www.artnews.gr

Τετάρτη, 22. Φεβρουάριος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟΨΕΙΣ/ΣΧΟΛΙΑ Οι κακές γυναίκες της ιστορίας της τέχνης και γιατί τις αγαπάμε

Οι κακές γυναίκες της ιστορίας της τέχνης και γιατί τις αγαπάμε

E-mail Εκτύπωση PDF
anw1
anw7
anw6

Της Νάταλι Χέγκερτ

Εκατοντάδες χιλιάδες συμμετείχαν στην Πορεία των Γυναικών (Women’s March) στην Ουάσινγκτον το περασμένο Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017, στο National Mall, με πορείες αλληλεγγύης να πραγματοποιούνται και σε άλλες πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών, συμπεριλαμβανομένων των Λος Άντζελες, Σικάγο και Νέα Υόρκη, αλλά και πόλεις εκτός Αμερικής όπως το Λονδίνο και το Παρίσι. Σε αυτές τις πορείες, υπήρξε η κατακραυγή του όρου «κακιά γυναίκα» (“nasty woman”), ένα μισογυνιστικό επίθετο που είχε χρησιμοποιήσει χαμηλόφωνα ο Ντόναλντ Τραμπ εναντίον της Χίλαρι Κλίντον σε ένα ντιμπέιτ, ένας όρος που πλέον οικειοποιούνται με περηφάνια οι φεμινίστριες. Υπάρχουν λεγεώνες καλλιτεχνών που έχουν χαρακτηριστεί έτσι: η έκθεση “NASTY WOMEN” («ΚΑΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ»), η οποία χρηματοδοτήθηκε μαζικά πρόσφατα από το κοινό, στο Knockdown Center στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, είχε πάνω από 700 έργα από γυναίκες καλλιτέχνες, ενώ κατάφερε να μαζέψει πάνω από $50 χιλιάδες για την οργάνωση Planned Parenthood και άλλες κοινοτικές οργανώσεις, ενώ ενέπνευσε δεκάδες άλλες εκθέσεις, από το Σαν Ντιέγκο μέχρι το Άμστερνταμ. Και στις 22 Ιανουαρίου, το Εθνικό Μουσείο Γυναικών της Τέχνης (National Museum of Women in the Arts), στη Ουάσινγκτον έκανε ξενάγηση “Nasty Women”, προβάλλοντας τις καλλιτέχνιδες της μόνιμης συλλογής του, οι οποίες έγραψαν την δική τους πορεία έξω από τους κοινωνικούς περιορισμούς του φύλου.

Στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, η καθηγήτρια σπουδών φύλου Κάρολαϊν Λάιτ (Caroline Light) πλαισίωσε τον όρο, τον οποίο χρονολόγησε πίσω στην εποχή της αποικιοκρατίας: “«Κακιά» γυναίκα λέγεται αυτή που αρνείται να αποδεχθεί τη θέση της, όπως αυτή ορίζεται από τους άντρες.” Κατά τη διάρκεια όλης της ιστορίας της τέχνης, θα μπορούσες να χαρακτηριστείς ως κακιά γυναίκα αν και μόνο τολμούσες να γίνεις καλλιτέχνης, μια μη παραδοσιακή απασχόληση για μια γυναίκα, και αν το έκανες, το έργο σου διαρκώς περιθωριοποιείτο, αμφισβητείτο ή απορριπτόταν. Αυτή η ανισότητα συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, πιο χαρακτηριστικά στην αγορά τέχνης, όπου οι τιμές έργων γυναικών καλλιτεχνών συνεχίζουν να βρίσκονται πίσω από αυτές έργων φτιαγμένων από άντρες. Η Λίντα Νότσλιν είχε αναλύσει τις επιπτώσεις αυτού του σεξισμού των ιδρυμάτων στον κόσμο της τέχνης στο κορυφαίο, και πολύ διαχρονικό, δοκίμιό της του 1971 “Why Have There Been No Great Women Artists?” («Γιατί Δεν Έχουν Υπάρξει Σπουδαίες Γυναίκες Καλλιτέχνες;»). Σχολιάζοντας τη «μικρή ομάδα ηρωικών γυναικών» μέσα στους αιώνες που κατάφεραν να ξεφύγουν από την αφάνεια στον τομέα της τέχνης, γράφει: «μια γυναίκα, για να επιλέξει γενικά μια καριέρα, πόσο μάλλον στον τομέα της τέχνης, έπρεπε χαρακτηρίζεται από ένα μεγάλο βαθμό αντισυμβατικότητας... Έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να έχει ένα δυνατό αίσθημα επανάστασης μέσα της για να τα καταφέρει στον κόσμο της τέχνης, αντί να υποκύψει στον κοινωνικά αποδεκτό ρόλο της γυναίκας και της μητέρας, το μόνο ρόλο στον οποίο την κατατάσσει αυτόματα κάθε κοινωνικό ίδρυμα.» Με άλλα λόγια, αυτές οι ηρωικές γυναίκες είναι κακιές γυναίκες, όλες τους. Παρόλο που ο όρος μπορεί να περιλαμβάνει σχεδόν όλες τις γυναίκες καλλιτέχνες στην ιστορία, ρίχνουμε μια ματιά σε κάποιες από τις σπουδαιότερες «κακιές γυναίκες» της ιστορίας της τέχνης και σε κάποια από τα σημαντικότερα έργα τους, από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα.

Η Ιταλίδα καλλιτέχνιδα Αρτεμισία Τζεντιλέσκι (Artemisia Gentileschi, 1593 -1656) ζωγράφισε ένα μεγάλο αριθμό από ηρωίδες και βιβλικές φιγούρες, αλλά κανένας πίνακάς της δεν είναι πιο γνωστός από την ανατριχιαστική, βίαιη περιγραφή της “Σφαγής του Ολοφέρνη από την Ιουδήθ” (Judith Slaying Holofernes, 1617). Το βίαιο τράβηγμα του μαχαιριού της στον λαιμό του Ολοφέρνη αποκτά ακόμη πιο μεγάλο νόημα, όταν κάποιος μάθει για την εξαντλητική επτάμηνη δίκη της Τζεντιλέσκι, στην οποία υποβλήθηκε σε γυναικολογικές εξετάσεις και βασανισμό με σύνθλιψη του αντίχειρα, για να αποδειχθεί ότι είχε βιαστεί. Η δίκη είχε αποκτήσει μεγάλη δημοσιότητα εκείνη την εποχή, και η δεκαοκτάχρονη Τζεντιλέσκι κατακρίθηκε ως μια κακή ζωγράφος και «αχόρταγη πόρνη», κάτι που αμαύρωσε τη φήμη της για πάντα. Ο βιαστής, ο επίσης καλλιτέχνης Αγκοστίνο Τάσσι (Agostino Tassi) καταδικάστηκε, αλλά εξέτισε μόνο οκτώ μήνες από την ποινή του. Η Τζεντιλέσκι ζωγράφισε την εκδικητική της Ιουδήθ λίγο μετά τη δίκη και έγινε διάσημη ζωγράφος και η πρώτη γυναίκα μέλος της Ακαδημίας Τεχνών και Σχεδίου της Φλωρεντίας. Τριάντα από τους πίνακές της παρουσιάζονται αυτήν τη στιγμή σε μια έκθεση που προσπαθεί να επανεκτιμήσει τη συνεισφορά της στην ιστορία της τέχνης, με τίτλο “Artemisia Gentileschi and Her Times” («Αρτεμισία Τζεντιλέσκι και η Εποχή Της») στο Palazzo Braschi στη γενέτειρά της Ρώμη.

Η πιο επιφανής γυναίκα γλύπτης των Ηνωμένων Πολιτειών κατά το 19ο αιώνα, η Χάριετ Χόσμερ (Harriet Hosmer, 1830 – 1908) είχε μια φεμινιστική κλίση στα νεοκλασικά μαρμάρινα γλυπτά της, που παρουσίαζαν ισχυρές γυναίκες από τη μυθολογία και τη λογοτεχνία. Η Χόσμερ αμφισβήτησε τις περιοριστικές νόρμες του φύλου της που υπήρχαν εκείνη την εποχή, είχε κοντά μαλλιά, φορούσε αντρικά πανωφόρια, ζούσε σε μια λεσβιακή καλλιτεχνική κοινότητα στη Ρώμη και δημιούργησε φοβερά, κολοσσιαία αγάλματα. Το αριστούργημά της από το 1859, το ύψους δύο μέτρων μαρμάρινο άγαλμα “Zenobia in Chains” («Η Ζηνοβία με Αλυσίδες») αναπαριστά τη βασίλισσα της Παλμύρας τον τρίτο αιώνα μ.Χ., ως αιχμάλωτη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με χαμηλωμένα τα μάτια, αλλά αξιοπρεπή. Οι κριτικοί της εποχής αμφισβήτησαν το εαν μπορούσε μια γυναίκα να φτιάξει ένα τόσο τεράστιο γλυπτό. Έκανε μήνυση για δυσφήμιση και κέρδισε την υπόθεση. Το μεγαλοπρεπές άγαλμα της Ζηνοβίας στέκεται αυτήν τη στιγμή στη Huntington Library στο Σαν Μαρίνο της Καλιφόρνιας.

Για την αγωνίστρια Κινέζα Χε Σιανγκνίνγκ (He Xiangning, 1878 – 1972) η τέχνη έδωσε καύσιμα στο σκοπό της. Ως νεαρή επαναστάτρια σχεδίασε σημαίες και εμβλήματα και χρησιμοποίησε τα κέρδη της από τις πωλήσεις των πινάκων της για να χρηματοδοτήσει την προσπάθεια του πολέμου. Φανατική φεμινίστρια, η πρώτη επαναστατική της πράξη ήταν η άρνησή της ως παιδί, να υποστεί το παραδοσιακό δέσιμο των ποδιών, και κατά τη διάρκεια της ζωής της, ως αξιωματούχος της κινέζικης κυβέρνησης, προασπίστηκε τα ίσα δικαιώματα των γυναικών. Το He Xiangning Art Museum στη Σενζέν άνοιξε το 1997, το πρώτο κρατικό μουσείο της Κίνας με το όνομα ενός καλλιτέχνη.

Η Αμερικάνα καλλιτέχνιδα Φέιθ Ρίνγκολντ (Faith Ringgold, γενν. 1930) είναι κυρίως γνωστή για τα αφηγηματικά της παπλώματα, μια θηλυκή μορφή τέχνης που χρησιμοποιήθηκε για να αφηγηθεί ιστορίες που έχουν έντονα πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα. Κατά τη διάρκεια της καριέρας της, η Ρίνγκολντ έδωσε μάχη για αναγνώριση σε μια κοινωνία και έναν κόσμο της τέχνης που χαρακτηρίζονται από ρατσισμό και σεξισμό. «Ήθελα να κάνω την διαφορά» είπε, «και αποφάσισα ότι θα χρησιμοποιήσω την τέχνη για αυτό.» Τα παπλώματα με ιστορίες όπως το “Picasso’s Studio” και “The Sunflowers Quilting Bee at Arles” (και τα δύο του 1991) βάζουν με έντονο τρόπο την αφρο-αμερικάνικη εμπειρία σε διάλογο με τη μοντέρνα ευρωπαϊκή κουλτούρα, με έντονα χρώματα, παιδικές μορφές και αθώο χιούμορ. Η δουλειά της είναι αυτήν τηη στιγμή το θέμα μιας ατομικής έκθεσης στο Sonoma County Museum στη Σάντα Ρόζα της Καλιφόρνιας.

Η Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα Γιόκο Όνο (γενν. 1933) είναι τόσο διάσημη στον κόσμο της τέχνης όσο κακόφημη είναι έξω από αυτόν. Ενώ η κοινή γνώμη κατακρίνει την Όνο ως τη γυναίκα που «διέλυσε τους Beatles», το καλλιτεχνικό κοινό την αναγνωρίζει ως μια σημαντική φιγούρα στην ιστορία της εννοιολογικής τέχνης και της τέχνης της περφόρμανς. Η χαρακτηριστική της περφόρμανς “Cut Piece” (1964) μπορεί να μεταφραστεί ως ένα φεμινιστικό έργο, μια αλληγορία της σεξουαλική βίας, ένα έργο διαμαρτυρίας ή ως στριπτίζ: η ίδια το χαρακτηρίζει ως μία δήλωση «ενάντια στη γήρανση, ενάντια στο ρατσισμό, ενάντια στο σεξισμό και ενάντια στη βία». Θέλει απίστευτη αντοχή όχι μόνο για να μπορέσει κάποιος να συνεχίσει να δουλεύει, αντιμέτωπος με τις διαρκείς επιθέσεις που εξακολουθεί να δέχεται η Όνο, αλλά και για να αφήσει τα έργα της τόσο ανοιχτά στις αντιδράσεις των θεατών. Ένα βίντεο από το “Cut Piece” εκτίθεται σε μια αναδρομική του έργου της Όνο στο Reykjavík Art Museum.

Οι «κακιές γυναίκες» θριαμβεύουν παρά τις αντιξοότητες: καταφέρνουν το μεγαλείο χωρίς να απολογούνται για αυτό. Μια «κακιά γυναίκα» δε φοβάται να κριτικάρει την πατριαρχεία, να αναδείξει τον εαυτό της και να προκαλέσει την εξουσία. Όπως είχε πει κάποτε η Χάριετ Χόσμερ, «τιμώ οποιαδήποτε γυναίκα έχει τη δύναμη να βγει από την πεπατημένη όταν αισθάνεται ότι τα βήματά της την οδηγούν σε άλλο δρόμο.»

Πηγή: mutualart.com

Απόδοση: Χρόνης Μούγιος