www.artnews.gr

Κυριακή, 19. Φεβρουάριος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Brad Troemel, το τρολ της διαδικτυακής τέχνης

Brad Troemel, το τρολ της διαδικτυακής τέχνης

E-mail Εκτύπωση PDF
atroemel

Του Άντριαν Τσεν

Ένα απόγευμα πρόσφατα, ο Μπραντ Τρέμελ (BradTroemel) μου έδειξε μια εικόνα ενός γλυπτού που δεν μπορούσα να πιστέψω: εφτά χιλιάδες πεταλούδες μονάρχες στοιβαγμένες πάνω σε μια αιωρούμενη μαγνητική βάση. Ο Τρέμελ επινόησε το γλυπτό πριν από έξι μήνες, και το καταχώρησε, έναντι $1.200, στο διαδικτυακό του κατάστημα Ultra Violet Production House. Το έργο φαινόταν πολύ όμορφο για έναν κατάλογο, αλλά δεν υπήρχε στην πραγματικότητα: η εικόνα ήταν φτιαγμένη στο Photoshop. Ο αγοραστής θα λάβει τα στοιχεία που χρειάζονται για να φτιαχτεί το έργο, μαζί με οδηγίες για τη συναρμολόγησή του και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Έπειτα θα θα το κατασκευάσει μόνος του, κολλώντας μία μία τις πεταλούδες. Ο Τρέμελ είχε υπολογίσει ότι οι πεταλούδες θα ζυγίζουν περίπου 400 γραμμάρια, το βαρύτερο φορτίο που θα μπορούσε να αντέξει η βάση. Το γλυπτό θα μείνει όρθιο πιθανότατα μόνο για μια στιγμή, όπως ένα στοιχείο από τον περιοδικό πίνακα το οποίο μπορεί να υπάρξει μόνο μια στιγμή, πριν πέσει στο έδαφος.

Το γλυπτό ήταν ένα από τα εβδομήντα οκτώ έργα που ο Τρέμελ και ο συνεργάτης του, ο καλλιτέχνης Τζόσουά Σιταρέλα (Joshua Citarella), συνέλαβαν τους τελευταίους έξι μήνες και έβαλαν προς πώληση στο κατάστημά τους στο Etsy, το διαδικτυακό κατάστημα για χειροποίητα προϊόντα. Πολλά από αυτά είναι αντικείμενα καθημερινής χρήσης με περίεργες λεπτομέρειες που τους δίνουν μια παραδοξότητα: ένας καναπές με μπαλώματα από χαρντ κορ πανκ μπάντες, ή μια σανίδα πάνω σε δύο υπολογιστές Apple, που λειτουργεί ως παγκάκι.

Το Ultra Violet Production House ήταν η τελευταία προσπάθεια του Τρέμελ να χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο για να δημιουργήσει τέχνη έξω από το σύστημα των γκαλερί, το οποίο βρίσκει υπερβολικά αργό, υπερβολικά απομονωμένο, γεμάτο φύλακες και ότι εξαρτάται πολύ από τα οικονομικά βάρη και τη χρονοβόρα διαδικασία της κατασκευής καλλιτεχνικών αντικειμένων: θεωρεί ότι θα μπορούσε να ωφεληθεί από από μια ρήξη του στυλ του Amazon. Το πρότζεκτ του Τρέμελ είναι ταυτόχρονα ένα χτύπημα στους αυστηρούς κανόνες του κόσμου της τέχνης, αλλά και ένα πείραμα για το πώς ενδέχεται να έμοιαζε η τέχνη αν αυτοί οι κανόνες δεν υπήρχαν. «Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με σοβαρότητα», λέει ο Τρέμελ. «Θα έπρεπε να είσαι πραγματικά τρελός για να το κάνεις αυτό.»

Ο Τρέμελ είναι γνωστός ως ο συνδημιουργός του δημοφιλούς blog στο Tumblr “Jogging”, ένα διαδικτυακό εργοστάσιο τέχνης το οποίο, ξεκινώντας από το 2009, παρήγαγε χιλιάδες περίεργες εικόνες που θόλωσαν τη διαφορά μεταξύ τέχνης και meme. Μια κοντινή φωτογραφία ενός MacBook βυθισμένου σε μια μπανιέρα έγινε viral και παραμένει βασική εικόνα στις ιστοσελίδες με φάρσες. Τα πιο αποτελεσματικά παράγωγα της κουλτούρας του διαδικτύου, -τα βίντεο, οι ατάκες και οι χαρακτήρες που εμφανίζονται στις αναζητήσεις μας στα κοινωνικά δίκτυα-, παίρνουν τη δύναμή τους από τις ριζικές αλλαγές στο περιεχόμενο. Ένα meme μπορεί να ξεκινήσει ως ένα αστείο ανάμεσα σε φίλους ή ως ένα σχήμα λόγου σε ένα φόρουμ, και αυτή η οικειότητα κολλάει μαζί του ακόμα και ενώσο κυκλοφορεί σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό. Η δουλειά του Τρέμελ, στα καλύτερά της, δίνει στους θεατές την έξαψη της ανακάλυψης ενός αυθεντικού viral διαμαντιού.

Το Jogging σηματοδότησε μια αλλαγή στον τρόπο που οι καλλιτέχνες προσεγγίζουν το διαδίκτυο. Ενώ οι καλλιτέχνες διαδικτυακής τέχνης τη δεκαετία του ‘90 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 θεωρούσαν σε μεγάλο βαθμό το διαδίκτυο έναν εικονικό χώρο, αποκομμένο από τον πραγματικό κόσμο, πολλοί από τους σημερινούς νέους καλλιτέχνες το θεωρούν ως «κάτι που διαποτίζει την ύπαρξη με κάθε τρόπο», μου είπε η Λόρεν Κορνέλ (Lauren Cornell), επιμελήτρια του New Museum. Ανταποκρίνονται στο διαδίκτυο «όχι ως ένα νέο μέσο, αλλά ως ένα μαζικό μέσο». Πολλοί από αυτούς τους καλλιτέχνες, όπως η Πέτρα Κόρτραϊτ (Petra Cortright), ο Πάρκερ Ίτο (Parker Ito) ο Άρτι Βίερκαντ (Artie Vierkant) και η Αμαλία Ούλμαν (Amalia Ulman), μεγάλωσαν με το Napster, το AOL και το Myspace και τώρα συχνάζουν στο Facebook και το Tumblr. Το διαδίκτυο ήταν και μια εμμονή αλλά και μια καθημερινή πραγματικότητα. Αυτοί οι καλλιτέχνες έφτιαξαν ένα είδος κινήματος, το οποίο έγινε γνωστό, αρχικά με περιπαικτικό τρόπο, ως “μετά-διαδίκτυο” (post-Internet. (Ο όρος έφυγε γρήγορα από τη μόδα και τώρα αντιμετωπίζεται με μορφασμούς ντροπής.) Η συνειδητή αποδοχή της διαδικτυακής αργκό από το Jogging, η αναίσχυντη αναζήτηση προσοχής και η θολούρα του αληθινού και του εικονικού ταίριαξαν καλά σε μια μετά-διαδικτυακή στιγμή.

Η τέχνη του Τρέμελ παίζει με το κεντρικό παράδοξο του διαδικτύου: την τεχνολογία που υποτίθεται ότι θα μας απελευθέρωνε από τη μουντή πραγματικότητα δημιούργησε μια ολόκληρη καινούρια κατηγορία από άγχη. Για τον αυξανόμενο αριθμό των καλλιτεχνών που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για να διανείμουν τα έργα τους, το κεντρικό πρόβλημα έγινε το πως κάποιος μπορεί να ξεχωρίσει μέσα σε αυτόν το χείμαρρο πληροφοριών -αυτό που ο πρωτοπόρος της ψηφιακής τέχνης Κόρι Αρκέιντζελ (Cory Arcangel) όρισε ως «το σύνδρομο του δεκατετράχρονου Φιλανδού», σύμφωνα με το οποίο οποιοσδήποτε έφηβος με ένα iPhone  μπορεί να φτιάξει κάτι που τραβάει την προσοχή. Για τον Τρέμελ, η λύση είναι να αποδεχθείς τη μανιώδη δημιουργικότητα και την επιδέξια χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σε ένα γραπτό το 2014, ο Τρόεμελ επινόησε τον όρο “aesthlete”, για να περιγράψει το είδος του καλλιτέχνη που μπορεί να παραμείνει σχετικός σήμερα. Ο aesthlete, έγραψε, «παράγει μια συνεχή ροή δουλειάς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να επικρατήσει του κύματος της ροής του newsfeed των θεατών ή να γίνει o ίδιος το κύμα». Ο Τρέμελ έχει πενηνταέξι χιλιάδες ακόλουθους στο Instagram, και δημοσιεύει συνήθως μια φωτογραφία τη μέρα στη 1 μ.μ., που έχει δει ότι ασχολούνται περισσότερο οι χρήστες.

Όταν ο Τρέμελ μου έδειξε το γλυπτό με τις πεταλούδες, ήταν κατά τη διάρκεια ενός καλλιτεχνικού residency,  με όνομα Work in Progress, οργανωμέν από την 24χρονη Βρετανίδα συλλέκτη και επιμελήτρια Τίφανι Ζαμπλούντοβιτς (Tiffany Zabludowicz). Ο πατέρας της Ζαμπλούντοβιτς, ένας επιφανής συλλέκτης, είναι ιδιοκτήτης του κτιρίου γραφείων στην Times Square που στέγασε το residency, όπου μίλησα με τον Τρέμελ. Ένα δελτίο τύπου που μου έδωσε στην υποδοχή έλεγε ότι το residency «αμφισβητεί τη ρομαντική και ιδεαλιστική άποψη για το εργαστήριο ενός καλλιτέχνη».

Αυτό βόλεψε τον Τρέμελ, του οποίου η άποψη για την τέχνη δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο ρομαντική. Κάποια στιγμή μου περιέγραψε τη «συνταγή» για μια έκθεση σε γκαλερί: «Έχεις μια σειρά από έργα τοίχου, τα οποία προορίζονται για να πουλήσουν και αυτά στο πάτωμα που σκοπό έχουν να κάνουν τα πράγματα να φαίνονται δύσκολα.»

Όντας παλαιστής στο λύκειο, ο Τρέμελ, ο οποίος τώρα είναι εικοσιεννιά, έχει ένα έντονο βλέμμα, και όταν μιλάει για την τέχνη του κάνει έντονες κυκλικές κινήσεις με τα χέρια του, σα να γεννάει στην κυριολεξία ιδέες. Γυμνάζεται πολύ και πίνει N.O.-XPLODE, ένα συμπλήρωμα γυμναστικής. «Νομίζω ότι κατά βάθος είναι αθλητής ότι θέλει να νικήσει στην τέχνη», μου είπε ο καλλιτέχνης και πρώην συνεργάτης του στο Jogging, Νικ ΝτεΜάρκο (Nick DeMarco). Όταν ρώτησα τον Τρέμελ για ποιο λόγο συμπαθεί τον τωρινό του έμπορο Ζακ Φόιερ (Zach Feuer), συνιδιοκτήτη της Feuer/Mesler Gallery στο Μανχάταν, θυμήθηκε ότι, όταν γνωρίστηκαν, ο Φόιερ του είπε: «Είμαι καπιταλιστής. Θέλω να βγάλω λεφτά από σένα και θέλω να βγάλω λεφτά για εσένα.»

Στις οκτώ του πρωινού που ξεκίνησε το residency, πριν έρθουν οι άλλοι καλλιτέχνες, ο Τρέμελ και ο Σιταρέλα διεκδίκησαν το γωνιακό γραφείο, το οποίο και άδειασαν, με εξαίρεση δύο γραφεία, τα οποία τοποθέτησαν το ένα πίσω από το άλλο, με iMacs  πάνω τους, και μια κουρελιασμένη βαλίτσα, με την οποία ο Τρόεμελ μετέφερε παλιά υπολογιστές. Οι δύο τους αποφάσισαν να διπλασιάσουν τον αριθμό των αντικειμένων τους στο διαδικτυακό κατάστημά τους τις επόμενες τρεις εβδομάδες.

Ακόμα και για καλλιτέχνες που ενδιαφέρονται για τον ψηφιακό χώρο, το να πουλάνε υπαρκτά έργα είναι συνήθως ο μόνος τρόπος για να μπορέσουν να ζήσουν. Η δουλειά που έχει φτιάξει ο Τρέμελ για γκαλερί είναι ένα εκλεκτικό μείγμα συναρμολογημένων έργων, γλυπτικής και ζωγραφικής, που σχολιάζει σύγχρονα φαινόμενα όπως το Bitcoin, η αγορά της τέχνης και η ανταλλακτική οικονομία. Μια από της αγαπημένες του στρατηγικές είναι το να συνδυάζει καταναλωτικά αντικείμενα με συμβολική αξία, -νομίσματα, βιολογικά τρόφιμα, πολιτικές αφίσες, βιβλία κριτικής θεωρίας, με σκοπό να δημιουργήσει ένα επιχείρημα, το οποίο είναι συνήθως ασαφές μέχρι κάποιος να διαβάσει τις μακροσκελείς καλλιτεχνικές δηλώσεις που γράφει για όλες σχεδόν τις εκθέσεις του.

Ο Τρέμελ αντιμετωπίζει τη δουλειά που φτιάχνει για την γκαλερί είναι με όρους δημοσιοποίησης στο διαδίκτυο. «Δε θα ήταν ενδιαφέρουσα καταχώρηση στο Instagram αν για επτά χρόνια ανέβαζα κάθε μέρα το ίδιο έργο», μου είπε. Μια φορά, σε μια φουάρ, επιμελήθηκε ένα περίπτερο στο οποίο άλλαζε το έργο κάθε ώρα, σε μια προσπάθεια  να μιμηθεί τη λογική του διαδικτύου. Πολλά από τα έργα του αποσυντίθεται αναπόφευκτα όπως μια ανανέωση περιεχομένου σε μια οθόνη κατεβαίνει προς τα κάτω. Σε μια έκθεση, έβαλε φρέσκα ψάρια, τα οποία είχε αγοράσει στην Τσαϊνατάουν, μαζί με λουλούδια και μεταλλικά νομίσματα που συμβόλιζαν το ψηφιακό νόμισμα Litecoin σε μια πλαστική επιφάνεια, τα σφράγισε και κρέμασε το σωρό στον τοίχο. Αυτό δημιούργησε ένα απόκοσμα όμορφο ανάγλυφο μέχρι που, μετά από λίγες μέρες μέσα στη ζεστή γκαλερί, το ψάρι σάπισε, γεμίζοντας το έργο αέρια, με αποτέλεσμα να σκάσει. Δεν είναι πάντα η αταξία επιδιωκόμενη. Κατά τη διάρκεια κάποιον εγκαινίων πέρσι, ένα τηλεκατευθυνόμενο drone, το οποίο πιλόταρε ο Τρέμελ, ξέφυγε από τον έλεγχο και μπλέχτηκε με απαίσιο τρόπο στα μαλλιά ενός από τους επισκέπτες. Στην ίδια έκθεση, τρεις στήλες ύψους πέντε μέτρων, από γιγάντια τούβλα Jenga, κατέρρευσαν στο έδαφος κατά την διάρκεια της εγκατάστασης. Ο Τρέμελ αντικατέστησε τα τούβλα με μια σειρά από δοχεία με νερό, τα οποία κρέμασε σε περίεργες γωνίες πάνω από το έδαφος. Τη βραδιά των εγκαινίων ένα από αυτά αναποδογύρισε και μούσκεψε έναν επισκέπτη. «Οι εγκαταστάσεις του Μπραντ είναι πάντα χαοτικές», είπε η Λόρεν Μαρινάρο (Lauren Marinaro), διευθύντρια της Feuer/Mesler. «Έρχεται μέσα σίγουρος για όλες του τις ιδέες, αλλά καμιά φορά τις τελειοποιεί εκεί.»

Ο Τρέμελ ήλπιζε ότι το Ultra Violet Production House θα κάνει την δημιουργία υλικών έργων τόσο ακίνδυνη όσο το να δημοσιοποιείς κάτι στο Instagram. Όχι πια βαρετές διαδικασίες κατασκευής ή ακριβά ενοίκια εργαστηρίου: απλά κολλάς μαζί μια εικόνα με ένα θέμα, ψάχνεις τα απαραίτητα υλικά στο διαδίκτυο και περιμένεις να αρχίσουν οι παραγγελίες. Όταν επισκέφθηκα το residency Work in Progress, αυτός και ο Σιταρέλα είχαν κάνει τριανταδύο πωλήσεις με περίπου $3.000 κέρδος. Τα πιο ακριβά αντικείμενα, τα οποία πουλήθηκαν για $5.000 το καθένα, ήταν δυο κορνιζαρισμένες επιταγές από ένα διακανονισμό που έγινε ενάντια στην εταιρία οικολογικών προϊόντων Tom’s of Maine.

Όταν ο Τρέμελ ήταν δεκατριών ετών, ανακάλυψε τις υπηρεσίες κοινής χρήσης αρχείων Napster και KaZaA. Αυτός και η μητέρα του ζούσαν με τους γονείς της στην Ορόρα, προάστιο του Σικάγο. Υπολογίζει ότι είχε κατεβάσει παράνομα περίπου δεκαπέντε χιλιάδες τραγούδια στο σπίτι των παππούδων του. Η κοινή χρήση αρχείων «μου έδωσε την ευκαιρία να καταναλώσω τόσο πολύ πολιτισμό, τόσα πολλά τραγούδια και συγκροτήματα, τα οποία ήταν εναύσματα για άλλα πράγματα», είπε. «Έμαθα αρκετά.» Αλλά, το 2001 ο παππούς του δέχτηκε μήνυση από την Ένωση της Βιομηχανίας Ηχογράφησης της Αμερικής. Οι οικογένεια πλήρωσε πέντε χιλιάδες δολάρια. «Ήταν κάπως θλιβερό και έντονο», είπε. «Δε μας κατέστρεψε. Απλά μας πήγε πίσω και δεν το χάρηκα.»

Τα χρόνια του γυμνασίου και του λυκείου κυριαρχούσε στη ζωή του η πάλη, την οποία ενθάρρυνε ο πατέρας του, ο οποίος έμενε κοντά τους. Ο Τρέμελ προπονείτο όλον το χρόνο και πήγαινε σε τουρνουά σχεδόν κάθε βδομάδα. Θαύμαζε την αξιοκρατική φύση του αθλήματος, στο οποίο οι διαγωνιζόμενοι χωρίζονται σε κατηγορίες ανάλογα με το βάρος και την ηλικία τους. «Είναι μια καθαρή μορφή ανταγωνισμού», είπε. Ακόμα παρακολουθεί τις εξελίξεις του αθλήματος: ένα απόγευμα, καθώς τρώγαμε, έβγαλε το κινητό του και παρακολούθησε  τα καλύτερα στιγμιότυπα ενός πρόσφατου μαθητικού τουρνουά, καθώς κατέβαζε ένα κουβανέζικο σάντουιτς. 

Κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους στο λύκειο, ο Τρέμελ παρακολούθησε μαθήματα φωτογραφίας. Του άρεσε πώς η φωτογραφία μπορούσε να τον βοηθήσει να βάλει σε διαφορετικό πλαίσιο βαρετές λεπτομέρειες της καθημερινότητάς του, με τρόπο παρόμοιο, όπως είπε, με το πώς ένας που κάνει σκέιτμπορντ μετατρέπει ένα κιγκλίδωμα σε ένα παραγωγικό εμπόδιο. Πήρε υποτροφία για ένα προ-κολεγιακό πρόγραμμα στο School of Visual Arts της Νέας Υόρκης και όταν γύρισε στο Ιλινόις άρχισε να σκέφτεται μια καριέρα στην τέχνη.

Η δουλειά του είναι εμπνευσμένη από το ζευγάρι Γερμανών καλλιτεχνών Μπερντ και Χίλα Μπέχερ (Bernd & Hilla Becher), οι οποίοι φωτογράφισαν εκατοντάδες βιομηχανικά κτήρια και τα χώρισαν σε πλέγματα, τα οποία ονόμασαν «τυπολογίες». Το θέμα του Τρέμελ ήταν το τοπίο κοντά στο σπίτι του. Ήταν 2007, το απόγειο της στεγαστικής φούσκας, και τριγυρνούσε βγάζοντας φωτογραφίες διάφορα αντικείμενα της προαστιακής ανάπτυξης. Έφτιαξε μια σειρά με δείκτες υποδιαίρεσης σκυροδέματος, τακτοποιώντας εκατοντάδες φωτογραφίες σε ένα πλέγμα του στυλ των Μπέχερ. Η δουλειά ήταν εντυπωσιακή κορνιζαρισμένη στον τοίχο του, αλλά όταν ανέβασε μια φωτογραφία της στο Facebook ήταν συμπιεσμένη στο μέγεθος όλων των άλλων δημοσιοποιήσεων και χάθηκε σε έναν ωκεανό από περιεχόμενα. «Η αναλογία κόπου και ορατότητας δεν ήταν ικανοποιητική», είπε.

Ο Τρέμελ γράφτηκε στο School of the Art Institute του Σικάγο, όπου και απογοητεύτηκε από αυτό που είδε ως έλλειψη σοβαρότητας από πολλούς συμμαθητές του. Υποστηρίζει ότι υπάρχει «κάποια αλήθεια» στο στερεότυπο ότι οι καλλιτέχνες είναι τεμπέληδες. «Οι τύποι των ανθρώπων που πάνε σε σχολές καλών τεχνών είναι συνήθως πλούσιοι, και για πολλούς είναι κάτι σα διακοπές», μου είπε. Ο Τρέμελ ήταν εριστική φιγούρα στην πανεπιστημιούπολη. Κυριαρχούσε στις συζητήσεις στην τάξη του και ήταν ιδιαίτερα επικριτικός με τους συμμαθητές του. «Αναγνωρίζω ότι ήμουν εκνευριστικός, φαντασμένος και ναρκισσιστής, και γενικά μάλλον ανυπόφορος για παρέα», είπε.

Ο Τρέμελ τείνει προς τους καλλιτέχνες των οποίων η δουλειά κατατάσσεται ως θεσμική κριτική, με θεματολογία τις κρυφές λειτουργίες του ίδιου του κόσμου της τέχνης. Η θεσμική κριτική γεννήθηκε στο πολιτικό κλίμα των τελών της δεκαετίας του ‘60, όταν εννοιολογικοί καλλιτέχνες άρχισαν να προσπαθούν να ανατρέψουν τις συμβάσεις του μουσείου και της γκαλερί. Στην πρώτη ατομική έκθεση του Γάλλου καλλιτέχνη Ντανιέλ Μπουρέν (Daniel Buren), μια εγκατάσταση από τις χαρακτηριστικές κάθετες ρίγες του, ο ίδιος μπλόκαρε την είσοδο της γκαλερί. Ο Μαρσέλ Μρουντάερς (Marcel Broodthaers), Βέλγος ποιητής και καλλιτέχνης, δημιούργησε ένα φανταστικό μουσείο το οποίο χρεωκόπησε και έπρεπε να πουλήσει τη συλλογή του. Ο Τρέμελ εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από το έργο της Άντρεα Φρέιζερ (Andrea Fraser), της οποίας οι περφόρμανς εναντιώνονταν στην ελίτ του κόσμου της τέχνης. (Σε ένα έργο, η Φρέιζερ κινηματογράφησε τον εαυτό της να κάνει σεξ με ένα συλλέκτη, ο οποίος πλήρωσε για αυτό το δικαίωμα.)

Πλέον, ο Τρέμελ λέει ότι επηρεάζεται από την κριτικό Λούσι Λίπαρντ (Lucy Lippard), η οποία στη δεκαετία του ‘70 υποστήριζε ότι η «άυλη» εννοιολογική τέχνη, -διαλέξεις, περφόρμανς, φωτισμός-, μπορεί να καταφέρει να ξεφύγει από την εμπορευματοποίηση της αγοράς της τέχνης. Τον ελκύει αυτό που η Λίπαρντ και ο κριτικός Τζον Τσάντλερ (John Chandler) είχαν κάποτε ονομάσει «υπερ-εννοιολογικό», όπου η ιδέα πίσω από τη δουλειά είναι αυτό που έχει σημασία. Πολλοί από τους αγαπημένους καλλιτέχνες του Τρέμελ δεν είναι καν καλλιτέχνες: όταν τον ρώτησα να φτιάξει μια λίστα με τα άτομα που θαυμάζει, περιέλαβε τον κωμικό Andy Kaufman, τον ιδρυτή του BuzzFeed Jonah Peretti και το Ross Ulbricht, ιδρυτή της διαδικτυακής αγοράς ναρκωτικών Silk Road.

Καθώς ο Τρέμελ απορροφούσε τα μαθήματα της θεσμικής κριτικής, ανακάλυψε τη δουλειά δημοφιλών συγγραφέων τεχνολογίας, όπως τον Clay Shirky και τον πρώην εκδότη του Wired Chris Anderson, ο οποίος πίστευε ότι το διαδίκτυο θα φέρει μια δημοκρατική επανάσταση και σε άλλους τομείς του πολιτισμού. Διάβασε το βιβλίο του Anderson The Long Tail, στο οποίο ισχυρίζεται ότι οι άπειρες επιλογές οι οποίες εξαπλώνονται στο διαδίκτυο θα οδηγήσουν στην επιτυχία εξειδικευμένων προϊόντων και επιχειρήσεων. Ο Τρέμελ είδε το διαδίκτυο ως έναν τρόπο να παρακάμψει την αγορά τέχνης, διανέμοντας ελεύθερα τέχνη. Αγκάλιασε μια ριζική τεχνο-ελευθεριακή ιδεολογία, την οποία συνόψισε στην προπτυχιακή του διατριβή, ένα μανιφέστο εικοσιδύο σελίδων με τίτλο “Free Art.”

Η “Free Art” επαναπροσδιορίζει την ιστορία της μοντέρνας τέχνης ως μια ιστορία εξουσιομανών κριτικών και επιμελητών που προσπαθούν να περιορίσουν τη δημοκρατική δύναμη των νέων τεχνολογιών. Αλλά, όπως εξήγησε με ενθουσιασμό το Τρέμελ, το διαδίκτυο έφερε μια περίοδο όπου η τέχνη λαμβάνεται ως καθαρή πληροφορία, χωρίς να περιορίζεται από την αγορά. «Μας δόθηκε η ευκαιρία να πετύχουμε σπουδαία πράγματα από μόνοι μας χωρίς τις επιπτώσεις της διαφθοράς από την αγορά, τις γκαλερί και τα μουσεία», γράφει. «Η θυσία που σου ζητά η Free Art είναι η δική σου άνεση και ηρεμία: είναι ευκολότερο να συνεχίσεις να επιτρέπεις σε άλλους να εκπροσωπούν και να διανέμουν τέχνη, αλλά δε θα προτιμούσες να το κάνεις μόνος σου;»

Στη σχολή καλών τεχνών, ο Τρέμελ και η συμμαθήτριά του και κοπέλα του τότε Λόρεν Κρίστιανσεν (Lauren Christiansen), είχαν την γκαλερί Scott Projects, η οποία βρισκόταν έξω από το διαμέρισμά τους. Η Scott Projects εξέθετε έργα από σπουδαστές τέχνης του Σικάγο και οι εκθέσεις της είχαν μεγάλη προσέλευση. Όταν ο Τρέμελ και η Κρίστιανσεν άρχισαν να εκθέτουν καλλιτέχνες εκτός Σικάγο, όμως, η προσέλευση μειώθηκε αισθητά. Ο κόσμος για να στηρίξει τους φίλους του. Αλλά ο Τρέμελ πρόσεξε ότι η κίνηση στην ιστοσελίδα της γκαλερί ανέβηκε, -θαυμαστές των εκτός του Σικάγο καλλιτεχνών κλίκαραν στις φωτογραφίες των εκθέσεών τους-, και άρχισε να σκέφτεται την γκαλερί ως δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με την ιστοσελίδα της.

Το διαμέρισμα του Τρέμελ και της Κρίστιανσεν γέμισε με κομμάτια υλικών που περίσσευαν από τις εκθέσεις της Scott Projects, οπότε άρχισαν να τα χρησιμοποιούν για να φτιάξουν αυτά που ο Τρέμελ ονόμασε «γλυπτά σκουπιδιών». Δημοσίευαν φωτογραφίες των γλυπτών σε ένα μπλόγκ του Tumblr το οποίο ονόμασαν “Jogging”, λόγο του σταθερού ρυθμού με τον οποίο επιδίωκαν αν τα ανεβάζουν. Όπως ο Τρέμελ, η Κρίστιανσεν ήταν κορυφαία αθλήτρια στο λύκειο, -είχε απορρίψει μια σημαντική αθλητική υποτροφία από το Arizona State University-, και μοιράζονταν και οι δύο μια ανταγωνιστική λογική, την οποία διοχέτευαν στο να φτιάχνουν τα γλυπτά σκουπίδια τους όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Αρχικά, είπε η Κρίστιανσεν, «ήταν απλώς κάτι διασκεδαστικό και, ειλικρινά, κάτι προσωπικό που κάναμε μαζί.»

Η τέχνη τους δεν ήταν κάτι το εντυπωσιακό οπτικά. Ήταν μια στοίβα από πάγο την οποία είχαν βάψει χρυσή με σπρέι και ένα μονόλιτρο μπουκάλι Diet 7 UP Cherry, το οποίο ισορροπούσε πάνω σε μια στέκα μπιλιάρδου. Ο Τρέμελ και η Κρίστιανσεν άρχισαν να χρησιμοποιούν το Photoshop για να κάνουν πιο θεαματικές τις εικόνες των γλυπτών τους, συνδυάζοντάς τα με εικόνες και υφές που έβρισκαν στο Google. Τελικά, άρχισαν να δημιουργούν «γλυπτά» που έμοιαζαν ρεαλιστικά και αποτελούνταν αποκλειστικά από εικόνες που έβρισκαν στο διαδίκτυο.

Το Jogging ήταν ένα προσωπικό αστείο, το οποίο χρησιμοποίησαν ως ένα είδος θεσμικής κριτικής. Το κάθε έργο, ανεξάρτητα με το πόσο γενικό ή αυτοσχεδιαστικό και να ήταν, είχε έναν επίσημο τίτλο. Εκτός του ότι λειτουργούσε ως σατιρικό χτύπημα στην υποκρισία του κόσμου της τέχνης, ήταν επίσης, σύμφωνα με τον Τρέμελ, μια σκόπιμη προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί το «κοινωνικό κεφάλαιο» των μουσείων τέχνης, με σκοπό να βοηθήσει τις κακές εικόνες του Jogging να ξεχωρίσουν ανάμεσα στις χιλιάδες κακής ποιότητας εικόνες στο Tumblr. Η ευαισθησία του Jogging στη συνέχεια θα χαρακτηριζόταν από αυτήν την ειρωνεία: φαινόταν να καταδεικνύει το ότι ο αυτοκράτορας δεν έχει ρούχα ενώ περνάει τρέχοντας φορώντας αόρατες φόρμες Nike.

Το 2010, ο Τρέμελ και η Κρίστανσεν πήγαν στην Νέα Υόρκη: εκείνος για μεταπτυχιακό στην τέχνη εργαστηρίου στο New York University, ενώ εκείνη άνοιξε μια γκαλερί στην Τσέλσι. Το Jogging, το οποίο είχε αποκτήσει ένα μικρό αλλά φανατικό κοινό, χάθηκε για σχεδόν δύο χρόνια. Στο N.Y.U., ο Τρόεμελ άρχισε να τροποποιεί την αντικαλλιτεχνική του στάση. Στο N.Y.U., ο Τρέμελ άρχισε να αποκτά ενδιαφέρον για το Silk Road, το οποίο χρησιμοποιούσε Bitcoin και λογισμικό απόκρυψης ταυτότητας όπως το Tor network, για να επιτρέπει στους χρήστες να αγοράζουν και να πουλάνε παράνομα ναρκωτικά. Παράγγειλε μια μικρή ποσότητα ψυχεδελικών, αμφεταμινών και άλλων ναρκωτικών χρησιμοποιώντας υπολογιστές στο εργαστήριο του N.Y.U., ώστε να παραμείνει ανώνυμος. Το εργαστήριο είχε ξύλινο πάτωμα που έτριζε και θυμάται να αισθάνεται ότι τον παρακολουθούσαν όλοι. Δε βοήθησε την παράνοιά του το ότι έκανε γενναιόδωρη διακίνηση των ναρκωτικών που αγόρασε. «Ήμουν πολύ κοντά στο να πάθω νευρικό κλονισμό», είπε.

Τον εντυπωσίασαν περισσότερο τα πακέτα αποστολής του Silk Road παρά τα περιεχόμενά τους, οι τρόποι δηλαδή με τους οποίους οι πωλητές εξισορροπούσαν την ανάγκη για ανωνυμία με την ανάγκη να διαφημίσουν τα προϊόντα τους. Η διατριβή του Τρέμελ ήταν μια εγκατάσταση η οποία περιείχε υλικά αποστολής τα οποία είχε λάβει από τους πωλητές του Silk Road. Υπήρχε μια πλαστική σακούλα η οποία ήταν διακοσμημένη με κόκκινα ζάρια, μια ψεύτικη ταυτότητα μέσα σε ένα φυλλάδιο ψηφοφόρου των τοπικών εκλογών της Επαρχίας Πίρς στην Ουάσινγκτον και ένα πακέτο κεταμίνης κολλημένο με ταινία στο πίσω μέρος μιας Χριστουγεννιάτικης κάρτας. Στο πάτωμα βρισκόντουσαν χιλιάδες πλαστές πένες, τις οποίες είχε παραγγείλει από την Κίνα, μαζί με χιλιάδες αντίγραφά ενός “πασπαρτού”, φτιαγμένο από το γειτονικό κλειδαρά, το οποίο θεωρητικά μπορούσε να επιτρέψει σε οποιονδήποτε να διαρρήξει την γκαλερί. «Ήμουν σε φάση ότι μπορώ να φτιάξω εντελώς παράνομα αντικείμενα», είπε.

Ο Τρέμελ δείχνει έντονο ενδιαφέρον για τις καλλιτεχνικές προεκτάσεις μιας συγκεκριμένης μορφής προσοχής, μοναδικής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: τον έντονο καταιγισμό από clicks, likes και shares, γνωστά ως “virality”. Το 2012, το Jogging άνοιξε ξανά με το virality ως κύριο στόχο. Τον Τρέμελ γοητεύτηκε από τον αναρχικό τύπο δημοσιεύσεων του 4chan, οι ανώνυμοι χρήστες του οποίου είναι διάσημοι για δημοσιεύσεις πορνογραφικού υλικού και ακραίας βίας. Είναι μια δύναμη στην κουλτούρα του διαδικτύου, και ο Τρέμελ εντυπωσιάστηκε από την επιτυχία κάποιων από τα κόλπα τους, όπως όταν οι χρήστες χάκαραν και έβαλαν το όνομα του ιδρυτή του 4chan Christopher (moot) Poole, στην κορυφή του Προσώπου της Χρονιάς της ψηφοφορίας του περιοδικού Times.

Η θεσμική κριτική στο Jogging εξαφανίστηκε όταν ο Τρέμελ και η Κρίστιανσεν άνοιξαν τη σελίδα στο κοινό και άρχισαν να τους πληρώνουν ανάλογα με το ποσοστό της προσοχής που προσέλκυε η κάθε δημοσιοποίηση. Το Jogging εξελίχθηκε από τότε είχε φτάσει να είναι ανάμεσα στο 1% των πιο δημοφιλών blogs του Tumblr, και προσέλκυσε το ενδιαφέρον μέσα αλλά και έξω από τον καλλιτεχνικό χώρο.

Η κριτικός Πάντι Τζόνσον (Paddy Johnson) θυμάται να επισκέπτεται σχολές καλών τεχνών εκείνη την περίοδο και «δεν υπήρχε ούτε ένας σπουδαστής τέχνης που να μη διαβάζει την ιστοσελίδα». Το  Jogging είχε και επικριτές. Ο κριτικός Μπράιαν Ντρόιτκουρ (Brian Droitcour) δημοσίευσε ένα κείμενο στο περιοδικό Art in America, λέγοντας πως η οικειοποίηση στρατηγικών branding πολυεθνικών αποτελούσαν κάτι λίγο παραπάνω από μια άσκηση καριέρας. «Αυτό που μοιάζει με τέχνη είναι ουσιαστικά επιχείρηση», έγραψε.

Εκείνο τον καιρό ανακάλυψα κι εγώ το Jogging, μιας και το μοιράστηκε ένα blog του Tumblr που ακολουθούσα. Κάθε δημοσιοποίηση ήταν ενδιαφέρουσα από την πλευρά της , αλλά το πραγματικό μυστήριο ήταν ο σταθερός ρυθμός με τον οποίο εμφανίζονταν οι νέες δημοσιοποιήσεις, κάθε λίγες ώρες, με την κάθε μία να προσφέρει μια περίεργη αλλά συνεπή αισθητική. Ποιος το έκανε αυτό και γιατί; Αντί για ονόματα, οι δημοσιοποιήσεις συνοδεύονταν από αφηρημένα σύμβολα, τα οποία οδηγούσαν στην ιστοσελίδα των δημιουργών. Πολλά από αυτά είχαν παραπομπές στα πορτφόλιο νέων καλλιτεχνών, πολλοί από τους οποίους ήταν ακόμα στο πανεπιστήμιο. Εκείνη την περίοδο ήμουν ενθουσιασμένος με την ιντερνετική κουλτούρα αλλά δε με ενδιέφερε η τέχνη. Ένας από τους κύριους πόλους έλξης του διαδικτύου είναι η διαφάνειά του. Ένα meme ή ένα βίντεο που έγινε viral μπορεί να αποτελέσει μια είσοδο σε έναν άλλο κόσμο, μιας και μπορεί κάποιος μέσω των links, να οδηγήσει στην πηγή της πληροφορίας. Φανταζόμουν ότι η σύγχρονη τέχνη ήταν ακριβώς το αντίθετο από το διαδίκτυο. Ερμητικά κλειστή, αδιαφανής εξαιτίας των πολλών θεωριών και των διαστρεβλωμένων δομών εξουσίας. Κι όμως, στο Jogging νέοι καλλιτέχνες ξόδευαν απίστευτη ποσότητα χρόνου και κόπου για να ανεβάσουν δωρεάν περίεργες και γοητευτικές κατασκευές στο διαδίκτυο, και υιοθετούσαν τη γλώσσα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με τόσο αποτελεσματικό τρόπο, ώστε η δουλειά τους έγινε αντιληπτή σε εκατομμύρια ανθρώπους που είχαν ελάχιστο ενδιαφέρον για τις τέχνες.

Ο ράπερ GucciMane, για να ανακοινώσει τη δημιουργία μιας συλλογής με μουσικές επιλογές, έκανε tweet μια εικόνα του Jogging με το σώμα του να ενώνεται με έναν καταρράκτη. Μια φωτογραφία ενός κομματιού μπέικον πάνω σε ένα μηχάνημα για ίσιωμα μαλλιών καθιερώθηκε στις ιστοσελίδες που καταγράφουν διαδικτυακές εκκεντρικότητες. Ο Τρέμελ ενθουσιάστηκε με τον τρόπο που αυτές οι εικόνες εισχώρησαν στις βαρετές γωνιές του διαδικτύου. Για αυτόν, αποδείχτηκε ότι το να κάνει κανείς τέχνη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με το ρυθμό που αυτά λειτουργούν, ήταν ένας νέος τρόπος για να επιτευχθεί ένας παλιός στόχος της εννοιολογικής τέχνης: παραγωγή τέχνης που δεν αντανακλά απλώς την κοινωνία, αλλά είναι μέρος της. Σε ένα δοκίμιο για αυτό το φαινόμενο, με τον τίτλο “The Accidental Audience” (Το Τυχαίο Κοινό), αναρωτήθηκε: «Σε ποιο σημείο οι καλλιτέχνες που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σταματούν να κάνουν τέχνη για το εξιδανικευμένο κοινό του κόσμου της τέχνης που θέλουν και αρχίζουν να αποδέχονται το νέο κοινό που έχουν;»

Ένα κοινό στοιχείο των έργων που αρέσουν στον Τρέμελ είναι η προκλητική ανακρίβεια που επιτρέπει «πολλαπλές και έντονες ερμηνείες», όπως είπε. Μετά την δημοσιοποίηση της φωτογραφίας με το MacBook βυθισμένο στην μπανιέρα, κάποιοι σχολιαστές του διαδικτύου υποπτεύονταν ότι ήταν κόλπο. Άλλοι εξέφρασαν τα συλλυπητήριά τους στον ιδιοκτήτη, υποθέτοντας ότι επρόκειτο για ατύχημα. «Είναι απλώς μια ωραία μικρή θεατρική σκηνή, συμπυκνωμένη σε μια εικόνα», είπε ο Τρέμελ.

Οι «πολλαπλές και έντονες ερμηνείες» θα μπορούσαν, επίσης, να περιγράφουν τις αντιδράσεις απέναντι στον Τρέμελ στον κόσμο της τέχνης, όπου είναι διάσημος, αλλά τον έχει διχάσει. «Απλώς προβάλει τον εαυτό του με αυτόν τον αλαζονικό τρόπο και πιστεύω ότι είτε τον αγαπούν είτε τον μισούν, και το ενενήντα τοις εκατό τον μισεί», λέει η επιμελήτρια Λίντσεϊ Χάουαρντ (Lindsay Howard). «Εκπροσωπεί το λευκό αρσενικό καλλιτέχνη σε τέτοιο βαθμό, που αποτελεί τον τέλειο εχθρό.»

«Ο ορισμός του υποκριτή είναι κάποιος που εξυψώνει κάτι που δεν είναι άξιο εξύψωσης», μου είπε η Πάντι Τζόνσον. «Ο Μπραντ το κάνει αυτό σε μεγάλο βαθμό, αλλά τίποτα από αυτά που κάνει δεν είναι πραγματικά χαζό.» Κι όμως, ο Τρέμελ έχει αποδειχθεί καλύτερος στο να τραβάει την προσοχή παρά στο να κερδίζει καλές κριτικές. Οι ατομικές του εκθέσεις δεν έχουν πάρει ποτέ κριτικές από το Times ή το Artforum, και οι κριτικοί που τις προσέχουν τείνουν να τους δίνουν μέτριες κριτικές. Ένα κλασικό παράπονο είναι ότι η τέχνη του φαίνεται σχεδιασμένη να λειτουργεί καλύτερα στο παράθυρο ενός υπολογιστή παρά στον τοίχο μιας γκαλερί. Σε μια κριτική της Τζόνσον στο Artnet για την πρώτη ατομική  έκθεση του Τρέμελ, που πραγματοποιήθηκε στη Zach Feuer το 2014, στην οποία περιλαμβανόταν ένα έργο φτιαγμένο από βιβλία του ριζοσπαστικού εκδοτικού οίκου Semiotext(e), κλεισμένα αεροστεγώς μαζί με Litecoins και βιολογικά αποξηραμένα φασόλια από το Whole Foods, έγραψε ότι αυτή η φρενήρης ανάμιξη branding και τέχνης δε μεταφράστηκε καλά στο φυσικό χώρο μιας γκαλερί, «όπου το κοινό απαιτεί -και αξίζει- ένα πιο βαθυστόχαστο μήνυμα.»

Καθώς η φήμη του Jogging μεγάλωσε, προσφέρθηκε στους συνεισφέροντες ένας μεγάλος αριθμός ευκαιριών για συνεργασία με οργανισμούς όπως το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Λος Άντζελες και το περιοδικό Dis. Το 2013 προσκλήθηκαν σε ένα residency στο Still House Group, έναν καλλιτεχνικό χώρο στο Ρεντ Χουκ στο Μπρούκλιν. Το Jogging είχε μεγαλώσει και περιελάμβανε καμιά δωδεκαριά επίσημα μέλη, αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που οι περισσότεροι από αυτούς δούλεψαν μαζί από κοντά. Συμφώνησαν ότι ήθελαν να κάνουν μια εγκατάσταση συγκεκριμένου χώρου, η οποία θα δίνει έμφαση στην παροδικότητα. Ο Τρέμελ θεώρησε ότι το έργο έπρεπε αρχικά να δείχνει ιδιαίτερα προσεγμένο, σα να ήταν δουλειά στο Photoshop, πριν αρχίσει να αποσυντίθεται. Άλλα μέλη, που ενδιαφέρθηκαν για το Jogging λόγω της κριτικής που ασκούσε στην αγορά της τέχνης, ένιωσαν ότι αυτή η  προσέγγιση ήταν υπερβολικά εμπορική. «Ήμασταν αυτοί που αγαπούσαμε την αθλιότητα του Jogging», μου είπε ο Νικ Ντε Μάρκο.

Ο Τρέμελ δεν υποχώρησε. «Τελικά, απλά πάτησα πόδι», είπε. Ο Ντε Μάρκο και ένας καλλιτέχνης με το όνομα Άαρον Γκράχαμ (Aaron Graham) τελικά αποχώρησαν από την ομάδα λόγω της διαφωνίας. «Έγινε ξεκάθαρο ότι ο Μπραντ δεν ανεχόταν την αντιγνωμία. Και ότι αυτό δεν ήταν μια ομάδα», μου είπε ο Ντε Μάρκο. «Ο Μπράντ ήταν το αφεντικό και εμείς οι υπάλληλοί του.»

«Δεν υποχωρεί σε κανέναν», είπε η Κρίστιανσεν. «Συνεργαζόμασταν πάνω σε ιδέες, κάναμε μαζί πράγματα, αλλά αυτός είχε πάντα τον έλεγχο.» Λίγο αργότερα, η Κρίστιανσεν και ο Τρέμελ χώρισαν. Όταν της μίλησα, μου είπε ότι ο Τρέμελ είναι ένας αυταρχικός νάρκισσος, ο οποίος την εκμεταλλεύτηκε, όπως και τα υπόλοιπα μέλη του Jogging για την ελεύθερη εργασία τους, ώστε να αναδείξει την καριέρα του. «Για να είμαι ειλικρινής, θέλω να κρατήσω τη μεγαλύτερη απόσταση που μπορώ» από το Jogging, μου είπε. «Με στοιχειώνει όπου και να πάω.» (Ο Τρέμελ είπε ότι η κρίση της Κρίστιανσεν είναι «θολωμένη».)

Η αντιπαλότητα δεν ήταν ορατή όταν πέρασα από την έκθεση του Jogging στο Still House την ημέρα των εγκαινίων. Ο Τρέμελ και η Κρίστιανσεν τριγυρνούσαν στον έντονα φωτισμένο χώρο βάζοντας τις τελευταίες πινελιές στα έργα, ενώ ένα καλλιτεχνικό πλήθος εικοσάρηδων έπιναν κουτάκια με Coors Light, τα οποία βρίσκονταν μέσα σε θερμός φτιαγμένο από μπαγκέτες. Εξτένσιονς από νέον ήταν παγωμένα μέσα σε μια μεγάλη κολόνα πάγου. Νεκρά ψάρια στολισμένα με ροζ και κόκκινη μεταμφίεση ήταν κολλημένα στον τοίχο. Το αγαπημένο μου κομμάτι ήταν ένα λευκό τραπέζι χρωματισμένο με μια υδροφοβική ουσία πάνω στην οποία ο Τρέμελ έχυσε ένα μπουκάλι πράσινη Gatorade και ένα μπουκάλι κίτρινη Gatorade. Αφαίρεσε ένα διαχωριστικό και τα χρώματα έμπλεξαν μεταξύ τους στη μέση. Το έργο παλλόταν στις δονήσεις των ανθρώπων που περπατούσαν τριγύρω. Η έκθεση έμεινε για μια βδομάδα και τα ψάρια σάπισαν, το γλυπτό από πάγο έλιωσε και η Gatorade εξατμίστηκε σε μια λίμνη κολλώδους ουσίας νέον.

Ο Σιταρέλα ήταν σκυμμένος πάνω από ένα ηλεκτρονικό μπλοκ σχεδίασης συνδεδεμένο στον υπολογιστή του, και χρησιμοποιούσε μια γραφίδα για να βάλει τις τελευταίες πινελιές στην εικόνα του τελευταίου τους έργου. Ο Σιταρέλα, ο οποίος ήταν βασικός συνεργάτης του Jogging, έχει μια ευχάριστη, χαλαρή συμπεριφορά και φαινόταν ατάραχος για αυτό που μου περιέγραψε ως την τραγική οικονομική του κατάσταση. Το 2012, στο αποκορύφωμα της τελευταίας οικονομικής άνθησης της αγοράς τέχνης, σταμάτησε την ανεξάρτητη δουλειά που έκανε ως επιμελητής φωτογραφιών στις γκαλερί και σε διαδικτυακές σελίδες, για να αρχίσει να πουλάει τη δική του δουλειά, -υπερβολικά λουστραρισμένες ψεύτικες εικόνες, τις οποίες περιέγραψε ως «φωτογραφία μετά το φακό»-, έναντι έως και $1.500. Ξόδεψε τα επόμενα δύο χρόνια φτιάχνοντας υπερβολική, κατά βάση, τέχνη που δεν μπορούσε να πουληθεί , -για ένα έργο έφτιαξε μια γκαλερί μέσα σε ένα δάσος- και τώρα η αγορά έχει χαλαρώσει. Πραγματοποιούσε μια έκθεση στο Λονδίνο το σαββατοκύριακο μετά το residency και είπε «αν δεν πάει καλά θα γυρίσω την Κυριακή και θα ψάξω δουλειά τη Δευτέρα.»

Ο Τρέμελ έγερνε στον τοίχο πίσω του, παρατηρώντας την εικόνα. Έδειχνε έναν πλαστικό σωλήνα, γεμάτο βάζα τύπου Mason με διατηρημένα κρέατα, κρεμασμένα με διαγώνιο τρόπο από τον τοίχο. Ένα ακρωτηριασμένο γυναικείο χέρι ήταν μέσα σε ένα βάζο στον πάτο. Ο σωλήνας ήταν μαρκαρισμένος με αριθμημένες τρύπες, μία για κάθε μέρα του μήνα: η ιδέα ήταν ότι ο χρήστης θα έπρεπε να αφαιρέσει ένα βάζο με κρέας κάθε μέρα και να το τρώει, και τα υπόλοιπα βάζα θα κυλούσαν μέσα στο σωλήνα, σηματοδοτώντας το χρόνο με το κρέας. Η ιδέα ήταν εμπνευσμένη από D.I.Y. έργα τα οποία ο Τρέμελ είχε δει στο Pinterest.

Αν και ο Τρέμελ εμπνέεται συχνά από τις πιο σκοτεινές κοινότητες του διαδικτύου -χάκερς, τρολς και εμπορεία ναρκωτικών-, πρόσφατα έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τη σχετικά υγιή σκηνή του Pinterest, όπου μαζεύονται φίλοι της διακόσμησης και της χειροτεχνίας. (Η πιο πρόσφατη έκθεσή  του σε γκαλερί αποτελείτο από αντικείμενα που έφτιαξε ο ίδιος ακολουθώντας οδηγίες από το  Pinterest.) Τον γοητεύει η διαφορά μεταξύ D.I.Y. έργων, των οποίων ο σκοπός είναι να κάνουν τον κόσμο καλύτερο μέσω της «ανακύκλωσης» οικιακών σκουπιδιών, τα οποία μεταμορφώνονται σε ελκυστικές γλάστρες, και αυτών που έχουν ως σκοπό να βοηθήσουν τους ανθρώπους να επιβιώσουν μετά από μια αποκάλυψη. «Η σύνδεση μεταξύ του ηθικού καταναλωτισμού και της εσχατολογικής επιβίωσης είναι αυτό που μας ενδιαφέρει αυτή την περίοδο», λέει.

Ο Τρέμελ παρατήρησε ότι κάτι ήταν λάθος στο κάτω μισό κομμάτι της εικόνας. «Είναι αυτό το κουτάκι στο χέρι της γυναίκας στο ίδιο μέγεθος με αυτά στο σωλήνα;», ρώτησε. Μια ρεαλιστική εικόνα θα μπορούσε να πείσει το Etsy ότι  αυτό είναι όντως ένα έργο τέχνης και όχι απλώς δύο τύποι που πουλάνε αντικείμενα που αγόρασαν στο Amazon. Από το Νοέμβριο, έχουν ήδη αποκλειστεί δύο φορές από την ιστοσελίδα για παραβίαση των όρων του Etsy για την επαναπώληση εμπορικών αγαθών. Ο Σιταρέλα τον διαβεβαίωσε ότι η εικόνα έχει τις σωστές αναλογίες.

Έπειτα, έπρεπε να αποφασίσουν την τιμή. Ο Τρέμελ υπολόγισε ότι ο σωλήνας θα στοιχίζει περίπου $1.500. «Πιστεύω ότι είμαστε καλυμμένοι αν το πουλήσουμε έναντι $3.000-4.000», είπε γελώντας, «στην ατυχή περίπτωση που όντως κάποιος το αγοράσει.»

Το ημερολόγιο ανέβηκε στο Etsy. «Του χρόνου τέτοιες μέρες, οι άνθρωποι θα λένε με ακρίβεια για τη μέρα που έφαγαν ελάφι ή γαλοπούλα,» είπε ο Τρέμελ. Με ρώτησε αν μου είχε πει για ένα προϊόν με το όνομα NADA Spiders for Change, το πιο επιτυχημένο σε πωλήσεις αντικείμενό τους. Δε μου είχε πει, αλλά είχα διαβάσει για αυτό στο διαδίκτυο. Αν πληρώσεις ένα δολάριο την U.V. Production House, θα απελευθερώσει έξι αράχνες στη φουάρ New Art Dealers Alliance, η οποία είχε λάβει χώρο λίγο καιρό πριν στο Μανχάταν. Αν κάποιος έβρισκε μια από τις αράχνες και έστελνε μια φωτογραφία της, η U.V. Production House θα δώριζε εκατό δολάρια στο Κέντρο Ερευνών Καρκίνου (Cancer Research Institute).

Το κόλπο με την αράχνη προκάλεσε σύγχυση στη Λόρεν Μαρινάρο (Lauren Marinaro), διευθύντρια της Feuer/Mesler. Ήταν στην επιτροπή επιλογής του NADA και όταν έφτασε στη φουάρ την ρωτούσαν συνέχεια για το κατά πόσο οι αράχνες είναι αληθινές. Είπε ότι ήταν 99,9% σίγουρη ότι δεν είναι, αλλά ο Τρέμελ και ο Σιταρέλα δεν της έλεγαν. «Αυτό ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό», είπε με την αγανάκτηση μιας μεγάλης αδελφής  που μιλάει για την τελευταία αταξία του αδελφού της. «Υπάρχουν επιπτώσεις για κάτι τέτοιο, από την άποψη ότι εάν το υγειονομείο θεωρήσει ότι είναι αληθινές, μπορεί και να τους κλείσουν.»

Γέλασα όταν είδα την Πάντι Τζόνσον να αναφέρεται στις αράχνες στο blog της Art F City, αλλά μπορώ να καταλάβω το γιατί κάποιος που έχει βάλει λεφτά για τη φουάρ θα μπορούσε να τις χαρακτηρίσει «φάρσα κωλόπαιδου». Ενώ η δουλειά του Τρέμελ μπορεί να ενσαρκώσει την ελεύθερη δημιουργικότητα που είναι το καλύτερο κομμάτι τις διαδικτυακής κουλτούρας, συχνά πέφτει στην παγίδα του τρολ που συγχέει την έλλειψη ανάληψης ευθυνών με την ελευθερία, προκαλώντας με εκνευριστικές εξυπνάδες απλά για να προκαλέσει μια αντίδραση, και μετά γελάει στη μούρη σου αν πέσεις στην παγίδα.

Ο Τρέμελ, προφανώς, είχε μια πιο ενσυνείδητη οπτική για το έργο NADA-spiders. Εξήγησε ότι στις φουάρ οι άνθρωποι πάντα τριγυρνάγανε κοιτώντας τα κινητά τους και ότι κάνοντας κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα μια συζήτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η U.V. Production House θα μπορούσε να πάρει μέρος στη φουάρ χωρίς όντως να παίρνει μέρος. Θα μπορούσε να «δημιουργήσει μια χειροπιαστή αφήγηση περισσότερο παρούσα στα μέσα παρά από έναν αφηρημένο πίνακα που θα περίμενες να δεις εκεί», είπε.

Ρώτησα το Σιταρέλα και τον Τρέμελ αν όντως είχαν αφήσει ελεύθερες αράχνες. «Όχι», είπε ο Σιταρέλα. «Ούτε μία.» Ο Τρόεμελ τον κάρφωσε με τα μάτια του.

«Εννοώ δε θα το έλεγα αυτό», είπε ο Τρέμελ. «Δε βλέπω κάποιο νόημα στο να πούμε ότι δεν κάναμε τίποτα.»

Ο Σιταρέλα τον κοίταξε με έντονη δυσπιστία. «Είναι... βιοτρομοκρατία;» είπε. Γέλασαν και οι δύο.

Πηγή: newyorker.com

Απόδοση: Χρόνης Μούγιος