www.artnews.gr

Τρίτη, 25. Απρίλιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΙΤΕΧΝΕΣ Τα Εξάρχεια στο μουσείο

Τα Εξάρχεια στο μουσείο

grmous

της Αννίτας Αποστολάκη

Graffiti σε αρχαιολογικό μουσείο; Στην Ελλάδα; Και όμως! Η αναγγελία της έκθεσης «Τετράδια των δρόμων. Τα συνθήματα και τα graffiti των Εξαρχείων» στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Πάτρας, στα πλαίσια του δεύτερου φεστιβάλ ArtWalk μας εξέπληξε ευχάριστα, δεδομένου ότι γενικά υπάρχει έντονος σκεπτικισμός στη χώρα για τη θέση της σύγχρονης τέχνης σε αρχαιολογικά μουσεία. H θέρμη με την οποία αγκαλιάστηκε το εγχείρημα μας οδήγησε στο να συζητήσουμε με τους συντελεστές την έκθεσης: την επιμελήτρια και θεωρητικό της τέχνης δρ. Σοφία Μπουράτση, το φωτογράφο Τάκη Σπυρόπουλο, που φωτογραφίζει από το 2008 τα graffiti στους δρόμους των Εξαρχείων καιτον εικαστικό Serge Ecker από το Λουξεμβούργο, που συμμετέχει στην έκθεση με το έργο βασανίζομαι, μια μεταφορά σε νέον του γνωστού graffiti, για τη σύλληψη της έκθεσης και για τη σημασία που έχουν αποκτήσει με την κρίση τα graffiti στην Αθήνα, η οποία έχει χαρακτηριστεί από το διεθνή Τύπο ως η νέα πρωτεύουσα της street art.

- Πώς ξεκίνησε αυτό το τόσο ενδιαφέρον εγχείρημα;

Σοφία Μπουράτση: Αποφασίσαμε να κάνουμε την έκθεση αυτή στα πλαίσια του φεστιβάλ ArtWalk στην Πάτρα, ως προλεγόμενα του φεστιβάλ re-culture, που θα διοργανωθεί και αυτό στην Πάτρα το φθινόπωρο, ύστερα από πρόσκληση του καλλιτεχνικού διευθυντή τους, Θανάση Μουτσόπουλου, ο οποίος ενδιαφέρεται για το ερώτημα Τέχνης-Μη Τέχνης.  Θεωρήσαμε ότι θα ήταν ενδιαφέρον να κάνουμε κάτι το οποίο θα βρίσκεται στα όρια των δίπολων τέχνη/μη τέχνη, πολιτικού/μη πολιτικού και θα μπλέκει το μουσείο με το δρόμο. Επιπλέον, μας άρεσε η ιδέα του να φέρουμε τα Εξάρχεια στην Πάτρα. Γι’ αυτό επιλέξαμε να παρουσιάσουμε graffiti, τα οποία για πολλούς δε θεωρούνται τέχνη (και που ούτε εμείς παρουσιάζουμε σαν τέχνη), μέσα σε ένα μουσείο και έτσι, πήραμε άδεια από το ΕΚΑΣ και το Αρχαιολογικό Μουσείο Πάτρας.  Η αρχική ιδέα, φυσικά, ήταν να υπάρξει συνδυασμός των φωτογραφιών των δρόμων με τα αρχαία, αλλά αυτό θα έπαιρνε πάρα πολύ χρόνο για να δρομολογηθεί και δεν ήταν σίγουρο ότι θα γινόταν αποδεκτό.

- Από πότε άρχισες να ασχολείσαι με τα graffiti των Εξαρχείων;

Τάκης Σπυρόπουλος: Άρχισα να φωτογραφίζω τα συνθήματα και τα γκράφιτι των Εξαρχείων αμέσως μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, όταν η Αθήνα, συγκλονισμένη και σαστισμένη, αντέδρασε βίαια σε αυτή την πρωτόγνωρη, μετά την μεταπολίτευση, αστυνομική αυθαιρεσία. Τότε, όπως όλοι θα θυμόμαστε, η Αθήνα καιγόταν για μέρες και ιδιαίτερα στα Εξάρχεια η ατμόσφαιρα ήταν ιδιαίτερα τεταμμένη. Έτσι, αποφάσισα να ακολουθήσω τα γράμματα, τις λέξεις, ακόμα και τα σταξίματα στους τοίχους που εξέφραζαν όλη αυτήν την ατμόσφαιρα  της απογοήτευσης, της αγωνίας και της αντίδρασης, αλλά και την ελπίδα της δράσης που μπορεί να αλλάξει τα πράγματα.

Η φωτογράφιση δεν αποτέλεσε ποτέ αυτοσκοπό: ένιωσα την ανάγκη να το κάνω και μάλιστα ρίσκαρα αρκετά την περίοδο που τύπωσα το βιβλίο στις εκδόσεις “Ρακοσυλλέκτης”, τις οποίες δημιούργησα γι’ αυτόν το σκοπό, αφού κανένας εκδότης δεν ενδιαφερόταν να το αναλάβει τότε. Το βιβλίο “Χ-ΑΡΧΕΙΑ uncensored” έχει ήδη κάνει τον κύκλο του -η δεύτερη του έκδοση έχει εξαντληθεί και δε σκοπεύω να το ξανατυπώσω. Παραμένω, όμως, ένας ενεργός παρατηρητής όσων συμβαίνουν στην γειτονιά που εργάζομαι και αγάπησα, και είμαι και ‘γώ περίεργος να δώ πώς θα εξελιχθεί.

Σ.Μ.: Πριν τρία χρόνια, πριν έρθω στην Αθήνα, ήδη είχε αρχίσει να με γοητεύει και να με ανησυχεί συγχρόνως η παρακμή την Αθήνας και της χώρας, η ατμόσφαιρά της. Παραδόξως το να βρίσκεσαι εδώ, με όλα αυτά που συνέβησαν όταν ο κόσμος κατέβηκε στους δρόμους, είναι σα να βρίσκεσαι στο τέλος ενός κόσμου. Είναι όμορφα και άγρια συνάμα και όλο αυτό έχει εκφραστεί στους τοίχους των Εξαρχείων. Κυκλοφορείς, διαβάζεις τους τοίχους και νιώθεις τον παλμό της κατάστασης.

Η περίπτωση του Πολυτεχνείου, το οποίο δύο μήνες μετά την εκλογή της κυβέρνησης Τσίπρα μεταμορφώθηκε μέσα σε μία νύχτα σε ένα μαύρο συμβολικό μνημείο, είναι ίσως το πιο σοβαρό εικαστικό πράττειν των τελευταίων χρόνων στη χώρα μας. Το συζητήσαμε πολύ με τον Θανάση Μουτσόπουλο ο οποίος υποστηρίζει την ίδια άποψη. Ακολούθησε μία ολόκληρη συζήτηση στα μέσα, που οι περισσότεροι γνωρίζουμε. Πιστεύω ότι το Πολυτεχνείο ίσως να είναι το μοναδικό έργο «Τέχνης της Κρίσης», το μόνο έργο που εκφράζει την κρίση και έπρεπε να διατηρηθεί ως σύμβολο και ως ένα παράξενο μεν, μνημείο της. Ξεκίνησα, λοιπόν, να ερευνώ την έννοια του εφήμερου μνημείου-έργου στο δημόσιο χώρο και πώς αυτό καταγράφεται και μένει στη μνήμη, μελετώντας τα graffiti, τη street art και την ελληνική underground σκηνή, την οποία γνωρίζει πάρα πολύ καλά ο Μουτσόπουλος που με καθοδήγησε.

Όλη η ένταση και όλη η βία από τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου εκφράστηκε στους τοίχους. Με ενδιέφερε αυτή η αυθόρμητη, καθημερινή καταγραφή στους τοίχους, με την οποία οι καλλιτέχνες γίνονται περισσότερο πολίτες, αφήνοντας τις σκέψεις τους πάνω στα κτίρια, ενώ παράλληλα οι πολίτες μεταμορφώνονται σε καλλιτέχνες, καθώς μπορούν να εκφραστούν με αυτόν τον τρόπο και να γράψουν ένα «φτάνει πια» ή ένα «βολεύτηκα» στους στους τοίχους. Και είμαι σίγουρη ότι αν κάτι έχουμε να «μάθουμε από την Αθήνα», όπως το υποννοεί και ο τίτλος της επόμενης Documenta, είναι αυτό που βρίσκεται στους τοίχους της, το οποίο θα έπρεπε να διαβάσουν όλοι οι καλλιτέχνες που θα έρθουν να δημιουργήσουν εδώ.

- Πώς προέκυψε η επιλογή των συγκεκριμένων έργων γι’ αυτήν την έκθεση;

Τ.Σ.: Πρόσφατα η Σοφία Ελίζα Μπουράτση ανατάραξε κάπως τα κατασταλαγμένα σχετικά νερά του μυαλού μου και με προ(σ)κάλεσε να στήσουμε αυτή την έκθεση στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Πάτρας, συνεχίζοντας πιο ολοκληρωμένα την παρουσίαση των φωτογραφιών που είχα πρόχειρα πρωτοδείξει στην παρουσίαση του βιβλίου στο χώρο της Cheapart στα Εξάρχεια στις αρχές του ’13. Στην έκθεση ενσωματώθηκε και το νεότερο μέχρι τώρα υλικό που ούτως ή άλλως κατέγραφα.

Σ.Μ.: Ο Τάκης Σπυρόπουλος είναι ο άνθρωπος που από το 2009 κατάλαβε τη σημασία αυτής της δουλειάς φωτογραφικής καταγραφής. Το αρχείο αυτό που συνεχίζεται μέχρι σήμερα είναι ένας πραγματικός θησαυρός. Ο Σπυρόπουλος με το έργο του κάνει κάτι που μοιάζει με μια πρόωρη αρχαιολογία του παρόντος: είναι ένα αρχείο που αντανακλά την ψυχή αυτής της γειτονιάς, αλλά και ολόκληρης της πόλης και ίσως, αν θα μπορούσε να πει κανείς, ολόκληρης της χώρας.

Το βασανίζομαι του Serge Ecker έχει γίνει ένα είδος εθνικού ρητού. Είναι εξίσου σημαντικό κομμάτι της έκθεσης, γιατί πρόκειται για έναν Ευρωπαίο καλλιτέχνη που παίρνει μία λέξη από τους τοίχους της Ελλάδας και την μεταφράζει σε έργο τέχνης σε νέον. Φωτίζοντας, όμως, αυτό το «βασανίζομαι», το έργο μετατρέπεται σε ένα φάρο προς την Ευρώπη. Είναι ενδιαφέρον και κάπως συγκινητικό πώς κάτι που βρίσκεται στους δρόμους μεταπλάθεται σε έργο τέχνης. Επιπλέον, αυτήν τη στιγμή ο Serge εκπροσωπεί ως μέλος μίας ομάδας το Λουξεμβούργο στην Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας, οπότε είναι τιμή μας που συμμετείχε σε αυτήν την έκθεση.

Serge Ecker: Αυτό δεν έχει σημασία. Γενικά, για μένα, ο καλλιτέχνης δεν έχει σημασία: πρέπει να καταστρέψεις το εγώ σου για να μπορέσεις να δημιουργήσεις ένα καλό έργο τέχνης. Συνήθως πρόκειται για μια ιδέα που μου έρχεται με τη μία και, επειδή συχνά σκέφτομαι ότι δε γίνεται να είναι τόσο εύκολο, την επεξεργάζομαι μαζί με άλλες ιδέες, μέχρι να καταλήξω ότι η αρχική ήταν όντως η καλύτερη.

Το έργο βασανίζομαι προέκυψε όταν μου ζήτησε ο πρώην πρέσβης του Λουξεμβούργου στην Αθήνα να κάνω τα σκηνικά για μια παράσταση-βραδιά ανάγνωσης λογοτεχνικών και αναρχικών κειμένων στο Λουξεμβούργο, με τίτλο “Grexit”, η οποία έγινε στους ελεύθερους χώρους ενός μοναστηριού στο Λουξεμβούργο. Στην αρχή δεν ήξερα τι να κάνω, γιατί επρόκειτο ακριβώς για ένα μοναστήρι. Aποφάσισα να δουλέψω με το φως, γιατί υπήρχε ελάχιστο φως στο χώρο και δεν υπήρχαν πολλά πράγματα που μπορούσα να κάνω στους τοίχους του. Μίλησα με τη Σοφία, γιατί είναι Ελληνίδα, και ζήτησα τη συμβουλή της ως προς το τι να κάνω και με ρώτησε αν έχω υπόψιν μου το graffiti «βασανίζομαι». Μου έδειξε ένα σχετικό άρθρο που είχε γράψει και το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Οπότε κατέληξα ότι θέλω να κάνω κάτι με αυτό και άρχισα να πειραματίζομαι με προβολές και laser-cuts, αλλά μετά σκέφτηκα ότι θα ήθελα η λέξη να είναι ένα αντικείμενο που θα έχει αξία από μόνο του. Γι’ αυτό σκέφτηκα να την μεταφέρω σε λάμπες νέον: με αυτό το υλικό η λέξη παραμένει εύθραυστη, αλλά και προστατευμένη από το περιβάλλον της, το χώρο ή το Grexit. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ έντονο, γιατί προς το τέλος, όλοι διάβαζαν μαζί, σα χορωδία, και το έργο έδινε φως και έμοιαζε σα μία έξοδο.

Το βασανίζομαι είναι κάτι που την ίδια στιγμή είναι ενεργητικό και παθητικό, μια εύθραυστη επιγραφή στον τοίχο, η οποία μπορεί να εξαφανιστεί, όπως και ο τοίχος, το κτίριο, ακόμη και οι άνθρωποι. Το ότι δε γνωρίζουμε ποιος το έκανε είναι πολύ ενδιαφέρον, όπως και το γεγονός ότι εγώ, ως ξένος, δεν μπορώ να το διαβάσω (!). Έτσι, για μένα αρχικά το graffiti έχει αισθητική αξία: βλέπω μια εικόνα στον τοίχο με μια λέξη που δεν μπορώ να διαβάσω, αλλά όταν την διαβάζω λειτουργεί για μένα τόσο σαν εικόνα όσο και ως κείμενο και πλαίσιο.

- Είναι, λοιπόν, το βασανίζομαι μια καταγραφή ή ένα «μνημείο» της σύγχρονης Ελλάδας;

S.E.: Δεν είχα καμία πρόθεση να φτιάξω ένα μνημείο. Είναι περισσότερο μια στιγμή που βγαίνει από το πλαίσιό της και μεταφράζεται σε ένα άλλο χώρο και σε ένα άλλο πλαίσιο.
Είναι τέτοια η φύση των graffiti που η καταγραφή τους γίνεται κάτι απαραίτητο, διότι κάποια στιγμή θα εξαφανιστούν και μαζί με αυτά θα εξαφανιστεί και η μνήμη τους. Κάποια από τα graffiti που παρουσιάζονται στην έκθεση είναι οργισμένα, άλλα πολύ ευγενικά, άλλα θλιμμένα. Έχεις όλες αυτές τις διαφορετικές αποχρώσεις συναισθημάτων. Γι’ αυτό, ήθελα να διαλέξω ένα χρώμα νέον που θα ήταν πιο ανθρώπινο και θα μπορούσε να αντανακλά μια ευαισθησία, κάτι από το εύρος αυτών των συναισθημάτων που χάθηκαν από τη μετάβαση από το ένα μέσο στο άλλο. Στα νέον φώτα μπορείς να διαλέξεις ποια απόχρωση του λευκού θέλεις. Το χρώμα της επιγραφής είναι ένα ζεστό λευκό, ακριβώς γιατί ήθελα το έργο να δίνει μια πιο ζεστή αίσθηση.

Η Σοφία τοποθέτησε το έργο πάνω στο κουτί στο οποίο ταξίδεψε από το Λουξεμβούργο στην Ελλάδα και θεωρώ ότι αυτή η DIY και όχι κυριλέ αισθητική παρουσίασης ταίριαζε καλύτερα με το θέμα της έκθεσης.

Σ.Μ.: Όλη η έκθεση έχει αυτήν την αρχειακή αισθητική της έρευνας. Η παρουσίαση των φωτογραφιών του Σπυρόπουλου με χαρτοταινία είναι ένας τρόπος να πούμε στο κοινό ότι παρουσιάζουμε το υλικό μας, ότι ακόμα ψάχνουμε να καταλάβουμε, εξ’ άλλου είναι νωρίς, η έκθεση είναι σχεδόν σαν ένα προσχέδιο έκθεσης. Και το βασανίζομαι έρχεται στο κουτί του ως η συμβολή του Ecker σε αυτήν την αρχειακή καταγραφή.

- Στο κείμενο της έκθεσης αναφέρεται πως οι φωτογραφίες αποτελούν ένα είδος «αρχαιολογίας του παρόντος». Δεν είναι νωρίς για κάτι τέτοιο;

Τ.Σ.: Μακάρι σε λίγα χρόνια αυτά όλα τα συνθήματα-αιτήματα να αποτελούν μία ευχάριστη “αρχαιολογία” της αισθητικής της κρίσης και ο κόσμος να ζωγραφίζει λουλούδια και ουτοπίες. Μακάρι. Και να έρχονται οι απανταχού ενδιαφερόμενοι νέοι από όλη την Ευρώπη και παραπέρα, που μέσα τους καίει ακόμα η φλόγα της “δίκαιης ζωής”, να τα γνωρίζουν, όπως ήδη έχω παρατηρήσει ότι συμβαίνει με κάποιες ξεναγήσεις.

Σ.Μ.: Αυτό τίθεται ως μία υπόθεση, καθιστά την ίδια την υπόθεση της έκθεσης μάλιστα. Πιστεύω ότι η πολύ ιδιαίτερη σχέση που έχουμε με το χρόνο (και στο ιδιαίτερο δίπολο συγχρονικότητας και διαχρονικότητας), με την ελληνική ιστορία και την εξιστόρησή της αποκρυσταλώνει, και σε μεγάλο βαθμό επεξηγεί την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα.

Το ίδιο ερώτημα, της κριτικής σκέψης για τη χώρα μας, αλλά σε διαφορετικό πλαίσιο βέβαια,  τίθεται και από τον Κωστή Βελώνη στο έργο του Πώς μπορεί κανείς να σκέφτεται ελεύθερα κάτω από τη σκιά ενός αρχαίου ναού; (2010) νομίζω ότι εμείς οι Έλληνες, μεταξύ του βάρους του αρχαίου παρελθόντος μας και της δράσης-αδράνειας του παρόντος μας, έχουμε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με το χρόνο και ότι, μέσω αυτής, μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε καλύτερα τι συμβαίνει και να πάρουμε θέση. Επί οκτώ χρόνια, βρισκόμαστε ως χώρα σε μία κατάσταση όπου κυνηγάμε το χρόνο, τα συνεχόμενα deadlines και τον επόμενο στόχο που μας θέτουν, γιατί μας λένε ότι αλλιώς δε θα επιβιώσουμε. Ομοίως σε ατομικό επίπεδο, βρισκόμαστε σε μία κατάσταση μόνιμου deadline για λύσεις επιβίωσης. Πώς να δράσουμε σωστά όταν όλα έχουν γίνει επείγοντα και απειλητικά; Για να επιστρέψουμε όμως στο ερώτημα της πρόωρης αρχαιολογίας, είναι μία αναφορά σε αυτήν τη σχέση μας με το χρόνο και ένας τρόπος να εκφραστούν οι αντιδράσεις τόσο του Τάκη Σπυρόπουλου όσο και του Serge Ecker στο παρόν. Μου άρεσε ότι και οι δύο καλλιτέχνες αντέδρασαν στο τι συμβαίνει, ο καθένας με τον τρόπο του, και ότι δεν είναι έργα που μπήκαν σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης, γιατί δεν είναι η θέση τους εκεί.

- Ποιες ήταν οι σκέψεις σου όταν τοποθέτησες τις φωτογραφίες από τα graffiti των Εξαρχείων μέσα στο μουσείο και ποιες ήταν οι αντιδράσεις των αρχαιολόγων στο να έχουν κάτι τέτοιο μέσα στο μουσείο?

Τ.Σ.: Εμένα δε σου κρύβω ότι με κατέλαβε μεγάλο βάρος, καθώς είμαι άνθρωπος που τα παίρνω όλα κάπως “βαριά”, αλλά και τεράστια ευθύνη, ώστε να είναι η παρουσίαση όσο πιο πλήρης και περιεκτική γινόταν. Πράγμα, βεβαίως, αντικειμενικά αδύνατο, αφού έχεις να διαχειριστείς ένα χαοτικό υλικό που θα το παρομοίαζα με τις μυριάδες εσωτερικές σκέψεις τόσων πολλών ανθρώπων. Προσπάθησα, ωστόσο, για το καλύτερο δυνατό, βάζοντας σε μιά κάποια σειρά τουλάχιστον τις δικές μου αντιδράσεις στις εικόνες και λέξεις που τα τελευταία χρόνια περισυνέλεγα. Έτσι ώστε να δουν και να ερμηνεύσουν και οι σύγχρονοι αλλά και τα αόρατα “βλέμματα” των αρχαιότερων τι συνέβη και τι εξακολουθεί να συμβαίνει σ’αυτή την πόλη, σ’αυτή την χώρα που τόσο αγαπώ.

Σ.Μ.: Για τους αρχαιολόγους γενικά δεν υπάρχει κάτι το οποίο να συνδυάζεται με την αρχαιολογία, γιατί η αρχαιολογία για εκείνους είναι πάνω απ’ όλα. Ήταν πολύ σημαντικό, όμως, για εμάς να μην έχουμε λογοκρισία στην έκθεση, όπως δεν υπάρχει λογοκρισία στους δρόμους και αυτό ήταν κάτι που θέλαμε να το διατηρήσουμε. Ευτυχώς, το Αρχαιολογικό Μουσείο Πάτρας έχει μία πολύ προοδευτική διευθύντρια, που είναι ανοιχτή σε διάφορες τέτοιες πρωτότυπες διοργανώσεις και δεν ήταν η πρώτη που έκανε. Η έκθεση είναι στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων, καθώς δε μας επετράπη να τοποθετήσουμε έργα στον κυρίως εκθεσιακό χώρο του μουσείου. Αλλά δεν υπήρξε καμία λογοκρισία.

Ήταν, βέβαια, καλό και για το μουσείο, γιατί έφερε πολύ νεαρό κόσμο: στα εγκαίνια, μάλιστα, που η Art in Progress κάλεσε ένα πατρινό ροκ συγκρότημα να παίζει στον κήπο του μουσείου, έβλεπες πάρα πολύ κόσμο ηλικίας 15-25 ετών! Ακόμη και το συνέδριο που κάναμε σχετικά με τα graffiti ήταν σε πολύ χαλαρό και ευχάριστο κλίμα και σε διάλογο με το κοινό. Είχαμε νεαρό κόσμο που δεν είχε ξαναμπεί ποτέ στο μουσείο και μπήκε για πρώτη φορά με αφορμή την έκθεση για τα graffiti.

S.E.: Μα νομίζω ότι τώρα που όλοι οι νέοι ασχολούνται κατά κάποιον τρόπο με τη φωτογραφία, το γεγονός ότι τα έργα ήταν, κυρίως, φωτογραφίες τα έκανε πιο προσιτά σε αυτούς. Γενικότερα, οι νέοι έχουν μια πιο ανοιχτόμυαλη προσέγγιση ως προς τη street art και τις τέχνες. Οπότε είναι ενδιαφέρον να τους δείξεις ότι το καινούριο μπορεί να έχει θέση δίπλα στο κλασικό και ότι αυτά τα δύο συνδυάζονται.

Καταλαβαίνω πώς αισθάνεται ο κόσμος απέναντι στη σύγχρονη τέχνη γιατί κι εγώ πολλές φορές μπαίνω σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης και δεν καταλαβαίνω τι βλέπω: αν δε διαβάσω το κείμενο, δεν μπορώ να καταλάβω τι θέλει να πει ο καλλιτέχνης. Το ίδιο μου συνέβη και στην Μπιενάλε της Βενετίας: υπήρχαν έργα που ήταν πολύ καλά και έργα στα οποία η πληροφορία ήταν  πολύ κωδικοποιημένη. Είναι, όμως, και θέμα του πόσο δεκτικός είσαι την εκάστοτε στιγμή στα ερεθίσματα που σου δίνει ένα έργο τέχνης.

- Πού επικεντρώνεται η καλλιτεχνική πρακτική σου;

S.E.: Δεν έχω ένα συγκεκριμένο μέσο με το οποίο δουλεύω: σε πολλά στάδια παραγωγής ενός έργου δουλεύω με ψηφιακά μέσα. Δουλεύω κυρίως με το χώρο: προσπαθώ, δηλαδή, να κατανοήσω τόσο το δημόσιο όσο και τον ψηφιακό χώρο και να βρω τρόπους να μεταφέρω κάτι από τον ψηφιακό στο δημόσιο χώρο. Υπό μία έννοια, προσπαθώ να αιχμαλωτίσω το χώρο, να τον αρχειοθετήσω κατά κάποιον τρόπο και να τον μεταμορφώσω σε κάτι διαφορετικό.
Μ’ αρέσει να δουλεύω με πράγματα που αρχικά μου φαίνονται δύσκολα και να βρίσκω τρόπους να τα κάνω πράξη: όταν παίρνω κάτι από ένα δημόσιο χώρο και το μεταφέρω στον ψηφιακό χώρο, όπως έγινε και με τη συμμετοχή μου στην Μπιενάλε της Βενετίας, το μεταφράζω από το ένα πρόγραμμα στο άλλο, οπότε δουλεύω και με αυτές τις κατασκευές που δημιουργούνται κατά τη μεταφορά δεδομένων, τα glitches (σ.σ. η λεγόμενη glitch art). Το ζητούμενό μου είναι πώς αυτό θα βγει από το μηχάνημα: πώς περνάω από το ψηφιακό στο μετα-ψηφιακό, είτε αυτό γίνεται με τρισδιάστατες εκτυπώσεις είτε με παραδοσιακές κατασκευαστικές μεθόδους (κεραμικά, λάμπες νέον), ως μία μετάφραση και επεξήγηση του τι συνέβη στον ψηφιακό κόσμο στον πραγματικό κόσμο.

Τ.Σ.: Από δημιουργικής και φωτογραφικής πλευράς (κινούμαι - να σβήσει) έχω μια αρκετά πιο ανθρωποκεντρική ματιά, παρόλο που τα αποτυπώματα στους τοίχους της πόλης είναι και αυτά πλασμένα από ανθρώπους που σέβομαι. Τιμώ το θάρρος και ενίοτε το θράσος τους να βγαίνουν στους δρόμους και να ρισκάρουν, αλλά δε θα ήθελα η συνολική εργασία μου να ταυτιστεί με αυτό που ένιωσα ως ανάγκη να καταγράψω.

-Πώς σας φαίνεται η κατάσταση της Ελλάδας;

Τ.Σ.: Από τότε που ξεκίνησα να φωτογραφίζω μέχρι σήμερα, η πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα στην Ελλάδα δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα. Εκλογές, δημοψήφισμα, ξανά εκλογές, συνθηκολογήσεις, παραχωρήσεις, αξιολογήσεις, εύσημα για την “πρόοδο” μας από ευηπόληπτους “εταίρους” και λοιπά… Άρα για τον κόσμο, και πολύ περισσότερο για τους νέους που επιλέγουν τα graffiti ως μορφή αντίδρασης και έκφρασης, δε θα έλεγα ότι έχουν αλλάξει πολλά. Τα ζητούμενα παραμένουν. Αυτό που, ωστόσο, αναγνωρίζω είναι ένας επιπλέον κυνισμός και μια καχυποψία που στρέφεται πλέον προς όλες τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις.

S.E.: Είναι ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον μέρος. Παρά το τι έχει συμβεί, εξακολουθώ να έχω την αίσθηση ότι κάτι γίνεται, κάτι βράζει πίσω από τις προσόψεις. Ακόμη μαθαίνω για το πώς είναι τα πράγματα εδώ, οπότε δε θα ήθελα να εκφέρω άποψη, γιατί δε θέλω να βγάλω βιαστικά συμπεράσματα. Προσπαθώ ακόμη να μη χαθώ στους δρόμους, αλλά μου αρέσει που συνέχεια ανακαλύπτω κάτι καινούριο.

Μπορώ να καταλάβω πολλά από αυτά που συμβαίνουν εδώ, γιατί και το Λουξεμβούργο είναι ένα νέο κράτος: ιδρύθηκε το 1939 μετά από αλλεπάλληλες κατακτήσεις. Μόνο που στο Λουξεμβούργο δεν είχαμε κάποιο ένδοξο παρελθόν -θα μπορούσε κανείς να πει ότι δεν είχαμε παρελθόν. Ήμασταν κατά βάση χωρικοί και δεν υπήρχε πολιτισμός με την έννοια που υπήρχε στο παρελθόν στην Ελλάδα. Από μία άποψη, δεν είναι καν μία χώρα: η έννοια των συνόρων είναι αρκετά αφηρημένη, γιατί μπορείς να κάνεις τρία χιλιόμετρα και να βρεθείς σε μια άλλη χώρα, οπότε είναι πολύ σχετικό το πώς οριοθετείται ως χώρα και αυτό είναι αρκετά προβληματικό. Ακόμη, και στη χώρα μου η δυναμική μεταξύ πριγκιπικής οικογένειας και πρωθυπουργού είναι πολύ περίεργη: για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός άλλαξε το σύνταγμα για να μπορέσει να κατοχυρώσει το δικαίωμα στην ευθανασία χωρίς πριγκιπική συναίνεση, γιατί ο πρίγκιπας δεν ήθελε να υπογράψει. Το Λουξεμβούργο μπορεί να είναι αλλά, ταυτόχρονα, και να μην είναι συντηρητικό.

Για μένα η Ελλάδα αυτήν τη στιγμή αποτελεί πρότυπο του τι συμβαίνει και τι θα συμβεί στην Ευρώπη. Η κατάσταση όπως έχει αυτήν τη στιγμή ή θα αλλάξει ή θα έχουμε πολύ άσχημες εξελίξεις. Είναι μια στιγμή-κλειδί στην Ιστορία. Έχουμε μπει σε μια γκρι περιοχή, στην οποία δεν μπορούν να βρεθούν λύσεις του τύπου «άσπρο ή μαύρο» στα διάφορα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Το θέμα είναι κατά πόσο έχεις τη δυνατότητα της επιλογής και αυτό είναι είναι το να είσαι ελεύθερος. Και το να έχεις χρήματα είναι σημαντικό για να αισθάνεσαι ανεξάρτητος και άρα ελεύθερος. Ο Slavoj Zizek είπε «σταματήστε να ενεργείτε, αρχίστε να σκέφτεστε», εννοώντας ότι πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε λύσεις για το τι θα γίνει μετά την επανάσταση.

Τα Εξάρχεια στο μουσείο

 

της Αννίτας Αποστολάκη

 

            Graffiti σε αρχαιολογικό μουσείο; Στην Ελλάδα; Και όμως! Η αναγγελία της έκθεσης «Τετράδια των δρόμων. Τα συνθήματα και τα graffiti των Εξαρχείων» στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Πάτρας, στα πλαίσια του δεύτερου φεστιβάλ ArtWalk μας εξέπληξε ευχάριστα, δεδομένου ότι γενικά υπάρχει έντονος σκεπτικισμός στη χώρα για τη θέση της σύγχρονης τέχνης σε αρχαιολογικά μουσεία. H θέρμη με την οποία αγκαλιάστηκε το εγχείρημα μας οδήγησε στο να συζητήσουμε με τους συντελεστές την έκθεσης: την επιμελήτρια και θεωρητικό της τέχνης δρ. Σοφία Μπουράτση, το φωτογράφο Τάκη Σπυρόπουλο, που φωτογραφίζει από το 2008 τα graffiti στους δρόμους των Εξαρχείων καιτον εικαστικό Serge Ecker από το Λουξεμβούργο, που συμμετέχει στην έκθεση με το έργο βασανίζομαι, μια μεταφορά σε νέον του γνωστού graffiti, για τη σύλληψη της έκθεσης και για τη σημασία που έχουν αποκτήσει με την κρίση τα graffiti στην Αθήνα, η οποία έχει χαρακτηριστεί από το διεθνή Τύπο ως η νέα πρωτεύουσα της street art.

 

- Πώς ξεκίνησε αυτό το τόσο ενδιαφέρον εγχείρημα;

Σοφία Μπουράτση: Αποφασίσαμε να κάνουμε την έκθεση αυτή στα πλαίσια του φεστιβάλ ArtWalk στην Πάτρα, ως προλεγόμενα του φεστιβάλ re-culture, που θα διοργανωθεί και αυτό στην Πάτρα το φθινόπωρο, ύστερα από πρόσκληση του καλλιτεχνικού διευθυντή τους, Θανάση Μουτσόπουλου, ο οποίος ενδιαφέρεται για το ερώτημα Τέχνης-Μη Τέχνης.  Θεωρήσαμε ότι θα ήταν ενδιαφέρον να κάνουμε κάτι το οποίο θα βρίσκεται στα όρια των δίπολων τέχνη/μη τέχνη, πολιτικού/μη πολιτικού και θα μπλέκει το μουσείο με το δρόμο. Επιπλέον, μας άρεσε η ιδέα του να φέρουμε τα Εξάρχεια στην Πάτρα. Γι’ αυτό επιλέξαμε να παρουσιάσουμε graffiti, τα οποία για πολλούς δε θεωρούνται τέχνη (και που ούτε εμείς παρουσιάζουμε σαν τέχνη), μέσα σε ένα μουσείο και έτσι, πήραμε άδεια από το ΕΚΑΣ και το Αρχαιολογικό Μουσείο Πάτρας.  Η αρχική ιδέα, φυσικά, ήταν να υπάρξει συνδυασμός των φωτογραφιών των δρόμων με τα αρχαία, αλλά αυτό θα έπαιρνε πάρα πολύ χρόνο για να δρομολογηθεί και δεν ήταν σίγουρο ότι θα γινόταν αποδεκτό.

 

- Από πότε άρχισες να ασχολείσαι με τα graffiti των Εξαρχείων;

Τάκης Σπυρόπουλος: Άρχισα να φωτογραφίζω τα συνθήματα και τα γκράφιτι των Εξαρχείων αμέσως μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, όταν η Αθήνα, συγκλονισμένη και σαστισμένη, αντέδρασε βίαια σε αυτή την πρωτόγνωρη, μετά την μεταπολίτευση, αστυνομική αυθαιρεσία. Τότε, όπως όλοι θα θυμόμαστε, η Αθήνα καιγόταν για μέρες και ιδιαίτερα στα Εξάρχεια η ατμόσφαιρα ήταν ιδιαίτερα τεταμμένη. Έτσι, αποφάσισα να ακολουθήσω τα γράμματα, τις λέξεις, ακόμα και τα σταξίματα στους τοίχους που εξέφραζαν όλη αυτήν την ατμόσφαιρα  της απογοήτευσης, της αγωνίας και της αντίδρασης, αλλά και την ελπίδα της δράσης που μπορεί να αλλάξει τα πράγματα.

Η φωτογράφιση δεν αποτέλεσε ποτέ αυτοσκοπό: ένιωσα την ανάγκη να το κάνω και μάλιστα ρίσκαρα αρκετά την περίοδο που τύπωσα το βιβλίο στις εκδόσεις “Ρακοσυλλέκτης”, τις οποίες δημιούργησα γι’ αυτόν το σκοπό, αφού κανένας εκδότης δεν ενδιαφερόταν να το αναλάβει τότε. Το βιβλίο “Χ-ΑΡΧΕΙΑ uncensored” έχει ήδη κάνει τον κύκλο του -η δεύτερη του έκδοση έχει εξαντληθεί και δε σκοπεύω να το ξανατυπώσω. Παραμένω, όμως, ένας ενεργός παρατηρητής όσων συμβαίνουν στην γειτονιά που εργάζομαι και αγάπησα, και είμαι και ‘γώ περίεργος να δώ πώς θα εξελιχθεί.

 

Σ.Μ.: Πριν τρία χρόνια, πριν έρθω στην Αθήνα, ήδη είχε αρχίσει να με γοητεύει και να με ανησυχεί συγχρόνως η παρακμή την Αθήνας και της χώρας, η ατμόσφαιρά της. Παραδόξως το να βρίσκεσαι εδώ, με όλα αυτά που συνέβησαν όταν ο κόσμος κατέβηκε στους δρόμους, είναι σα να βρίσκεσαι στο τέλος ενός κόσμου. Είναι όμορφα και άγρια συνάμα και όλο αυτό έχει εκφραστεί στους τοίχους των Εξαρχείων. Κυκλοφορείς, διαβάζεις τους τοίχους και νιώθεις τον παλμό της κατάστασης.

Η περίπτωση του Πολυτεχνείου, το οποίο δύο μήνες μετά την εκλογή της κυβέρνησης Τσίπρα μεταμορφώθηκε μέσα σε μία νύχτα σε ένα μαύρο συμβολικό μνημείο, είναι ίσως το πιο σοβαρό εικαστικό πράττειν των τελευταίων χρόνων στη χώρα μας. Το συζητήσαμε πολύ με τον Θανάση Μουτσόπουλο ο οποίος υποστηρίζει την ίδια άποψη. Ακολούθησε μία ολόκληρη συζήτηση στα μέσα, που οι περισσότεροι γνωρίζουμε. Πιστεύω ότι το Πολυτεχνείο ίσως να είναι το μοναδικό έργο «Τέχνης της Κρίσης», το μόνο έργο που εκφράζει την κρίση και έπρεπε να διατηρηθεί ως σύμβολο και ως ένα παράξενο μεν, μνημείο της. Ξεκίνησα, λοιπόν, να ερευνώ την έννοια του εφήμερου μνημείου-έργου στο δημόσιο χώρο και πώς αυτό καταγράφεται και μένει στη μνήμη, μελετώντας τα graffiti, τη street art και την ελληνική underground σκηνή, την οποία γνωρίζει πάρα πολύ καλά ο Μουτσόπουλος που με καθοδήγησε.

Όλη η ένταση και όλη η βία από τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου εκφράστηκε στους τοίχους. Με ενδιέφερε αυτή η αυθόρμητη, καθημερινή καταγραφή στους τοίχους, με την οποία οι καλλιτέχνες γίνονται περισσότερο πολίτες, αφήνοντας τις σκέψεις τους πάνω στα κτίρια, ενώ παράλληλα οι πολίτες μεταμορφώνονται σε καλλιτέχνες, καθώς μπορούν να εκφραστούν με αυτόν τον τρόπο και να γράψουν ένα «φτάνει πια» ή ένα «βολεύτηκα» στους στους τοίχους. Και είμαι σίγουρη ότι αν κάτι έχουμε να «μάθουμε από την Αθήνα», όπως το υποννοεί και ο τίτλος της επόμενης Documenta, είναι αυτό που βρίσκεται στους τοίχους της, το οποίο θα έπρεπε να διαβάσουν όλοι οι καλλιτέχνες που θα έρθουν να δημιουργήσουν εδώ.

 

- Πώς προέκυψε η επιλογή των συγκεκριμένων έργων γι’ αυτήν την έκθεση;

Τ.Σ.: Πρόσφατα η Σοφία Ελίζα Μπουράτση ανατάραξε κάπως τα κατασταλαγμένα σχετικά νερά του μυαλού μου και με προ(σ)κάλεσε να στήσουμε αυτή την έκθεση στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Πάτρας, συνεχίζοντας πιο ολοκληρωμένα την παρουσίαση των φωτογραφιών που είχα πρόχειρα πρωτοδείξει στην παρουσίαση του βιβλίου στο χώρο της Cheapart στα Εξάρχεια στις αρχές του ’13. Στην έκθεση ενσωματώθηκε και το νεότερο μέχρι τώρα υλικό που ούτως ή άλλως κατέγραφα.

 

Σ.Μ.: Ο Τάκης Σπυρόπουλος είναι ο άνθρωπος που από το 2009 κατάλαβε τη σημασία αυτής της δουλειάς φωτογραφικής καταγραφής. Το αρχείο αυτό που συνεχίζεται μέχρι σήμερα είναι ένας πραγματικός θησαυρός. Ο Σπυρόπουλος με το έργο του κάνει κάτι που μοιάζει με μια πρόωρη αρχαιολογία του παρόντος: είναι ένα αρχείο που αντανακλά την ψυχή αυτής της γειτονιάς, αλλά και ολόκληρης της πόλης και ίσως, αν θα μπορούσε να πει κανείς, ολόκληρης της χώρας.

Το βασανίζομαι του Serge Ecker έχει γίνει ένα είδος εθνικού ρητού. Είναι εξίσου σημαντικό κομμάτι της έκθεσης, γιατί πρόκειται για έναν Ευρωπαίο καλλιτέχνη που παίρνει μία λέξη από τους τοίχους της Ελλάδας και την μεταφράζει σε έργο τέχνης σε νέον. Φωτίζοντας, όμως, αυτό το «βασανίζομαι», το έργο μετατρέπεται σε ένα φάρο προς την Ευρώπη. Είναι ενδιαφέρον και κάπως συγκινητικό πώς κάτι που βρίσκεται στους δρόμους μεταπλάθεται σε έργο τέχνης. Επιπλέον, αυτήν τη στιγμή ο Serge εκπροσωπεί ως μέλος μίας ομάδας το Λουξεμβούργο στην Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας, οπότε είναι τιμή μας που συμμετείχε σε αυτήν την έκθεση.

 

Serge Ecker: Αυτό δεν έχει σημασία. Γενικά, για μένα, ο καλλιτέχνης δεν έχει σημασία: πρέπει να καταστρέψεις το εγώ σου για να μπορέσεις να δημιουργήσεις ένα καλό έργο τέχνης. Συνήθως πρόκειται για μια ιδέα που μου έρχεται με τη μία και, επειδή συχνά σκέφτομαι ότι δε γίνεται να είναι τόσο εύκολο, την επεξεργάζομαι μαζί με άλλες ιδέες, μέχρι να καταλήξω ότι η αρχική ήταν όντως η καλύτερη.

Το έργο βασανίζομαι προέκυψε όταν μου ζήτησε ο πρώην πρέσβης του Λουξεμβούργου στην Αθήνα να κάνω τα σκηνικά για μια παράσταση-βραδιά ανάγνωσης λογοτεχνικών και αναρχικών κειμένων στο Λουξεμβούργο, με τίτλο “Grexit”, η οποία έγινε στους ελεύθερους χώρους ενός μοναστηριού στο Λουξεμβούργο. Στην αρχή δεν ήξερα τι να κάνω, γιατί επρόκειτο ακριβώς για ένα μοναστήρι. Aποφάσισα να δουλέψω με το φως, γιατί υπήρχε ελάχιστο φως στο χώρο και δεν υπήρχαν πολλά πράγματα που μπορούσα να κάνω στους τοίχους του. Μίλησα με τη Σοφία, γιατί είναι Ελληνίδα, και ζήτησα τη συμβουλή της ως προς το τι να κάνω και με ρώτησε αν έχω υπόψιν μου το graffiti «βασανίζομαι». Μου έδειξε ένα σχετικό άρθρο που είχε γράψει και το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Οπότε κατέληξα ότι θέλω να κάνω κάτι με αυτό και άρχισα να πειραματίζομαι με προβολές και laser-cuts, αλλά μετά σκέφτηκα ότι θα ήθελα η λέξη να είναι ένα αντικείμενο που θα έχει αξία από μόνο του. Γι’ αυτό σκέφτηκα να την μεταφέρω σε λάμπες νέον: με αυτό το υλικό η λέξη παραμένει εύθραυστη, αλλά και προστατευμένη από το περιβάλλον της, το χώρο ή το Grexit. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ έντονο, γιατί προς το τέλος, όλοι διάβαζαν μαζί, σα χορωδία, και το έργο έδινε φως και έμοιαζε σα μία έξοδο.

Το βασανίζομαι είναι κάτι που την ίδια στιγμή είναι ενεργητικό και παθητικό, μια εύθραυστη επιγραφή στον τοίχο, η οποία μπορεί να εξαφανιστεί, όπως και ο τοίχος, το κτίριο, ακόμη και οι άνθρωποι. Το ότι δε γνωρίζουμε ποιος το έκανε είναι πολύ ενδιαφέρον, όπως και το γεγονός ότι εγώ, ως ξένος, δεν μπορώ να το διαβάσω (!). Έτσι, για μένα αρχικά το graffiti έχει αισθητική αξία: βλέπω μια εικόνα στον τοίχο με μια λέξη που δεν μπορώ να διαβάσω, αλλά όταν την διαβάζω λειτουργεί για μένα τόσο σαν εικόνα όσο και ως κείμενο και πλαίσιο.

 

- Είναι, λοιπόν, το βασανίζομαι μια καταγραφή ή ένα «μνημείο» της σύγχρονης Ελλάδας;

S.E.: Δεν είχα καμία πρόθεση να φτιάξω ένα μνημείο. Είναι περισσότερο μια στιγμή που βγαίνει από το πλαίσιό της και μεταφράζεται σε ένα άλλο χώρο και σε ένα άλλο πλαίσιο.

Είναι τέτοια η φύση των graffiti που η καταγραφή τους γίνεται κάτι απαραίτητο, διότι κάποια στιγμή θα εξαφανιστούν και μαζί με αυτά θα εξαφανιστεί και η μνήμη τους. Κάποια από τα graffiti που παρουσιάζονται στην έκθεση είναι οργισμένα, άλλα πολύ ευγενικά, άλλα θλιμμένα. Έχεις όλες αυτές τις διαφορετικές αποχρώσεις συναισθημάτων. Γι’ αυτό, ήθελα να διαλέξω ένα χρώμα νέον που θα ήταν πιο ανθρώπινο και θα μπορούσε να αντανακλά μια ευαισθησία, κάτι από το εύρος αυτών των συναισθημάτων που χάθηκαν από τη μετάβαση από το ένα μέσο στο άλλο. Στα νέον φώτα μπορείς να διαλέξεις ποια απόχρωση του λευκού θέλεις. Το χρώμα της επιγραφής είναι ένα ζεστό λευκό, ακριβώς γιατί ήθελα το έργο να δίνει μια πιο ζεστή αίσθηση.

Η Σοφία τοποθέτησε το έργο πάνω στο κουτί στο οποίο ταξίδεψε από το Λουξεμβούργο στην Ελλάδα και θεωρώ ότι αυτή η DIY και όχι κυριλέ αισθητική παρουσίασης ταίριαζε καλύτερα με το θέμα της έκθεσης.

 

Σ.Μ.: Όλη η έκθεση έχει αυτήν την αρχειακή αισθητική της έρευνας. Η παρουσίαση των φωτογραφιών του Σπυρόπουλου με χαρτοταινία είναι ένας τρόπος να πούμε στο κοινό ότι παρουσιάζουμε το υλικό μας, ότι ακόμα ψάχνουμε να καταλάβουμε, εξ’ άλλου είναι νωρίς, η έκθεση είναι σχεδόν σαν ένα προσχέδιο έκθεσης. Και το βασανίζομαι έρχεται στο κουτί του ως η συμβολή του Ecker σε αυτήν την αρχειακή καταγραφή.

 

- Στο κείμενο της έκθεσης αναφέρεται πως οι φωτογραφίες αποτελούν ένα είδος «αρχαιολογίας του παρόντος». Δεν είναι νωρίς για κάτι τέτοιο;

Τ.Σ.: Μακάρι σε λίγα χρόνια αυτά όλα τα συνθήματα-αιτήματα να αποτελούν μία ευχάριστη “αρχαιολογία” της αισθητικής της κρίσης και ο κόσμος να ζωγραφίζει λουλούδια και ουτοπίες. Μακάρι. Και να έρχονται οι απανταχού ενδιαφερόμενοι νέοι από όλη την Ευρώπη και παραπέρα, που μέσα τους καίει ακόμα η φλόγα της “δίκαιης ζωής”, να τα γνωρίζουν, όπως ήδη έχω παρατηρήσει ότι συμβαίνει με κάποιες ξεναγήσεις.

 

Σ.Μ.: Αυτό τίθεται ως μία υπόθεση, καθιστά την ίδια την υπόθεση της έκθεσης μάλιστα. Πιστεύω ότι η πολύ ιδιαίτερη σχέση που έχουμε με το χρόνο (και στο ιδιαίτερο δίπολο συγχρονικότητας και διαχρονικότητας), με την ελληνική ιστορία και την εξιστόρησή της αποκρυσταλώνει, και σε μεγάλο βαθμό επεξηγεί την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα.

Το ίδιο ερώτημα, της κριτικής σκέψης για τη χώρα μας, αλλά σε διαφορετικό πλαίσιο βέβαια,  τίθεται και από τον Κωστή Βελώνη στο έργο του Πώς μπορεί κανείς να σκέφτεται ελεύθερα κάτω από τη σκιά ενός αρχαίου ναού; (2010) νομίζω ότι εμείς οι Έλληνες, μεταξύ του βάρους του αρχαίου παρελθόντος μας και της δράσης-αδράνειας του παρόντος μας, έχουμε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με το χρόνο και ότι, μέσω αυτής, μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε καλύτερα τι συμβαίνει και να πάρουμε θέση. Επί οκτώ χρόνια, βρισκόμαστε ως χώρα σε μία κατάσταση όπου κυνηγάμε το χρόνο, τα συνεχόμενα deadlines και τον επόμενο στόχο που μας θέτουν, γιατί μας λένε ότι αλλιώς δε θα επιβιώσουμε. Ομοίως σε ατομικό επίπεδο, βρισκόμαστε σε μία κατάσταση μόνιμου deadline για λύσεις επιβίωσης. Πώς να δράσουμε σωστά όταν όλα έχουν γίνει επείγοντα και απειλητικά; Για να επιστρέψουμε όμως στο ερώτημα της πρόωρης αρχαιολογίας, είναι μία αναφορά σε αυτήν τη σχέση μας με το χρόνο και ένας τρόπος να εκφραστούν οι αντιδράσεις τόσο του Τάκη Σπυρόπουλου όσο και του Serge Ecker στο παρόν. Μου άρεσε ότι και οι δύο καλλιτέχνες αντέδρασαν στο τι συμβαίνει, ο καθένας με τον τρόπο του, και ότι δεν είναι έργα που μπήκαν σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης, γιατί δεν είναι η θέση τους εκεί.

 

- Ποιες ήταν οι σκέψεις σου όταν τοποθέτησες τις φωτογραφίες από τα graffiti των Εξαρχείων μέσα στο μουσείο και ποιες ήταν οι αντιδράσεις των αρχαιολόγων στο να έχουν κάτι τέτοιο μέσα στο μουσείο?

Τ.Σ.: Εμένα δε σου κρύβω ότι με κατέλαβε μεγάλο βάρος, καθώς είμαι άνθρωπος που τα παίρνω όλα κάπως “βαριά”, αλλά και τεράστια ευθύνη, ώστε να είναι η παρουσίαση όσο πιο πλήρης και περιεκτική γινόταν. Πράγμα, βεβαίως, αντικειμενικά αδύνατο, αφού έχεις να διαχειριστείς ένα χαοτικό υλικό που θα το παρομοίαζα με τις μυριάδες εσωτερικές σκέψεις τόσων πολλών ανθρώπων. Προσπάθησα, ωστόσο, για το καλύτερο δυνατό, βάζοντας σε μιά κάποια σειρά τουλάχιστον τις δικές μου αντιδράσεις στις εικόνες και λέξεις που τα τελευταία χρόνια περισυνέλεγα. Έτσι ώστε να δουν και να ερμηνεύσουν και οι σύγχρονοι αλλά και τα αόρατα “βλέμματα” των αρχαιότερων τι συνέβη και τι εξακολουθεί να συμβαίνει σ’αυτή την πόλη, σ’αυτή την χώρα που τόσο αγαπώ.

 

Σ.Μ.: Για τους αρχαιολόγους γενικά δεν υπάρχει κάτι το οποίο να συνδυάζεται με την αρχαιολογία, γιατί η αρχαιολογία για εκείνους είναι πάνω απ’ όλα. Ήταν πολύ σημαντικό, όμως, για εμάς να μην έχουμε λογοκρισία στην έκθεση, όπως δεν υπάρχει λογοκρισία στους δρόμους και αυτό ήταν κάτι που θέλαμε να το διατηρήσουμε. Ευτυχώς, το Αρχαιολογικό Μουσείο Πάτρας έχει μία πολύ προοδευτική διευθύντρια, που είναι ανοιχτή σε διάφορες τέτοιες πρωτότυπες διοργανώσεις και δεν ήταν η πρώτη που έκανε. Η έκθεση είναι στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων, καθώς δε μας επετράπη να τοποθετήσουμε έργα στον κυρίως εκθεσιακό χώρο του μουσείου. Αλλά δεν υπήρξε καμία λογοκρισία.

Ήταν, βέβαια, καλό και για το μουσείο, γιατί έφερε πολύ νεαρό κόσμο: στα εγκαίνια, μάλιστα, που η Art in Progress κάλεσε ένα πατρινό ροκ συγκρότημα να παίζει στον κήπο του μουσείου, έβλεπες πάρα πολύ κόσμο ηλικίας 15-25 ετών! Ακόμη και το συνέδριο που κάναμε σχετικά με τα graffiti ήταν σε πολύ χαλαρό και ευχάριστο κλίμα και σε διάλογο με το κοινό. Είχαμε νεαρό κόσμο που δεν είχε ξαναμπεί ποτέ στο μουσείο και μπήκε για πρώτη φορά με αφορμή την έκθεση για τα graffiti.

 

S.E.: Μα νομίζω ότι τώρα που όλοι οι νέοι ασχολούνται κατά κάποιον τρόπο με τη φωτογραφία, το γεγονός ότι τα έργα ήταν, κυρίως, φωτογραφίες τα έκανε πιο προσιτά σε αυτούς. Γενικότερα, οι νέοι έχουν μια πιο ανοιχτόμυαλη προσέγγιση ως προς τη street art και τις τέχνες. Οπότε είναι ενδιαφέρον να τους δείξεις ότι το καινούριο μπορεί να έχει θέση δίπλα στο κλασικό και ότι αυτά τα δύο συνδυάζονται.

Καταλαβαίνω πώς αισθάνεται ο κόσμος απέναντι στη σύγχρονη τέχνη γιατί κι εγώ πολλές φορές μπαίνω σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης και δεν καταλαβαίνω τι βλέπω: αν δε διαβάσω το κείμενο, δεν μπορώ να καταλάβω τι θέλει να πει ο καλλιτέχνης. Το ίδιο μου συνέβη και στην Μπιενάλε της Βενετίας: υπήρχαν έργα που ήταν πολύ καλά και έργα στα οποία η πληροφορία ήταν  πολύ κωδικοποιημένη. Είναι, όμως, και θέμα του πόσο δεκτικός είσαι την εκάστοτε στιγμή στα ερεθίσματα που σου δίνει ένα έργο τέχνης.

 

- Πού επικεντρώνεται η καλλιτεχνική πρακτική σου;

S.E.: Δεν έχω ένα συγκεκριμένο μέσο με το οποίο δουλεύω: σε πολλά στάδια παραγωγής ενός έργου δουλεύω με ψηφιακά μέσα. Δουλεύω κυρίως με το χώρο: προσπαθώ, δηλαδή, να κατανοήσω τόσο το δημόσιο όσο και τον ψηφιακό χώρο και να βρω τρόπους να μεταφέρω κάτι από τον ψηφιακό στο δημόσιο χώρο. Υπό μία έννοια, προσπαθώ να αιχμαλωτίσω το χώρο, να τον αρχειοθετήσω κατά κάποιον τρόπο και να τον μεταμορφώσω σε κάτι διαφορετικό.

Μ’ αρέσει να δουλεύω με πράγματα που αρχικά μου φαίνονται δύσκολα και να βρίσκω τρόπους να τα κάνω πράξη: όταν παίρνω κάτι από ένα δημόσιο χώρο και το μεταφέρω στον ψηφιακό χώρο, όπως έγινε και με τη συμμετοχή μου στην Μπιενάλε της Βενετίας, το μεταφράζω από το ένα πρόγραμμα στο άλλο, οπότε δουλεύω και με αυτές τις κατασκευές που δημιουργούνται κατά τη μεταφορά δεδομένων, τα glitches (σ.σ. η λεγόμενη glitch art). Το ζητούμενό μου είναι πώς αυτό θα βγει από το μηχάνημα: πώς περνάω από το ψηφιακό στο μετα-ψηφιακό, είτε αυτό γίνεται με τρισδιάστατες εκτυπώσεις είτε με παραδοσιακές κατασκευαστικές μεθόδους (κεραμικά, λάμπες νέον), ως μία μετάφραση και επεξήγηση του τι συνέβη στον ψηφιακό κόσμο στον πραγματικό κόσμο.

 

Τ.Σ.: Από δημιουργικής και φωτογραφικής πλευράς (κινούμαι - να σβήσει) έχω μια αρκετά πιο ανθρωποκεντρική ματιά, παρόλο που τα αποτυπώματα στους τοίχους της πόλης είναι και αυτά πλασμένα από ανθρώπους που σέβομαι. Τιμώ το θάρρος και ενίοτε το θράσος τους να βγαίνουν στους δρόμους και να ρισκάρουν, αλλά δε θα ήθελα η συνολική εργασία μου να ταυτιστεί με αυτό που ένιωσα ως ανάγκη να καταγράψω.

 

-Πώς σας φαίνεται η κατάσταση της Ελλάδας;

Τ.Σ.: Από τότε που ξεκίνησα να φωτογραφίζω μέχρι σήμερα, η πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα στην Ελλάδα δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα. Εκλογές, δημοψήφισμα, ξανά εκλογές, συνθηκολογήσεις, παραχωρήσεις, αξιολογήσεις, εύσημα για την “πρόοδο” μας από ευηπόληπτους “εταίρους” και λοιπά… Άρα για τον κόσμο, και πολύ περισσότερο για τους νέους που επιλέγουν τα graffiti ως μορφή αντίδρασης και έκφρασης, δε θα έλεγα ότι έχουν αλλάξει πολλά. Τα ζητούμενα παραμένουν. Αυτό που, ωστόσο, αναγνωρίζω είναι ένας επιπλέον κυνισμός και μια καχυποψία που στρέφεται πλέον προς όλες τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις.

 

S.E.: Είναι ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον μέρος. Παρά το τι έχει συμβεί, εξακολουθώ να έχω την αίσθηση ότι κάτι γίνεται, κάτι βράζει πίσω από τις προσόψεις. Ακόμη μαθαίνω για το πώς είναι τα πράγματα εδώ, οπότε δε θα ήθελα να εκφέρω άποψη, γιατί δε θέλω να βγάλω βιαστικά συμπεράσματα. Προσπαθώ ακόμη να μη χαθώ στους δρόμους, αλλά μου αρέσει που συνέχεια ανακαλύπτω κάτι καινούριο.

Μπορώ να καταλάβω πολλά από αυτά που συμβαίνουν εδώ, γιατί και το Λουξεμβούργο είναι ένα νέο κράτος: ιδρύθηκε το 1939 μετά από αλλεπάλληλες κατακτήσεις. Μόνο που στο Λουξεμβούργο δεν είχαμε κάποιο ένδοξο παρελθόν -θα μπορούσε κανείς να πει ότι δεν είχαμε παρελθόν. Ήμασταν κατά βάση χωρικοί και δεν υπήρχε πολιτισμός με την έννοια που υπήρχε στο παρελθόν στην Ελλάδα. Από μία άποψη, δεν είναι καν μία χώρα: η έννοια των συνόρων είναι αρκετά αφηρημένη, γιατί μπορείς να κάνεις τρία χιλιόμετρα και να βρεθείς σε μια άλλη χώρα, οπότε είναι πολύ σχετικό το πώς οριοθετείται ως χώρα και αυτό είναι αρκετά προβληματικό. Ακόμη, και στη χώρα μου η δυναμική μεταξύ πριγκιπικής οικογένειας και πρωθυπουργού είναι πολύ περίεργη: για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός άλλαξε το σύνταγμα για να μπορέσει να κατοχυρώσει το δικαίωμα στην ευθανασία χωρίς πριγκιπική συναίνεση, γιατί ο πρίγκιπας δεν ήθελε να υπογράψει. Το Λουξεμβούργο μπορεί να είναι αλλά, ταυτόχρονα, και να μην είναι συντηρητικό.

Για μένα η Ελλάδα αυτήν τη στιγμή αποτελεί πρότυπο του τι συμβαίνει και τι θα συμβεί στην Ευρώπη. Η κατάσταση όπως έχει αυτήν τη στιγμή ή θα αλλάξει ή θα έχουμε πολύ άσχημες εξελίξεις. Είναι μια στιγμή-κλειδί στην Ιστορία. Έχουμε μπει σε μια γκρι περιοχή, στην οποία δεν μπορούν να βρεθούν λύσεις του τύπου «άσπρο ή μαύρο» στα διάφορα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Το θέμα είναι κατά πόσο έχεις τη δυνατότητα της επιλογής και αυτό είναι είναι το να είσαι ελεύθερος. Και το να έχεις χρήματα είναι σημαντικό για να αισθάνεσαι ανεξάρτητος και άρα ελεύθερος. Ο Slavoj Zizek είπε «σταματήστε να ενεργείτε, αρχίστε να σκέφτεστε», εννοώντας ότι πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε λύσεις για το τι θα γίνει μετά την επανάσταση.

 

Normal 0 false false false EL X-NONE X-NONE