www.artnews.gr

Πέμπτη, 27. Απρίλιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΜΟΥΣΕΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ Η Συλλογή της Εθνικής Τράπεζας σε έξι μουσειακούς χώρους της Θεσσαλονίκης

Η Συλλογή της Εθνικής Τράπεζας σε έξι μουσειακούς χώρους της Θεσσαλονίκης

E-mail Εκτύπωση PDF
isillogiAlekosKontop

Συνέντευξη με την επιμελήτρια της έκθεσης, Όλγα Μεντζαφού 

«Η ανάγκη δημοσιοποίησης των συλλογών νεοελληνικής τέχνης των μεγάλων δημόσιων ή ιδιωτικών οργανισμών και ιδρυμάτων αλλά και ιδιωτών συλλεκτών, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί αφού οι συλλογές αυτές, μαζί με εκείνες της Εθνικής Πινακοθήκης, δίνουν τη δυνατότητα να οριοθετηθεί το ξεκίνημα της καλλιτεχνικής δημιουργίας στη νεότερη Ελλάδα και να διαγραφεί η εξελικτική της πορεία», μας λέει η κ. Όλγα Μεντζαφού, διευθύντρια Συλλογών και Μουσειολογικού Προγραμματισμού της Εθνικής Πινακοθήκης και επιμελήτρια της Συλλογής της Εθνικής Τράπεζας από το 2004, με την ευκαιρία της παρουσίασης της Συλλογής στη Θεσσαλονίκη.

Από το 1980 μέχρι το 2003, τη θέση της επιμελήτριας της Συλλογής κατείχε η κ. Ντόρα Ηλιοπούλου-Ρογκάν.

Διακόσια περίπου έργα παρουσιάστηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη από τις 4 Δεκεμβρίου 2008 έως τις 22 Μαρτίου 2009. Στα μέσα Φεβρουαρίου του 2010 και για τρεις μήνες, επιλογή έργων της Συλλογής, η οποία αριθμεί 2500 πίνακες, γλυπτά και χαρακτικά, θα παρουσιασθεί στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης  και, συμμετέχοντας στο δίκτυο των  Μουσείων της Θεσσαλονίκης, έργα θα παρουσιασθούν επίσης στο Τελλόγλειο Ίδρυμα, στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, στο Αρχαιολογικό Μουσείο, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης.

Η δημιουργία και ανάπτυξη της Συλλογής της Εθνικής Τράπεζας, που συμπληρώνει 170 χρόνια λειτουργίας, συνδέεται με την πολιτική ζωή και τις ιστορικές εξελίξεις που αφορούν τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, καθώς και με την προσωπικότητα του εκάστοτε διοικητή της και την ενασχόλησή του με την τέχνη. 

Οι διοικητές και η Συλλογή

Από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας και επί διοικήσεως του Γεωργίου Σταύρου, διαπιστώνεται η παρέμβασή της σε θέματα κοινωνικά και πολιτιστικά. «Οι αμέσως επόμενοι διοικητές, ο Μάρκος Ρενιέρης και ο Παύλος Καλλιγάς, για να αποδώσουν τιμή στις εξέχουσες προσωπικότητες που συνέβαλαν στην ίδρυση και ανάπτυξη της Τράπεζας, τους Γεώργιο Σταύρο και Ιωάννη Γαβριήλ Εϋνάρδο, παραγγέλλουν τις προτομές τους στους επιφανείς γλύπτες της εποχής», λέει η κ. Μεντζαφού. «Αυτή η συνήθεια, το να γίνεται παραγγελία σ’ ένα γνωστό καλλιτέχνη να φιλοτεχνήσει την προσωπογραφία κάθε αποχωρούντος διοικητή, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η πιο πρόσφατη προσωπογραφία είναι του διοικητή Θεόδωρου Καρατζά, που φιλοτεχνήθηκε από τον Γεώργιο Ρόρρη».

Καλλιτέχνες των μέσων και του τέλους του 19ου αιώνα, όπως οι γλύπτες Ιωάννης Κόσσος, Λάζαρος και Γεώργιος Φυτάλης, Γεώργιος Βρούτος, φιλοτεχνούν τις μαρμάρινες προτομές του ιδρυτή της Τράπεζας Γεωργίου Σταύρου, του Ελβετού τραπεζίτη Ιωάννη Γαβριήλ Εϋνάρδου, που συνέβαλε στην ίδρυση της Τράπεζας ή του διοικητή  Παύλου Καλλιγά, ενώ ο ζωγράφος Νικηφόρος Λύτρας φιλοτεχνεί τις προσωπογραφίες των Γεωργίου Σταύρου, Μάρκου Ρενιέρη και Παύλου Καλλιγά. Αργότερα, ο Γεώργιος Ιακωβίδης αναλαμβάνει να φιλοτεχνήσει τις προσωπογραφίες των διοικητών Στεφάνου Στρέιτ, Αλεξάνδρου Ζαΐμη, Ιωάννη Βαλαωρίτη και Γεωργίου Χριστάκη Ζωγράφου, αναφέρει στον κατάλογο της έκθεσης η κ. Μεντζαφού, η οποία και τον επιμελήθηκε.

Πολιτιστική πολιτική

«Οι πρώτοι διοικητές της Τράπεζας καθόρισαν το στίγμα της ως προς την πολιτιστική της πολιτική. Στήριξαν διάφορα, καθαρώς πολιτιστικού ενδιαφέροντος, γεγονότα»,  προσθέτει η επιμελήτρια. «Χρηματοδότησαν την ανέγερση του Εθνικού Θεάτρου, βοήθησαν στην οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, συνέβαλαν στη δημιουργία πλατειών προσφέροντας χώρους και χρηματοδότησαν την αγιογράφηση εκκλησιών, στήριξαν τους πρόσφυγες. Η πολιτική τους αναδείκνυε τη δύναμη και τον πλούτο ενός ισχυρού θεσμού, που έβλεπε τα προβλήματα και τις προσπάθειες ανόρθωσης της Ελλάδος και ήθελε να συμβάλει στη λύση τους οικονομικά, αλλά και ενισχύοντας την αυτοπεποίθηση του λαού με έργα πολιτισμού και ανάπτυξης».

Εκείνος που ουσιαστικά εισήγαγε τις εικαστικές τέχνες στην Εθνική Τράπεζα και κατανόησε το ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν προς όφελος της κοινωνίας, αλλά και αύξησης του κύρους της Τράπεζας, είναι ο διοικητής Στέφανος Στρέιτ (1896-1910).

«Η τέχνη, επί διοικήσεώς του, έρχεται να παίξει», συνεχίζει η κ. Μεντζαφού, «καθαρά ένα ρόλο ιδεολογικό και συγχρόνως λειτουργικό. Η ανασυγκρότηση των χώρων της Τράπεζας με τη δημιουργία ενός ενοποιημένου μεγαλοπρεπούς κτηρίου και η πρόσκληση σε καλλιτέχνες να φιλοτεχνήσουν έργα τέχνης για τη διακόσμησή του, επικυρώνουν την ισχύ της, που συνδυάζει οικονομική υπεροχή και ευρωπαϊκή κουλτούρα, συμβάλλοντας στην αναγέννηση του Έθνους.

Στρέιτ

Το 1901, με εντολή του Στρέιτ, μεταβαίνει στο Μόναχο ο ζωγράφος  Νικόλαος Φερεκείδης για να αντιγράψει τις μεγάλες συνθέσεις του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess, με θέματα την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο και του Όθωνα στην Αθήνα, έργα που κοσμούν σήμερα το κεντρικό της  κατάστημα. Επίσης, ο Στρέιτ φαίνεται ότι παρήγγειλε στον Νικηφόρο Λύτρα την εμβληματική προσωπογραφία του βασιλιά Όθωνα. Οι μνημειακές διαστάσεις αυτών των έργων και το ιστοριογραφικό τους περιεχόμενο επιβεβαιώνουν τον ιδεολογικό ρόλο, που καλούνται να παίξουν οι θεσμοί κύρους και ανάπτυξης στη συγκρότηση εθνικής συλλογικής συνείδησης και ενίσχυσης του αισθήματος ασφαλείας των πολιτών.  Και άλλες επιλογές του Στρέιτ υπηρετούν το αίτημα για  ενδυνάμωση της εθνικής ταυτότητας και ενίσχυσης της επιβεβαίωσης της συνέχειας του ελληνικού πολιτισμού. Στο ανακαινισμένο κτήριο ζητάει να δημιουργηθεί μια αίθουσα με αντίγραφα των μινωικών τοιχογραφιών, τα οποία μόλις είχαν έλθει στο φως από τις ανασκαφές του Έβανς». 

Η ιστορική συνέχεια της Συλλογής

Η συλλογή αρχίζει με τη Σχολή του Μονάχου, με έργα των σημαντικότερων εκπροσώπων της, Νικηφόρου Λύτρα, Νικολάου Γύζη, Νικολάου Βώκου, Κωνσταντίνου Βολανάκη, Γεωργίου Ιακωβίδη κ.ά. Ακολουθεί η γενιά των αρχών του αιώνα, με την Ομάδα Τέχνης, που ιδρύθηκε το 1917, με έργα καλλιτεχνών όπως του Κωνσταντίνου Παρθένη, του Κωνσταντίνου Μαλέα, του Λυκούργου Κογεβίνα, του Περικλή Βυζάντιου, οι οποίοι ενστερνίστηκαν τα διδάγματα των μεταϊμπρεσιονιστών ζωγράφων του Παρισιού, χωρίς να λείπουν και έργα των αρχών του 20ού αιώνα, με περισσότερο υπαιθριστικό χαρακτήρα. 

Μοντερνισμός

«Ο μοντερνισμός στην Ελλάδα αρχίζει με την Ομάδα Τέχνης, η οποία δέχεται τις επιρροές των ιμπρεσιονιστικών και μεταϊμπρεσιονιστικών κινημάτων από το Παρίσι, όπου μετέβησαν για σπουδές οι Έλληνες καλλιτέχνες, σηματοδοτώντας έτσι την απελευθέρωσή τους από την Ακαδημία του Μονάχου», τονίζει η κ. Μεντζαφού. «Η στροφή των καλλιτεχνών προς τη σύγχρονη πραγματικότητα και η συνειδητοποίηση από μέρους τους ότι η ελεύθερη έκφραση, πέρα από κάθε φορμαλισμό που καταδυναστεύει και υποδουλώνει, είναι αναφαίρετο δικαίωμά τους, οδήγησαν τα βήματά τους σε χώρες στις οποίες η αμφισβήτηση, ο πειραματισμός, η δοκιμή, η αποδοχή εν τέλει της ατομικής συνείδησης και του δικαιώματος στην αλλαγή όχι μόνο αποτελούσαν αρχές αποδεκτές από όλους, αλλά και τις μετέτρεπαν προκλητικά, θα έλεγε κανείς, σε πεδίο σύγκρουσης και αναμέτρησης. Έτσι, στην αρχή του 20ού αιώνα, η Ακαδημία του Μονάχου δεν ήταν πια η αυτονόητη κατάληξη για τη συνέχιση των σπουδών των νεαρών καλλιτεχνών, που αποφοιτούσαν από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, αφού η αναζήτηση τους οδηγούσε σ’ εκείνο το κέντρο -το Παρίσι- στο οποίο, μέσα από τις γόνιμες ζυμώσεις και ανακατατάξεις, θα είχαν τη δυνατότητα να νιώσουν ελεύθεροι και αποδεσμευμένοι.

Οι Έλληνες καλλιτέχνες που πήγαν στο Παρίσι, αναζητούσαν την ελευθερία στην έκφραση και γι' αυτό κάνουν τις πραγματικές τους σπουδές στις ελεύθερες Ακαδημίες. Αλλά και το γενικότερο πολιτικό κλίμα τους βοηθούσε. Ήταν η εποχή που ο Βενιζέλος επιχειρούσε τον εκσυγχρονισμό του κράτους σε πολλούς τομείς και ιδιαίτερα στην Παιδεία. 

Ομάδα Τέχνης

Με την Ομάδα Τέχνης, οι καλλιτέχνες συσπειρώνονται και εκθέτουν μαζί, αλλά δεν ακολουθούν την ίδια αισθητική αντίληψη, ο καθένας ακολουθεί το δρόμο του και αυτό είναι μια απόδειξη του πόσο πίστευαν στην ελευθερία της έκφρασης. Στη συλλογή υπάρχουν, επίσης, έργα του Γαλάνη, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της νεοελληνικής τέχνης, αφού υπήρξε σημείο αναφοράς πολλών καλλιτεχνών που πήγαν στο Παρίσι. Η γέννηση του μοντερνισμού στην Ελλάδα απεικονίζεται μέσα από τη Συλλογή θαυμάσια».

Η γενιά του Τριάντα, που καθιερώνει το μοντερνισμό στην Ελλάδα, αντιπροσωπεύεται στη Συλλογή με έργα των κυρίων εκπροσώπων της, των Γιάννη Τσαρούχη, Γιάννη Μόραλη, Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, Νίκου Νικολάου, Νίκου Εγγονόπουλου κ.ά. Η Συλλογή συνεχίζει με καλλιτέχνες της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, της γενιάς του '60 και φτάνει στις νεώτερες γενιές μέχρι σήμερα. Η μεγάλη παρέμβαση του αείμνηστου Θεόδωρου Καρατζά στον αστικό ιστό της Αθήνας, με την υλοποίηση ενός ευρέως προγράμματος εκσυγχρονισμού παλαιότερων κτηρίων ή ανοικοδόμησης υπερσύγχρονων μονάδων, οδήγησε στην ανάγκη απόκτησης νέων έργων για τη διακόσμησή τους. Με δική του απόφαση αγοράστηκαν έργα από νεώτερους καλλιτέχνες, στηρίζοντας παράλληλα τη σύγχρονη δημιουργία. Τα έργα της Συλλογής προέρχονται από αγορές, κληροδοτήματα και δωρεές. 

Εμπλουτισμός της Συλλογής

«Ο κ. Αράπογλου ήταν ιδιαίτερα αυστηρός σε θέματα διαφάνειας, γι’ αυτό οι τελευταίες αγορές έγιναν από δημοπρασίες. Σήμερα που ο μουσειακός χαρακτήρας της συλλογής είναι βεβαιωμένος, έχει διαφοροποιηθεί και ο τρόπος αντιμετώπισής της. Βασικό κριτήριο εμπλουτισμού της, από το 2004, δεν ήταν μόνο ο διακοσμητικός χαρακτήρας της, αλλά προπαντός η συνειδητή επιλογή έργων που καλύπτουν κενά είτε συγκεκριμένων δημιουργών, είτε καλλιτεχνικών ρευμάτων, είτε ορισμένων εποχών, ώστε η συλλογή να αποκτήσει όσο το δυνατόν ιστορική πληρότητα. Παράλληλα, κύριο μέλημα είναι η εξαιρετική καλλιτεχνική και αισθητική ποιότητα των έργων, με αποτέλεσμα τα έργα να είναι πραγματικά μοναδικά αποκτήματα. Εφαρμόζοντας αυτή την πρακτική, όχι μόνο προστίθενται στη Συλλογή της αριστουργήματα, αλλά συγχρόνως η Τράπεζα συμβάλλει αποτελεσματικά στη διάσωση και τη διάδοση της νεότερης ελληνικής τέχνης, η οποία αποτελεί βασικό κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Αντιμετωπίζοντας τη Συλλογή με τις σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις, έχει αρχίσει η επιστημονική καταγραφή και τεκμηρίωσή της με τις δυνατότητες που προσφέρει η ψηφιακή τεχνολογία, με στόχο την απόδοσή της στο κοινωνικό σύνολο, την επιστημονική κοινότητα και το φιλότεχνο κοινό. Πιστεύοντας στο εκπαιδευτικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Εθνική Τράπεζα στα πολιτιστικά δρώμενα του τόπου μας μέσω της συλλογής της, προγραμματίζει εκθέσεις, εκδόσεις, ενισχύει εκπαιδευτικά προγράμματα», τονίζει η κ. Μεντζαφού. 

Η δομή της έκθεσης

Η ιδέα ήταν αρχικά να παρουσιαστεί η έκθεση στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης. Το δίκτυο μουσείων, όμως, που λειτουργεί στην πόλη υπήρξε πραγματικά μια πρόκληση για την επιμελήτρια της έκθεσης κ. Μεντζαφού, που την οδήγησε στην ανάπτυξη  της έκθεσης και στα πέντε μουσεία του δικτύου και στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας-παράρτημα Θεσσαλονίκης, σε ένα διάλογο με τα εκθέματά τους ή το χαρακτήρα του κάθε Μουσείου. Μ’ αυτόν τον τρόπο η επιμελήτρια μας δίνει αναλυτικά το πλάνο της:

«Ο κύριος κορμός της Συλλογής θα παρουσιασθεί στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Η έκθεση αρχίζει με τα έργα των πρώτων χρόνων της δημιουργίας της συλλογής, στα μέσα του 19ου αιώνα και καταλήγει στους καλλιτέχνες που γεννήθηκαν πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 βρίσκονταν ήδη σε ακμή. Οι μεταπολεμικοί καλλιτέχνες, οι οποίοι αντιπροσωπεύονται σημαντικά στη συλλογή, πιστεύουμε ότι θα παρουσιασθούν μελλοντικά, σε μια δεύτερη έκθεση.

Στο αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης θα εκτεθούν έργα σύγχρονης γλυπτικής, που καταδεικνύουν πώς ο αρχαίος κόσμος, χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια συγκεκριμένη μορφή, αλλά ως πνεύμα και ιδέα προσφέρει άπειρες δυνατότητες ενσάρκωσης του νέου και πρωτοποριακού, για κάθε εποχή, στοιχείου.

Στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, παράλληλα με την ενότητα του Μουσείου που είναι αφιερωμένη στη βυζαντινή πόλη, εκτίθενται έργα της γενιάς του '30 με θέμα την πόλη. Μέσα από τη συγκεκριμένη θεματογραφία αναδεικνύεται, νομίζω, ο τρόπος που η γενιά του '30 πέτυχε, αφομοιώνοντας κυρίως κανόνες της βυζαντινής ή της λαϊκής παράδοσης, να αναπλάσει το ιστορικό υλικό και να το μεταμορφώσει σε δημιουργίες, στις οποίες ανιχνεύονται αρχές και ερμηνείες της μοντέρνας ζωγραφικής.

Στο Τελλόγλειο, έχοντας υπόψιν τη βασική Συλλογή του Ιδρύματος, θα εκτεθούν τριάντα έργα του ελληνικού υπαιθρισμού. Πρόκειται για μια τοπιογραφία ενταγμένη στο αίτημα των αρχών του 20ού αιώνα για μια στροφή στην απεικόνιση της ελληνικής φύσης, με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που της δίνει το πλούσιο φως και η διαύγεια της ατμόσφαιράς της.

Στο Μορφωτικό Ίδρυμα, που είναι θεσμός της Τράπεζας και διαθέτει ένα παλαιό κτήριο, θα εκτεθούν οι προσωπογραφίες των διοικητών, που φιλοτεχνήθηκαν στο πέρασμα των 170 χρόνων από την ίδρυση της Τράπεζας, καθώς και οι προτομές των αδελφών Φυτάλη, του Ιωάννη Κόσσου και του Γεωργίου Βρούτου.

Επίσης, θα εκτεθεί και ένα μικρό μέρος των χαρακτικών της Συλλογής, με προσωπογραφίες ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών από την πλούσια συλλογή χαρακτικής που διαθέτει η Τράπεζα.

Στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης θα παρουσιασθεί ένα βίντεο, που παραγγείλαμε στον εικαστικό Άγγελο Σκούρτη. Αυτό παρουσιάζει τους χώρους και τα διάφορα κτήρια της Τράπεζας, που έχουν ενταγμένα έργα τέχνης, σε μια αγαστή συνεργασία καλλιτεχνικής δημιουργίας και αρχιτεκτονικής. Σε αυτό το βίντεο περιλαμβάνονται και τα δύο έργα του Γιάννη Μόραλη, που βρίσκονται στο ξενοδοχείο Αστήρ της Βουλιαγμένης, κεραμικές συνθέσεις επτά και πέντε μέτρων,  τα οποία όταν ανακαινιζόταν το ξενοδοχείο είχαν καθαιρεθεί. Με εντολή του κ. Αράπογλου, τα έργα συντηρήθηκαν και επανατοποθετήθηκαν στην αρχική τους θέση. Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι το πρόγραμμα παρουσίασης της συλλογής στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε εδώ και ένα χρόνο.

Η νέα διοίκηση της Τράπεζας, με τον κ. Ράπανο επικεφαλής, αποδέχθηκε την πρόταση και υποστηρίζει την έκθεση, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από το δίκτυο μουσείων της πόλης».