www.artnews.gr

Πέμπτη, 27. Απρίλιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ 150 χρόνια Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (1886-1916) Για «..την ανάπτυξιν έρωτος προς τας καλάς τέχνας»

150 χρόνια Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (1886-1916) Για «..την ανάπτυξιν έρωτος προς τας καλάς τέχνας»

E-mail Εκτύπωση PDF
eampf

Της Δήμητρας Κουντή

Ιδρύθηκε τον 19ο αιώνα, περίπου εκατό χρόνια μετά από την ίδρυση άλλων μεγάλων Ευρωπαϊκών Μουσείων, όπως του Λούβρου (1792) και του Βρετανικού (1753) με «σκοπόν την σπουδήν και διδασκαλίαν της αρχαιολογικής επιστήμης, την διάδοσιν αρχαιολογικών γνώσεων παρ΄ημίν και την ανάπτυξιν έρωτος προς τας καλάς τέχνας». Η ιστορία του ονομαζόμενου ως «Κεντρικόν», «Παντέχνειον», «Κρατικόν» και εν τέλει του «Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου», είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία του Νέου Ελληνικού Κράτους. Ιστορία που έχει να επιδείξει λαμπρές και σκοτεινές σελίδες που συνδέονται με τον διαφωτισμό και την ανεξαρτησία της Ελλάδας αλλά και με την επίδειξη και την αξιοποίηση των αρχαίων ως εθνικών συμβόλων.

Ήταν το 1829 όταν ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας, θέσπισε μέτρα για τον περιορισμό των λαθραίων εξαγωγών αρχαιοτήτων και ίδρυσε το Κρατικό Μουσείο Αρχαιοτήτων στην τότε πρωτεύουσα του Ελληνικού Κράτους την Αίγινα. Οι Έλληνες είχαν συνειδητοποιήσει πως ήταν καιρός να σταματήσει η διαχρονική απογύμνωση των αρχαίων ελληνικών ιερών (από τη ρωμαϊκή ακόμα εποχή έως και τον 19ο αιώνα) και να συγκροτηθούν στη θέση των ιδιωτικών, δημόσιες συλλογές αρχαιοτήτων. Για τη δημιουργία των πρώτων δημόσιων συλλογών ορίζεται το 1932 ως επιστάτης αρχαιοτήτων ο Κυριακός Πιττακής. Δύο χρόνια μετά το 1934, στον πρώτο αρχαιολογικό νόμο ορίζεται στο άρθρο 1 η ίδρυση και ανέγερση στην Αθήνα Κεντρικού Δημόσιου Μουσείου «..διά τας αρχαιότητας».

Από το 1834 έως στις 3 Οκτωβρίου 1886, που θα μπει ο θεμέλιος λίθος του Μουσείου (παρουσία του βασιλέως Γεωργίου), για πενήντα δύο δηλαδή χρόνια, το νέο μουσείο θα σχεδιαστεί από πολλούς αρχιτέκτονες. Ανάμεσά τους ο Γερμανός Αρχιτέκτονας Leon von Klenze θα τοποθετήσει το Μουσείο πάνω στον ιερό βράχο (σχέδια του 1834) και ακολούθως (το 1838) στον λόφο του Αγίου Αθανασίου στον Κεραμεικό. Ένας αρχιτεκτονικός διαγωνισμός (συμμετείχαν 14 αρχιτέκτονες) θα κηρυχθεί άγονος ενώ το 1865 θα εκδοθεί Προεδρικό Διάταγμα για την εφαρμογή των σχεδίων του L. Lange στον Αγ. Αθανάσιο Κεραμικού. Τελικά ο Α. Ρίζος Ραγκαβής, που θεωρούσε αδιανόητη την ανέγερση Μουσείου «εκτός πόλης», θα διαψευστεί και το Εθνικό Αρχαιολογικό θα χτιστεί στην Πατησίων μετά από δωρεές της οικογένειας από την Αγία Πετρούπολη των Δημητρίου και Νικολάου Μπερναρδάκη (προσέφεραν αντίστοιχα 200.000 δραχμές και 100.000 φράγκα) και της Ελένης Τοσίτσα, που δώρισε και το διπλανό στο «Σχολείο Τεχνών» ή Πολυτεχνείο οικόπεδο (62.056 τ. μ) ώστε «εις εν μέρος της πόλεως να συγκεντρωθώσι τα δύο ταύτα δια τας ωραίας τέχνας καταστήματα». Το 1878 θα λειτουργήσει η δυτική μόνο πτέρυγα του υπό ανέγερση Μουσείου και το 1886 θα τυπωθεί ο οδηγός του στα ελληνικά.

Το κτίριο θα ολοκληρωθεί το 1889, είκοσι τρία χρόνια μετά τη θεμελίωσή του με τροποποιήσεις των σχεδίων Lange από τον Ε. Τσίλλερ. «Τι συνέβη», αναρωτιέται η αρχαιολόγος του Μουσείου Αλεξάνδρα Χριστοπούλου, «και την έως τότε στασιμότητα ή και βραδύτητα ενεργειών διαδέχτηκε πυρετός οικοδομικών εργασιών («απεφασίσθη υπό της κυβερνήσεως η ως τάχιον αποπεράτωσις των οικοδομημάτων του, προσληφθέντος ως αρχιτέκτονος του κ. Ερνέστου Τσίλλερ»); Μέσα σε έναν χρόνο κατασκευάστηκαν η ανατολική και η κεντρική πτέρυγα, η νέα μνημειακή πρόσοψη και οι αίθουσες στα εσωτερικά αίθρια. Γιατί το 1888 η κυβέρνηση αποφάσισε ξαφνικά να τελειώσει την οικοδόμηση του Μουσείου, «ως τάχιον», εγκρίνοντας μάλιστα το τεράστιο ποσό των 800.000 δραχμών, και να το εγκαινιάσει τον αμέσως επόμενο χρόνο;» «Το 1889», απαντά η Α. Χριστοπούλου, «η Αθήνα βίωσε τους γάμους του διαδόχου Κωνσταντίνου με την πριγκίπισσα Σοφία, την αδελφή του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄. Τείνω να υποστηρίξω δηλαδή ότι η επίσημη μετονομασία του, η ταχύτατη περάτωση και η εγκαινίαση του Μουσείου το 1889 πρέπει να σχετίζονταν με τους βασιλικούς γάμους, για τους οποίους κατέφθασε στην Αθήνα πλήθος εστεμμένων».

Ένα ανάλογο για τον αιώνα μας γεγονός ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας του 2004. Το Μουσείο έκλεισε το 2002 (για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο) και μέσα σε 22 μόλις μήνες, επί διεύθυνσης Νίκου Καλτσά, ανακαινίσθηκε (είχε «πληγωθεί» και από τους σεισμούς), απέκτησε κλιματισμό και επανεκτέθηκαν σταδιακά οι συλλογές του (οι τελευταίες άνοιξαν για το κοινό το 2008), που είχαν συγκροτηθεί μεταπολεμικά (1947-1964) από τους Χρήστο και Σέμνη Καρούζου. Δυστυχώς δεν εγκρίθηκε η υπόγεια, κάτω από τον αύλειο χώρο του Εθνικού, επέκτασή του. Είθε το μέλλον να μας διαψεύσει και να επεκταθεί χωρίς να συνδεθεί με ένα ακόμα λαμπρό γεγονός..

Για τις σελίδες της ιστορίας του Εθνικού στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου (βομβαρδίστηκε τη σκοτεινή αυτή περίοδο) ο διευθυντής του Χρήστος Καρούζος ανέφερε χαρακτηριστικά το 1945 στα «Ελεύθερα Γράμματα»: «Το Μουσείο μας κατορθώσαμε και το γλυτώσαμε από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, που ζήτησαν πολλές φορές να το μεταχειριστούν, όχι όμως και από τους ‘Ελληνες ανθρωπιστές. Αυτοί το έκαμαν φυλακή και ιατρεία για δημόσιες γυναίκες». Πράγματι το Εθνικό παρά τις επίμονες προσπάθειες των Γερμανών δεν άνοιξε, ούτε ξεθάφτηκαν τα φυλαγμένα στα υπόγεια και κάτω από τα δάπεδα αρχαία, «προκειμένου να ελέγξουν την  κατάστασή τους». Άλλα εκθέματα ξεθάφτηκαν με τη βία, όπως των Δελφών ή του μουσείου του Κεραμεικού, «που το επιδείκνυαν στα στρατεύματά τους ως έργο Γερμανικό» (Β. Χ. Πετράκος «Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο).

Αναδημοσίευση από "Τα Νέα Της Τέχνης" Νο 226