www.artnews.gr

Δευτέρα, 29. Μάιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΜΟΥΣΕΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ «Για την τέχνη, το συναίσθημα είναι ζωτικής σημασίας, ενώ στις επιχειρήσεις θεωρείται ύποπτο»

«Για την τέχνη, το συναίσθημα είναι ζωτικής σημασίας, ενώ στις επιχειρήσεις θεωρείται ύποπτο»

E-mail Εκτύπωση PDF
giatintexnifrancoisPinault

Ο δισεκατομμυριούχος συλλέκτης François Pinault μας παραχώρησε μια σπάνια ακρόαση στη νέα του γκαλερί

Του Richard Brooks

Ο François Pinault κάθεται και πίνει τον καφέ του στην καφετέρια της νέας του γκαλερί, στην Πούντα ντέλα Ντογκάνα (Punta della Dogana), στη Βενετία. Κανένας, πραγματικά, δεν τον αντιλαμβάνεται. Είναι ένας μικρόσωμος, κομψός, ανεπιτήδευτος άνδρας 72 ετών. Έτσι του αρέσει: προτιμά να είναι κάποιος σχετικά άγνωστος – τουλάχιστον για τον περισσότερο κόσμο. Ενώ πίνει τον καφέ του και με συχνές διακοπές από το κινητό του τηλέφωνο, ο Pinault, συλλέκτης έργων τέχνης για περισσότερα από 40 χρόνια, αρχίζει να μας εξηγεί τη φιλοσοφία του. Λέει ότι του ανήκουν τουλάχιστον 2.000 έργα. «Είναι διπλάσια σε αριθμό από όσα ήταν πριν από μια δεκαετία», μας λέει. «Προσοχή, η ποιότητα και όχι η ποσότητα είναι σημαντική».

Ο Pinault περηφανεύεται ότι το πάθος του για την τέχνη δεν είναι πρόσκαιρο και δεν ακολουθεί το συρμό. «Μπορεί να μου αρέσει κάποιος παλιός, μεγάλος ζωγράφος, όπως ο Καναλέτο, ο οποίος, βέβαια, ζωγράφισε στη Βενετία, αλλά είναι το παρόν και το μέλλον που με ενδιαφέρουν πραγματικά. Δεν μπορούμε να επηρεάσουμε το παρελθόν κι έτσι δεν μπορώ να συζητήσω με καλλιτέχνες του παρελθόντος. Γι’ αυτό μου αρέσει να αγοράζω σύγχρονη τέχνη. Σημαίνει ότι μπορώ να μιλήσω και να έχω μια σχέση με αυτούς τους καλλιτέχνες». Συλλέγει εκλεκτικά – είτε Koons, Murakami, Fischli, Weiss και Richter, είτε Βρετανούς όπως ο Hirst, οι αδελφοί Chapman και οι Sarah Lucas, Rachel Whiteread, Richard Hughes, ο τελευταίος είναι σχετικά άγνωστος. Όλοι βρίσκονται στο νέο του μουσείο, στην Πούντα ντέλα Ντογκάνα. Τα αποκτήματα από τον Hughes – μόλις αγόρασε 10 έργα – είναι μια τυπική προσέγγιση του Pinault. «Αγόρασα μερικά απλώς γιατί μου άρεσαν». Αν και ο 35χρονος Βρετανός καλλιτέχνης, ο οποίος δουλεύει με ψευδαισθητικά γλυπτά, ήταν υποψήφιος για το βραβείο Beck’s Futures και η Tate έχει κάποια έργα του, δεν είναι ακόμα ευρέως αναγνωρισμένος.

Ο Pinault θα επωφεληθεί από την επιχειρηματική του αυτοκρατορία, που διαχειρίζεται από τον οίκο δημοπρασιών Christie’s έως τον Yves St Laurent και από το χειμερινό θέρετρο του Βέιλ στις Ηνωμένες Πολιτείες ως τα κρασιά του Château Latour, για να ταξιδεύει στον κόσμο, να βλέπει έργα τέχνης κι έπειτα να αγοράζει. «Ποτέ δεν με απασχόλησε το διαβατήριο του καλλιτέχνη. Αποκτώ έργα από όλο τον κόσμο. Πρόσφατα ήμουν στην Κίνα και στη Νότια Αμερική. Ενδιαφέρομαι, επίσης, για ό,τι έρχεται από το Ιράν και το Ιράκ αν και δεν έχω επισκεφθεί ακόμα αυτές τις δύο χώρες».

Η κύρια κατοικία του βρίσκεται στο Παρίσι, αλλά κάθε δύο εβδομάδες πηγαίνει στο Λονδίνο, συνήθως για υποθέσεις που αφορούν τον οίκο Christie’s, τον οποίο αγόρασε πριν 12 χρόνια. Περνάει τον ελεύθερο χρόνο του στην αγγλική πρωτεύουσα, περιδιαβαίνοντας στις γκαλερί, αλλά όχι στις γνωστές, γύρω από την οδό Cork. Συνήθως επισκέπτεται εκείνες που βρίσκονται στις λιγότερο φανταχτερές γειτονιές, στις ανατολικές συνοικίες του Bethnal Green και του Hoxton. Εκεί το προσωπικό των γκαλερί δεν θα ήξερε ούτε ποιος ήταν. «Μου αρέσει να είμαι ανώνυμος», μας λέει. «Απλώς να τριγυρίζω. Δεν έχω κατασκόπους, καθώς μου αρέσει να βλέπω εγώ ο ίδιος».

Ο Pinault ξεκίνησε να συλλέγει έργα τέχνης περίπου την ίδια εποχή που ξεκινούσε την επιχειρηματική του δραστηριότητα – αρχικά μια εταιρεία ξυλείας στη Βρετάνη, όπου διαδέχθηκε τον πατέρα του. Τα πρώτα του αποκτήματα ήταν από τη σχολή της Pont Aven, όπως έργα του Paul Sérusier, ενός φίλου του Γκωγκέν, και μετά ένας Μοντριάν, που ήταν το πρώτο μεγάλο έργο που αγόρασε.

Βλέπει τον εαυτό του ως αγοραστή και όχι ως έμπορο. Όταν είπα ότι ο Charles Saatchi επικρίνεται συχνά γιατί περισσότερο διακινεί έργα τέχνης, πάντα αγοράζει και πουλάει, παρά κάνει μακροπρόθεσμη συλλογή, ο Pinault αρνήθηκε, διπλωματικά, να παρασυρθεί. «Δεν θέλω να κρίνω τον Charles Saatchi».

Στην πραγματικότητα, ο Pinault, του οποίου ο γιος, François-Henri, είναι τώρα ο διευθύνων σύμβουλος της κύριας εταιρείας PPR, πουλάει πολύ σπάνια. «Άφησα έναν Μοντριάν αρκετά πρόσφατα. Λίγο λυπηρό αλλά, κοίτα, δεν μπορώ να τυπώσω χρήματα, έτσι πρέπει να πουλάω περιστασιακά. Υπάρχει ένα συγκεκριμένο ποσό. Αλλά ποτέ δεν πουλάω σύγχρονη τέχνη».

Είναι η σύγχρονη τέχνη που ενθουσιάζει τον Pinault και η σχέση με αυτούς τους καλλιτέχνες, που τον συναρπάζει. Αναφέρει τον Koons, τον Rudolf Stingel, την Kristin Baker, την 34χρονη νεοϋορκέζα ποπ καλλιτέχνη, όπως και τους Fischli και Weiss, σαν ξεχωριστούς φίλους, με τους οποίους του αρέσει να συνομιλεί. «Περιστασιακά, θα αναθέσω και κάποια έργα, αλλά κυρίως αγοράζω». Σίγουρα ο Pinault γνωρίζει πολύ καλά ότι αν αγοράσει κάποιον σχετικά άγνωστο καλλιτέχνη, η φήμη και η αξία του θα ανέβει. Διασκέδασε το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του Ιουνίου, όταν άνοιξε η νέα του γκαλερί στη Βενετία, κάποιοι τολμηροί «άγνωστοι» κρέμασαν ένα πανό απέναντι από την Ντογκάνα που έγραφε: «Σας παρακαλώ, αγοράστε το έργο μου κύριε Pinault». Τον διασκέδασε γιατί έδειχνε τολμηρό πνεύμα. «Στη ζωή ενός επιχειρηματία, το να παίρνει ρίσκα είναι πανταχού παρόν», μας εξηγεί. «Εκτός από την περίπτωση της τέχνης, που το συναίσθημα είναι ζωτικής σημασίας, στις επιχειρήσεις θεωρείται, γενικά, ύποπτο. Επιπλέον, ένας συλλέκτης τέχνης αποφασίζει κάτι ελεύθερα για τον εαυτό του». Τέτοια πολυτέλεια δεν παρέχεται συνήθως στον επιχειρηματία, που λογοδοτεί σε ένα συμβούλιο και σε μετόχους. Όμως, όταν αγοράζει τέχνη πρόκειται για τα δικά του χρήματα και είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος. Κάνει τις δικές του επιλογές, αν και τον συμβουλεύει και η Αμερικανίδα επιμελήτρια Alison Gingeras, η οποία είχε ενεργό ρόλο στην εγκατάσταση των έργων τέχνης στη Ντογκάνα και ωθεί, ίσως υπερβολικά, τον Pinault προς νεώτερους, λιγότερο γνωστούς καλλιτέχνες.

Αυτό το περιπετειώδες πνεύμα συλλογής βρίσκεται σε μεγάλη αντίφαση με το φυσικό συντηρητισμό του Pinault, όταν πρόκειται, βέβαια, για τις κοινωνικές του σχέσεις. Και παρόλο που έχει πολλούς επιφανείς φίλους, περισσότερους τώρα μέσα από τον πιο εξωστρεφή γιο του, ο οποίος είναι παντρεμένος με την ηθοποιό Σάλμα Χάγιεκ, δεν αρέσκεται ιδιαίτερα να πηγαίνει σε πάρτυ, προτιμώντας τις ενός προς ένα συζητήσεις. Ο Pinault, δημόσια τουλάχιστον, σπανίως δηλώνει ότι αναπόφευκτα επηρεάζει και την επιχειρηματική του δραστηριότητα και τη συλλογή τέχνης του. Αυτός και ο Tom Ford φιλονίκησαν τρία χρόνια αφότου ο Pinault αγόρασε την εταιρεία ειδών πολυτελείας Gucci. Ο Ford έφυγε, αλλά ο Pinault δεν θα τον κατακρίνει ανοιχτά.

Η ιδιοκτησία του οίκου Christie’s είχε τα θετικά και τα αρνητικά της – τα θετικά είναι τα πολλά χρόνια κερδοφορίας από τη ραγδαία αναπτυσσόμενη αγορά τέχνης από το 2002 έως το 2007 και τα αρνητικά περιλαμβάνουν το μεγάλο σκάνδαλο για τη συμφωνία σχετικά με τον καθορισμό της προμήθειας στις δημοπρασίες που έκανε με τον οίκο Sotheby’s, ο οποίος έγινε δημόσιος το 2000, μόλις δύο χρόνια μετά την αγορά του Christie’s από τον Pinault. Πρόσφατα η αγορά των δημοπρασιών πήρε κατιούσα πορεία εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης. Ωστόσο, ο Pinault αντιμετωπίζει με γενναιότητα τις επιχειρήσεις στον οίκο Christie’s και στην αγορά τέχνης. «Οι απάτες γύρω από την αγορά της τέχνης και οι ασυνήθιστα μεγάλες πωλήσεις τελείωσαν. Διορθώθηκε η αγορά διότι οι μάνατζερ των κερδοσκοπικών κεφαλαίων βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Είχαν τεχνητά δημιουργήσει μια αγορά. Εν μέρει, το “φούσκωμα” στην αγορά της τέχνης τα τελευταία χρόνια τροφοδοτήθηκε από εκείνους που εγώ αποκαλώ νέους συλλέκτες, που θεωρούν την τέχνη κατά κύριο λόγο ως μια επένδυση παρά ως ένα αληθινό πάθος. Τώρα, οι αληθινοί συλλέκτες επέστρεψαν». Όπως ο Pinault; «Ναι, η ύφεση μπορεί να είναι μία καλή εποχή για αγορές. Υπάρχει λιγότερη κερδοσκοπία τώρα. Είναι πιο υγιής». Αλλά ποιος μιλάει; Η φωνή του συλλέκτη ή του κατόχου του οίκου Christie’s;

 

Επιμέλεια: Έλια Νικητοπούλου