το 1968. Θυμάμαι την έκθεση «Πλαστικές Έρευνες 1968» Καράς, Κοντός, Τσόκλης, στην αίθουσα τέχνης του Κέντρου Τεχνολογικών Εφαρμογών, [Κ.Τ.Ε], του Νίκου Παπαδάκη, στην οδό Σκαραμαγκά 5 και Πατησίων.

Στον χώρο υπήρχε μία στοίβα από 500 βιβλία τσέπης, με τίτλο «Roman Pictural». H τιμή 40 δρχ. το βιβλίο. Πήρε ένα βιβλίο και σε μία σελίδα άρχισε να «μουτζουρώνει» με τον δικό του τρόπο. Τέλος έγραψε το όνομά του και μου το έδωσε.

-Τι ξέρετε εσείς για τη δράση του τη δεκαετία του '60;

Β.Π.: Τη δουλειά του τη γνώρισα μέσα στο εργαστήρι, σαν μαθήτρια.

Υπήρχαν έργα που δεν είχε εκθέσει ποτέ, όπως τα «Παλιά σχέδια» που εκθέτει τελικά το 1995 στην γκαλερί της Μαρίας Παπαδοπούλου στην Αθήνα. Ήταν ένας κρυμμένος θησαυρός τα σχέδια της περιόδου 1958-1963. Γραφίτης, σινική μελάνη, χρωματιστά μολύβια σε χαρτί. Κύρια έμπνευση, το σύννεφο, η βροχή, το φως, η καταιγίδα.

Πολλά έργα  του, άλλωστε, τα είχε αφήσει σε μία αποθήκη στο Παρίσι τα οποία βρήκε η αδελφή μου, Ελένη Τζαβάρα, το 1974. Τα έργα έρχονται και εκτίθενται, για πρώτη φορά στον Δεσμό, πριν την έκθεση των Λατρευτικών. Ήταν έργα με λάδι, πάστες και κόλλα.

Τι λέτε για τη γενιά του '60;

Β.Π.: Τη γενιά του '60 δεν την έζησα. Γνώρισα τον Μίμη, όπως σας προανέφερα το 1968. Στη Σχολή Καλών Τεχνών δεν είχαμε καμία επαφή με τη γενιά του '60.

Νοιώθω πολύ τυχερή που τη γνώρισα δίπλα στον Μίμη. Είδα το Roman Pictural, τα Λατρευτικά, το σούπερ  μάρκετ. Πιστεύω ότι όλοι είχαν επηρεαστεί από την κίνηση του Αλμπέρτο Μπούρι και τη χειρονομιακή ζωγραφική. Με τη χρήση της πάστας αρχίζει και διακρίνεται  η γραφή του Μίμη, με  το  χρώμα  να βγαίνει από το σωληνάριο πάνω στο τελάρο και στη συνέχεια η γραφή να γίνεται με μολύβι και τέλος με μελάνι. Αυτό που χαρακτήριζε τον Μίμη ήταν η αγάπη του για το σχέδιο.

Η σχέση που είχε με το μολύβι ήταν συγκινητική. Όταν έπιανε το μολύβι για μένα ήταν μία μαγεία. Έπαιζε σχεδιάζοντας, σχεδίαζε παίζοντας, δεν ξέρω τι από τα δύο.

Μ.Μ.: Γενικά δεν μιλούσε. Ήταν απόμακρος.

-Μαίρη, ποια πιστεύεις ότι ήταν η επιρροή του και η δράση του τη δεκαετία του '60;

Μ.Μ.: Η δεκαετία του '60 ήταν η ευτυχής κατάληξη  της προεργασίας που έγινε από τη δεκαετία του '30. Εκεί ξεκίνησε μια αλλαγή. Ας μην ξεχνάμε ότι η δεκαετία του '30 κατόρθωσε και έβγαλε την Ελλάδα από το περιθώριο. Ο Ελύτης εμφανίστηκε στην Ευρώπη από τον Τεριάντ και η φίλη του Τεριάντ, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ αφιέρωσε το βιβλίο  της Νουβέλ Οριαντάλ στον Ανδρέα Εμπειρίκο. Από 'κει και πέρα είχαμε το κορυφαίο τρίο Παρθένης, Μαλέας, Παπαλουκάς που άλλαξε την πορεία της νεότερης ελληνικής τέχνης. Οι καλλιτέχνες τη δεκαετία του '60 δέχτηκαν επιρροή από τους δασκάλους τους, Παρθένη και Παπαλουκά. Δηλαδή είχε μπει ήδη το ευρωπαϊκό πνεύμα στην ελληνική τέχνη. Επομένως, δόθηκε μία νέα πνοή στην τέχνη με τη στροφή των καλλιτεχνών προς το Παρίσι.

-Και πώς αρχίζει η δεκαετία του '60;

Έχουμε τον Γιάννη Σπυρόπουλο που πάει στην Μπιενάλε και επί ίσοις όροις στέκεται μαζί με όλους τους άλλους που είναι  οι Φοντάνα, Μπούρι, Φοτριέ, Βέντοβα. Βραβεύεται ο Χάρτουνγκ στην Μπιενάλε και αρχίζει ένα άλλο κίνημα. Το κίνημα της αφαίρεσης που παρουσιάζεται εδώ  στην Πανελλήνια και κυρίως με την κορυφαία έκθεση που κάνει ο Κοντόπουλος στο σπίτι του Γεωργακόπουλου στο Παλαιό Ψυχικό το '51 και στην Πανελλήνια του '48 με τους Μαλτέζο, Γαΐτη, Μάρθα, Λαμέρα.

Έτσι έχουμε μία πρώτη εικόνα που είναι τελείως  διαφορετική απ' ότι υπήρχε  μέχρι τότε.

Αυτή η εικόνα είναι σίγουρο  ότι επηρεάζει τα νέα παιδιά που είναι αυτή  η ομάδα σχεδόν της ίδιας ηλικίας και είναι μαζί στη Σχολή Καλών Τεχνών.

Μερικοί είναι και στενοί φίλοι όπως  ήταν ο Τσόκλης με τον Κοντό και τους Κανιάρη, Καρά, λιγότερο με τον Φασιανό. Είναι μία ευτυχής στιγμή.

Β.Π.: Το ενδιαφέρον σ' αυτό που λέει η Μαίρη και το οποίο έζησα εγώ στη Σχολή  είναι ότι  αυτή  μεν η ομάδα  επηρεάζεται απ' όλο αυτό το υπόβαθρο, Κοντόπουλο, Σπυρόπουλο κλπ. Στην ΑΣΚΤ  όμως το '70 και το '75 δεν την είδαν αυτή την αλλαγή.

Εγώ πήγαινα στη Σχολή και μάθαινα  ότι όλα είχαν σταματήσει στις αρχές του 20ού αιώνα.

Μ.Μ.: Αυτή  η ομάδα ανοίγει τα μάτια της σ' ολες τις τάσεις και φυσικά είναι καθοριστική η πορεία της προς την Ευρώπη, είτε Ρώμη  είτε Παρίσι.

Δηλαδή στη Ρώμη πάνε οι Νίκος Κεσσανλής, Μίμης Κοντός, Κώστας  Τσόκλης και Βλάσσης Κανιάρης. Και στο Παρίσι πηγαίνουν  οι Γιάννης Μαλτέζος, Γιάννης Γαΐτης, Παύλος Διονυσόπουλος, Γαβριέλλα Σίμωσι, Αλέκος Φασιανός, Δανιήλ Παναγόπουλος και Χρίστος Καράς.Βλέπεις ότι όλες αυτές οι ομάδες ξεπλένουν τη ματιά τους, όπως έλεγε  ο Σεφέρης για τον Θεόφιλο, βγαίνοντας στην Ευρώπη.

Είναι η στιγμή της αφαίρεσης, είναι η στιγμή της παρουσίας της ανεικονικής ζωγραφικής και ανοίγεται ο δρόμος για μια ευτυχισμένη στιγμή στην Ελλάδα.

Μην ξεχνάμε ότι η γενιά  του '60 δεν είναι μόνο στα εικαστικά. Η γενιά του '60 είναι η γενιά της διανόησης.

Είναι μία άλλη ματιά. Αυτό το έχουν πετύχει. Με διαφορετικά  καλλιτεχνικά  βιώματα πέτυχαν να συλλειτουργήσουν μέσα από τη διαφορετική διαχείριση της εικόνας.

Ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Αυτή ήταν και η επιτυχία τους άλλωστε. Δεν μιμούνταν ο ένας τον άλλον. Είναι  ένα, αν θέλεις, ανοιχτό βιβλίο η γενιά του '60, το οποίο  παίρνουν, διαβάζουν και το διαμορφώνουν ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία, το χαρακτήρα και την ποιότητα της δουλειάς τους.

Γιατί δεν αναπτύχθηκαν όλοι. Άλλοι έμειναν στατικοί.

-Ο Κοντός ήταν στο Gruppo Sigma, οπότε επηρεάζεται από την Ιταλική τέχνη;

Β.Π.: Όλοι  επηρεάζονται.

Μ.Μ.: Όλοι επηρεάζονται από την ατμόσφαιρα. Πάνε εκεί και τους ανοίγονται οι ουρανοί. Είναι ακριβώς τη στιγμή που συμβαίνουν οι μεγάλες αλλαγές. Μην ξεχνάς ότι αρχίζει και στην Ιταλία  η ελάχιστη τέχνη και μετά η arte povera.

-O ρόλος του Κοντού στη γενιά του '60 ποιος ήταν;

Β.Π.: Ήταν όλοι επι ίσοις όροις. Όλη η διαφοροποίηση της ιστορίας του Μίμη είναι μετά, με τη γραφή.

Εκεί  πια η τέχνη του απογειώνεται.

-Ξέρετε τι έλεγε ο Κοντός για τη γενιά του ‘60;

Β.Π.: Ήξερε ότι εκαναν κάτι πολύ σημαντικό. Αυτό όμως που συνέβη είναι ότι δεν κατάφεραν αυτή η υπόθεση να μεταπηδήσει στην επόμενη γενιά. Εκεί στα χρόνια του '70 ο καθένας τραβούσε τον δρόμο του και ορισμένοι απορροφήθηκαν από τον βιοπορισμό. Έζησαν δυνατές εμπειρίες. Ο Μίμης αρνήθηκε στη συνέχεια τον δρόμο των γκαλερί, γι΄αυτό και διάλεξε τον δρόμο της διδασκαλίας. Αυτό του έδωσε τα προς το ζην χωρίς να έχει ανάγκη να πουλάει τα έργα του. Το ευ ζην το είχε στη καθημερινότητά του.

Ήταν επιμελητής του Ελεύθερου Σχεδίου της Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ. Μπήκε επί Μάρθα και συνέχισε με τον Εγγονόπουλο.

Η ζωή και η τέχνη για τον Μίμη ήταν  μία υπόθεση.

Μ.Μ.: Πολλές φορές ήταν η ζωή που μετρούσε πιο πολύ.

Γι΄αυτό έχουμε και πολλά διαστήματα κενά στην πορεία του. Τον κατακτούσε η ζωή.

Υπάρχει μια εποχή που σιώπησε τελείως;

Β.Π.: Αποφασίζει ατομική έκθεση στην ιστορική αίθουσα του Δεσμού τον Μάρτιο του '75 με τα Λατρευτικά. Μέσα στα Λατρευτικά είναι όλα τα στοιχεία της δουλειάς του.

Ο χώρος, το υλικό, η ζωγραφική. Τα τάματα είναι όλα σχεδιασμένα με το χέρι του.

Παράλληλα με τα Λατρευτικά δημιουργεί τα σχέδια του σούπερ μάρκετ. Μια ιδέα που βασίζεται στην κονσερβοποίηση της τέχνης, δηλαδή τη μαζική παραγωγή της. Έκανε τις ετικέτες, τα σχεδίασε όλα, αλλά  αυτό απαιτούσε πολλά χρήματα

Στο ίδιο σκεπτικό, της εμπορευματοποίησης, ήταν και η κατασκευή περιπτέρου, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε επίσης.

Δεν τον ενδιέφερε να ψάξει χορηγίες. Και έτσι  έμεινε όλη η ιδέα  στα σχέδια.

-Δεν τον πείραζε που είχε σιωπήσει;

Β.Π.: Καθόλου. Περνούσε καλά. Σχεδίαζε το σπίτι του στην Αίγινα και ήταν ευτυχής. Τις σκέψεις του τις έβαζε στο χαρτί. Ο Μίμης μιλούσε με το μολύβι. Σε πολλά από τα σχέδιά του υπάρχουν ήδη τα στοιχεία των μεγάλων έργων.

 -Πώς ήταν σαν χαρακτήρας;

Β.Π.: Ηταν πολύ τρυφερός και ευαίσθητος άνθρωπος. Σίγουρα δεν ήταν εύκολος στη συμβίωση. Υπερασπιζόταν την ανεξαρτησία του, είχε τα χόμπι του και τις σχέσεις του. Όταν όμως, έμπαινε στο σπίτι τραγουδώντας και σφυρίζοντας, γινόταν  ήλιος.

Αγαπούσε πολύ την ποίηση, είχε εξαιρετική μνήμη, ήξερε σχεδόν όλο τον Καβάφη και τον Παλαμά απ' εξω.

Το σπίτι γι΄αυτόν ήταν η στροφή του Βάρναλη από το «Φως που καίει». Ένα κόκκινο σπίτι σ΄αυλή με πηγάδι... και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι... Νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ, το χρυσό σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι...

Νομίζω ότι το έργο «Οι παλιοί  καλοί καιροί  Γ’» από τη σειρά των Λατρευτικών είναι εμπνευσμένο από  αυτούς τους στίχους.

Μ.Μ.: Ο Κοντός έμοιαζε απ΄όλη αυτή την ομάδα της γενιάς του '60  σε χαρακτήρα περισσότερο με τον  Γιάννη Γαΐτη. Ο Γαΐτης ήταν πιο ναΐφ με την καλή έννοια του όρου. Ο Κοντός ήταν πιο εγκεφαλικός. Αλλά στον τρόπο λειτουργίας είχαν ταιριάξει.

Β.Π.: Είχε με όλους πολύ καλές σχέσεις. Ένιωθε μεγάλη αγάπη και εκτίμηση για τον Κανιάρη.

-Φέτος  είδαμε τα Λατρευτικά  στο Βυζαντινό  Μουσείο. Με τι αφορμή έγινε η έκθεση αυτή;

Β.Π.: Η αξέχαστη ιστορικός τέχνης Μαρία Κοτζαμάνη, το 2007, αναλαμβάνει την αναδρομική έκθεση του Δ. Κοντού στο Μ. Μ.Σ Τ. Μετά το τέλος της έκθεσης  η Μ. Κ.  ήθελε  να κατέβει η έκθεση στο Μ. Μπενάκη  της Πειραιώς, κάτι το οποίο δεν έγινε για οικονομικούς λόγους. Παράλληλα, είχε την ιδέα να πραγματοποιηθεί  στο ΒΧΜ έκθεση με καλλιτέχνες που είχαν επηρεαστεί από τη βυζαντινή τέχνη.

Το 2011 η Μ. Κ. «έφυγε», αφήνοντας την πρόταση μετέωρη. Τότε η κόρη μας Βαγγελιώ, συναντά την κ. Αναστασία Λαζαρίδου, διευθύντρια του Μουσείου, και επαναφέρει το θέμα δείχνοντας τα σχέδια των Λατρευτικών.

Η κ. Λαζαρίδου, βλέποντας το μέγεθος του υλικού, αποφασίζει ατομική έκθεση των Λατρευτικών  στο ΒΧΜ, τον Ιούλιο του 2014.

-Πόσα χρόνια ζήσατε μαζί;

Β.Π.: Γνωριστήκαμε το 1968, παντρευτήκαμε το '71,  το '72 γεννιέται η Βαγγελιώ. Το 1985 εκλέγεται καθηγητής  στο τμήμα Εικαστικών Τεχνών  του ΑΠΘ και ουσιαστικά χωρίζουν οι δρόμοι μας.

-Ηταν καλός  δάσκαλος ;

Β.Π.: Για μένα εκτός από δάσκαλος σχεδίου και ζωγραφικής ήταν και δάσκαλος ζωής. Ό,τι έπιαναν τα χέρια του γινόταν έργο τέχνης. Ζούσε κάνοντας τέχνη.

-Μαίρη, πιστεύεις ότι αναγνωρίστηκε η αξία της γενιάς του ‘60;

Μ.Μ.: Βέβαια. Αλλαξε όμως  η πορεία της γενιάς, επειδή ορισμένοι έπεσαν με τα μούτρα στον επαγγελματισμό, μετά το '70.