www.artnews.gr

Τρίτη, 25. Απρίλιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ Πώς ο Κονστρουκτιβισμός επεδίωξε να ξαναφτιάξει τον κόσμο

Πώς ο Κονστρουκτιβισμός επεδίωξε να ξαναφτιάξει τον κόσμο

E-mail Εκτύπωση PDF
aconstructivism

Του Pac Pobric

Το Μάρτιο κλείνουν 100 χρόνια από την παραίτηση του τελευταίου τσάρου της Ρωσίας. Μέσα σε διάστημα λίγων μηνών, ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι είχαν αρπάξει την εξουσία, αναστατώνοντας όλον τον κόσμο. Στην αυγή της ανατροπής, η ρώσικη πρωτοπορία ανέπτυξε νέες μορφές Μοντερνισμού, οι οποίες αποτελούν το θέμα τριών μεγάλων εκθέσεων στην Νέα Υόρκη και το Λονδίνο.

 “Η κατασκευή είναι ο στόχος”

Στις 8 Νοεμβρίου του 1920, κατά την τρίτη επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία, που έδωσε ώθηση στο καθεστώς των Μπολσεβίκων, ο γλύπτης Βλαντιμίρ Τάτλιν (Vladimir Tatlin) αποκάλυψε ένα μοντέλο για το Μνημείο του προς τιμήν της Τρίτης Διεθνούς στο Πέτρογκραντ. Η ξύλινη κατασκευή, η οποία είχε ύψος περίπου επτά μέτρα, μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν απλά ένα όνειρο: ήταν ένα μικρό δείγμα της ύψους 400 μέτρων κατασκευής από γυαλί και ατσάλι που στην πραγματικότητα είχε φανταστεί ο καλλιτέχνης. Το τελικό έργο, που επρόκειτο να στεγάσει την Κομμουνιστική Διεθνή (τη διεθνή κομμουνιστική οργάνωση που είχε αναλάβει τον προσηλυτισμό στο Μαρξισμό σε όλον τον κόσμο), δεν θα ήταν απλώς κατά ένα τρίτο ψηλότερο από τον πύργο του Άιφελ: τα τέσσερα τμήματά του θα περιστρέφονταν διαρκώς, σε διάφορες ταχύτητες, για να απεικονίσουν το δυναμισμό του Σοβιετικού Μαρξισμού. Όπως έγραψε ο κριτικός Nikolai Punin, οι σπείρες του πύργου “είναι γεμάτες κίνηση, φιλοδοξίες και ταχύτητα: είναι τεταμένες, όπως η θέληση για δημιουργία και όπως ένας μυς που τεντώνεται από ένα σφυρί.”

Ο Punin ξεπέρασε τον εαυτό του: το μοντέλο στο Πέτρογκραντ ήταν ακίνητο και το εγχείρημα δεν εξελίχθηκε ποτέ πέρα από την αρχική του φάση. Αλλά “η γέννηση του Κονστρουκτιβισμού ήταν μια άμεση απάντηση στο μοντέλο του Βλάντιμιρ Τάτλιν”, έγραψε ο ιστορικός τέχνης Yve-Alain Bois σε ένα δοκίμιό του πάνω στο κίνημα. Αναδρομικά, είναι ξεκάθαρο το γιατί: ο πύργος του Τάτλιν πάντρεψε ουτοπικές φιλοδοξίες με ωφελιμιστικές ιδέες, αλλά στο τέλος δεν πραγματοποίησε τίποτα. Αυτό από μόνο του αποτελεί μια καθαρή σύνοψη του Κονστρουκτιβισμού.

Το ήθος του κινήματος προέκυψε εν μέσω μιας διαφωνίας στο Ινστιτούτο των Μπολσεβίκων για τον Καλλιτεχνικό Πολιτισμό (INKhUK). Εκεί, την 1 Ιανουαρίου 1921, ο γλύπτης Αλεξάντρ Ρονττσένκο (Aleksandr Rodchenko) μάζεψε μια ομάδα καλλιτεχνών και έφτιαξε μια ομάδα εργασίας, για να συζητήσουν το ρόλο της τέχνης στην επανάσταση που ξεκινούσε. Τα μέλη συμφωνούσαν στη διαφωνία τους με το διευθυντή του INKhUK, Βασίλι Καντίνσκι (Wassily Kandinsky), του οποίου οι εικόνες ήταν πολύ “μπουρζουά” κατά τη γνώμη τους. Είδαν τους πίνακές του ως μια έκφραση του προσωπικού του οράματος, για το οποίο δεν υπήρχε χώρος σε επαναστατικούς καιρούς. “Κάτω ο Καντίνσκι! Κάτω!”, έγραφε ο Punin το 1919. “Τα πάντα στην τέχνη του είναι τυχαία και ατομικιστικά”. Αντιπαλότητες όπως αυτή έδωσαν ένα γρήγορο τέλος στη θητεία του: τον Ιανουάριο του 1921 ο Καντίνσκι παραιτήθηκε από τη θέση του διευθυντή.

Παρ' όλ' αυτά, το βασικό ερώτημα παρέμενε: πώς θα μπορούσε η τέχνη να ξεπεράσει την προσωπική έκφραση; Πώς θα γινόταν χρήσιμη για την επανάσταση; Για τέσσερις μήνες, πάνω από μια ομάδα σχεδίων (κάθε καλλιτέχνης της ομάδας παρουσίασε δύο), διαφώνησαν έντονα μεταξύ τους και κατέληξαν, τελικά, σε ένα απλό συμπέρασμα: μόνο μια τέχνη φτιαγμένη πάνω στην κατασκευή θα ήταν κατάλληλη. Από εδώ και στο εξής, η ατομική σύνθεση θα αποχωριζόταν από το έργο χάριν μιας τέχνης δημιουργημένης από, και για, μια κοινωνία που θα αναπτυσσόταν σύμφωνα με τις αρχές του επιστημονικού σοσιαλισμού.

“Η κατασκευή είναι ο στόχος, η αναγκαιότητα και ο σκοπός της οργάνωσης”, έγραψαν οι καλλιτέχνες Λιούμποφ Πόποβα (Lyubov Popova) και Βαρβάρα Μπούμπνοβα (Varvara Bubnova) γύρω στο 1920, και μια τέτοια κατασκευή θα έκανε τον καλλιτέχνη ανώνυμο. “Καθόλου υπερβολικά υλικά ή στοιχεία” -καμία διακόσμηση, καμιά υπογραφή- δεν θα επιτρεπόταν: μόνο ό,τι ήταν απαραίτητο θα επιτρεπόταν. Ο Κονστρουκτιβισμός προέκυψε από τη ζέση αυτών των αρχών.

Τέχνη για να γίνει ο άνθρωπος ενεργός

Ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ‘20, όταν το κίνημα ήταν στην πιο παραγωγική θεωρητικά φάση του, το έργο αντιμετώπιζε δυσκολίες. Η κυβερνητική υποστήριξη που απολάμβανε ο Τάτλιν όταν ο πύργος του ανατέθηκε από τη Λαϊκή Επιτροπή για τον Διαφωτισμό, γρήγορα άρχισε να στερεύει. Οι υπεύθυνοι είχαν σημαντικότερα προβλήματα: η οικονομία άρχισε να αγγίζει την κατάρρευση και η Νέα Οικονομική Πολιτική που εφαρμόστηκε το 1921 για να την επαναφέρει είχε εισάγει στοιχεία ελεύθερης αγοράς στην οικονομία. Οι καλλιτέχνες δεν είχαν πλέον σίγουρη χρηματοδότηση, και όσοι ολοκλήρωσαν τη μετάβαση από την τέχνη εργαστηρίου στην ωφελιμιστική κατασκευή, βρήκαν τη δουλειά εξαντλητική και μη αποδοτική.

Παρ' όλ' αυτά, κατά κάποιον τρόπο, η τέχνη αναπτύχθηκε προς τις επιθυμητές κατευθύνσεις και έγινε ακόμη πιο ριζοσπαστική. Πέρα από τις διαφωνίες στο INKhUK, ο Ελ Λιζίτσκι (El Lissitzky, κάποτε μέλος της βασικής ομάδας του Κονστρουκτιβισμού), πειραματιζόταν με ιδέες ανάμειξης του κοινού στο έργο του. “Παραδοσιακά, ο θεατής έχει εφησυχαστεί στην παθητικότητα με το να βρίσκονται οι πίνακες στους τοίχους”, έγραψε το 1920. “Η κατασκευή/το σχέδιό μας θα κάνει τον άνθρωπο ενεργό."

Στο Αννόβερο το 1927, παρουσίασε κάτι που ο ίδιος θεωρούσε ως το πιο σημαντικό του έργο: ένα Δωμάτιο Παρουσιάσεων που περιελάμβανε πίνακες του Πητ Μόντριαν (Piet Mondrian), του Θίο φαν Ντόισμπουργκ (Theo van Doesburg) και του Μις φαν ντερ Ρόε (Mies van der Rohe) να κρέμονται ασύμμετρα ανάλογα με τον τρόπο που άρεσε στο Λιζίτσκι. Δίπλα στους πίνακες βρίσκονταν προθήκες και συρτάρια γεμάτα αντικείμενα, τα οποία οι θεατές μπορούσαν να μετακινούν και να ανοίγουν κατά βούληση. Η εγκατάσταση δεν προσέφερε μόνο έναν καινούριο τρόπο για να κοιτάζεις τη Μοντέρνα ζωγραφική: οραματίστηκε ακόμη περισσότερο ένα νέο είδος μουσείου.

Ριζοσπαστισμός τέτοιου είδους, που αποποιείτο τη Ρομαντική ιδέα του μοναχικού, δημιουργικού καλλιτέχνη, έκανε βαθιά εντύπωση στον Alfred Barr, αργότερα ιδρυτικό διευθυντή του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης (MoMA) της Νέας Υόρκης, ο οποίος επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ένωση το 1927. “Πρέπει να βρω μερικούς ζωγράφους”, έγραψε σε ένα γράμμα στη γυναίκα του, κάτι που αποδείχθηκε δύσκολο. Πράγματι, ο Barr δυσκολεύτηκε να βρει κάποιον που να ενδιαφέρεται για το Μοντερνισμό, όπως τον εννοούσε εκείνος. Ζητώντας τη συμβουλή του συγγραφέα Σεργκέι Τρετυάκοφ (Sergei Tretyakov), ο Barr σημείωσε ότι “φαινόταν να έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για οτιδήποτε δε συμφωνούσε με την αντικειμενική, περιγραφική, αυτοτιτλοφορούμενη δημοσιογραφική ιδέα του για την τέχνη”.

Κι όμως, κατά την περίοδο της επίσκεψης του Barr, η μοντερνιστική φάση της τέχνης της Ρωσίας έφτανε στο τέλος της. Στις 23 Απριλίου 1932, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος εξέδωσε ένα διάταγμα που απέρριπτε όλα τα πολιτιστικά ιδρύματα και τα αναδιάρθρωνε κάτω από μια νέα ομπρέλα διαχείρισης. “Ξένα στοιχεία”, σύμφωνα με το κείμενο, είχαν μολύνει τη ρώσικη τέχνη και τη λογοτεχνία, καλλιεργώντας μια “ελιτίστικη απομάκρυνση, που έχασε επαφή με τους πολιτικούς σκοπούς του σήμερα”. Έκτοτε, ο πειραματισμός σταμάτησε και ο Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός εγκαινιάστηκε ως το μόνο εγκεκριμένο στυλ.

Με διαφορετικούς τρόπους, ο Κονστρουκτιβισμός συνεχίστηκε, αλλά ποτέ με τα ίδια ουτοπικά ή ωφελιμιστικά κίνητρα. Στην Ιταλία της δεκαετίας του ‘30, ο Ορθολογιστής αρχιτέκτονας Τζουζέππε Τερράνι (Giuseppe Terragni) χρησιμοποίησε κάποιες από τις φόρμες του, για να χτίσει το Φασιστικό κράτος του Μπενίτο Μουσολίνι. Εκεί, το κίνημα στράφηκε ενάντια στον εαυτό του. Αλλά ακόμη και αυτό δεν κράτησε. Όπως κάθε επανάσταση, κατά τα λόγια του ιστορικού Crane Brinton, ο Κονστρουκτιβισμός ανέβηκε σαν πυρετός που κορυφώθηκε και έπειτα εξασθένισε, αφήνοντας τον ασθενή “κατά μία άποψη ενδυναμωμένο από την εμπειρία”, αλλά “σίγουρα δεν τον έκανε καινούριο άνθρωπο.”

Εκατό χρόνια μετά, τα μουσεία γιορτάζουν την Επανάσταση των Μπολσεβίκων 

Της Jane Morris

A Revolutionary Impulse: the Rise of the Russian Avant-Garde (Μια επαναστατική παρόρμηση: η άνοδος της Ρωσικής Πρωτοπορίας), Museum of Modern Art, Νέα Υόρκη (έως τις 12 Μαρτίου)

Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (MoMA) της Νέας Υόρκης άνοιξε το δρόμο το Δεκέμβρη, με την πρώτη σε μια σειρά από μεγάλες διεθνείς επετειακές εκθέσεις αφιερωμένες στην τέχνη της Ρωσικής Επανάστασης. Το “A Revolutionary Impulse” επικεντρώνεται στην περίοδο 1912-1935 και περιλαμβάνει τα μεγάλα ονόματα του Σουπρεματισμού και του Κονστρουκτιβισμού: τους Καζιμίρ Μάλεβιτς (Kazimir Malevich), Ελ Λιζίτσκι (El Lissitzky) και Αλεξάντρ Ρονττσένκο (Aleksandr Rodchenko) ανάμεσα σε άλλους. Εξετάζει, επίσης, το πώς καλλιτέχνες όπως η Ναταλία Γκοντσάροβα (Natalia Goncharova) και ο Μιχαήλ Λαριόνοφ (Mikhail Larionov) ένωσαν τον Κυβισμό και το Φουτουρισμό με τη ρώσικη λαογραφία και περιλαμβάνει πειράματα σε φωτογραφία και φιλμ του Σεργκέι Αϊζενστάιν (Sergei Eisenstein). Εκτίθενται γύρω στα 260 από τα πάνω από 1.000 έργα στη συλλογή του μουσείου από εκείνη την περίοδο.

Revolution: Russian Art 1917-1932 (Επανάσταση: Ρώσικη Τέχνη 1917-1932), Royal Academy of Arts, Λονδίνο (έως τις 17 Απριλίου)

Μετά από πέντε χρόνια προετοιμασίας, η έκθεση “Revolution: Russian Art 1917–1932” άνοιξε το Φεβρουάριο στη Royal Academy of Arts. Η έκθεση καταγράφει αντίθετες ιδέες, με το να παρουσιάζει καλλιτέχνες της Πρωτοπορίας δίπλα σε καλλιτέχνες του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού. Είναι εμπνευσμένη από μια έκθεση που διοργανώθηκε από τον κριτικό τέχνης Nikolai Punin το 1932, στην οποία εξερευνήθηκαν 3.000 έργα σύγχρονης ρωσικής τέχνης. Το ίδρυμα του Λονδίνου αναδημιούργησε, επίσης, το δωμάτιο που ήταν αφιερωμένο στο Μάλεβιτς, με πάνω από 30 πίνακες και αρχιτεκτονικά σχέδια εγκατεστημένα μαζί για πρώτη φορά εδώ και 85 χρόνια. “Συνήθως, τα μουσεία κοιτούν τη ρωσική τέχνη εκείνης της περιόδου υπό το πρίσμα του γενικού σαρώματος της διεθνούς μοντέρνας τέχνης,” λέει ο συνεπιμελητής της έκθεσης, John Milner. “Προσεγγίζουμε τη ρωσική τέχνη με έναν καινούριο τρόπο, στο ρωσικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε, και στις συνθήκες της εποχής που ένωσαν συχνά διάσπαρτες ομάδες.”

Red Star Over Russia (Κόκκινο Αστέρι Πάνω από τη Ρωσία), Tate Modern, Λονδίνο (8 Νοεμβρίου 2017 – 18 Φεβρουαρίου 2018)

Το φθινόπωρο, η Tate Modern θα ανοίξει την έκθεση “Red Star Over Russia”, η οποία θα καλύπτει τον οπτικό πολιτισμό από τις απεργίες της Ρωσίας του 1905 έως το θάνατο του Στάλιν το 1953. Ο κύριος όγκος των έργων προέρχεται από μια συλλογή περισσότερων από 250.000 φωτογραφιών, αφισών και εφημερίδων που ανήκαν στον εκλιπόντα γραφίστα και ειδικό στη Σοβιετική τέχνη David King, τα οποία πλέον ανήκουν στην συλλογή της Tate. Η κύρια επιμελήτρια της έκθεσης Natalia Sidlina λέει ότι είναι “η σημαντικότερη συλλογή στον κόσμο με τυπωμένο και αρχειακό υλικό από τις αρχές του αιώνα έως το Χρουστσόφ (Khrushchev)”. Αυτό υπογραμμίζει το ότι η πλειοψηφία του λαού της Ρωσίας ερχόταν σε επαφή με την τέχνη μέσω του τύπου, λέει.

 

Απόδοση: Χρόνης Μούγιος