www.artnews.gr

Σάββατο, 25. Μάρτιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ 11 γυναίκες καλλιτέχνες στα 70, 80 & 90 τους που θα έπρεπε να γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες

11 γυναίκες καλλιτέχνες στα 70, 80 & 90 τους που θα έπρεπε να γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες

E-mail Εκτύπωση PDF
11women

Πάνω (από αριστερά προς τα δεξιά): Carmen Herrera, Agnes Denes, Dorothea Rockburne, Monir Shahroudy Farmanfarmaian, Lorraine O’Grady

Κάτω (από αριστερά προς τα δεξιά): Etel Adnan, Joan Semmel, Judith Bernstein, Faith Ringgold, Michelle Stuart, Rosalyn Drexler

Της Phoebe Hoban

Εκατό χρόνια ψυχικής δύναμης: Carmen Herrera

Η Carmen Herrera, 101 ετών, μια βασιλική γυναίκα, λεπτή στα όρια φιγούρας του Τζακομέττι, με κάτασπρα μαλλιά, θα μπορούσε να θεωρηθεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αργοπορημένης αναγνώρισης. Γεννήθηκε και σπούδασε αρχιτεκτονική στη Αβάνα της Κούβας. Το 1948 μετακόμισε με τον άντρα της στο Παρίσι, όπου εξέθεσε αρκετές φορές στο Salon des Réalités Nouvelles και ανέπτυξε το αφηρημένο γεωμετρικό της στυλ. Αλλά γυρίζοντας το 1954 στην Νέα Υόρκη -την εποχή κορύφωσης του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού- χάθηκε. Παρόλο που είχε φιλίες με τον Μπαρνέτ Νιούμαν (Barnett Newman) και το Μαρκ Ρόθκο (Mark Rothko) και γνώριζε τους Αφηρημένους Εξπρεσιονιστές Βίλεμ ντε Κούνινγκ (Willem de Kooning) και Τζάκσον Πόλοκ (Jackson Pollock), το καθαρό και απλό στυλ της, -που από πολλές απόψεις προοιώνισε το Μινιμαλισμό-, είχε λίγα κοινά με το έντονο στυλ τους. Η Herrera συνέχισε να παράγει έργα, αλλά οι πίνακές της παρέμειναν στοιβαγμένοι στο εργαστήριό της, έως ότου της δόθηκε η ευκαιρία να πραγματοποιήσει μια μικρή έκθεση στο El Museo del Barrio το 1998. Κατά τη διάρκεια μιας ομαδικής έκθεσης σε γκαλερί το 2004, η Herrera πούλησε τον πρώτο της πίνακα, σε ηλικία 89 ετών. Ανάμεσα στους συλλέκτες που αγόρασαν τα έργα της κατευθείαν ήταν η Κουβανικής καταγωγής Ella Fontanals-Cisneros και η φιλάνθρωπος Agnes Gund. Η νεαρή Κουβανο-Αμερικάνα καλλιτέχνης Teresita Fernández αποκαλεί τη Herrera “ιδιαίτερα σημαντική, τόσο για το πόσο συγκεντρωμένα και μοναδικά είναι τα έργα της, όσο και γιατί ακούσια αντιπροσωπεύει την αόρατη κληρονομιά 500 χρόνων δουειάς Λατίνων καλλιτεχνών στην Αμερική.” Τώρα το έργο της εκπροσωπείται στις μόνιμες συλλογές της Tate Modern του Λονδίνου, του Hirshhorn Museum της Ουάσινγκτον και του Walker Art Center της Μινεάπολις. “Καιρός ήταν!” λέει, μετά από μια γουλιά ουίσκι, στο διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη, που χρησιμοποιεί και ως εργαστήριο. “Λένε ότι αν περιμένεις το λεωφορείο θα έρθει. Εγώ περίμενα σχεδόν 100 χρόνια!”

Ζωντανή Τέχνη που Αναπνέει: Agnes Denes

 Η Agnes Denes γνωρίζει ότι τα θεωρητικά ερείσματα της δουλειάς της είναι εσωτεριστικά, αλλά πάντα προσπαθούσε να χρυσώσει το χάπι. “Ποτέ δεν κατάλαβαν πλήρως τη δουλειά μου”, λέει. “Την εξέθεταν επειδή ήταν καλοφτιαγμένη και όμορφη εικαστικά -ένα κόλπο που χρησιμοποιώ για να κάνω πολύπλοκες ιδέες εύκολες στην κατάποση.” Τώρα, σε ηλικία 78 ετών και όντας παραλήπτης μιας “Guggenheim Fellowship”, η Denes είναι γνωστή για έργα που συγχωνεύουν το ενδιαφέρον της για τη φιλοσοφία, τα μαθηματικά και την επιστήμη, συμπεριλαμβανομένων των πολύπλοκων διαγραμμάτων και “προβολών χαρτών” του πλανήτη Γη πάνω σε ένα αυγό, ένα χοτ ντόγκ και, -μια φόρμα που την ενέπνεε για δεκαετίες-, σε μια πυραμίδα. Αλλά είναι κυρίως γνωστή για το “Wheatfield — A Confrontation” του 1982, στο οποίο μετέτρεψε ένα άγονο οικόπεδο κοντά στο σημείο που ήταν οι Δίδυμοι Πύργοι, σε χρυσά χωράφια με στάχυα. Ένα είδος παγκόσμιας κηπουρού, είχε φτιάξει αντίστοιχα φιλόδοξα έργα land art, συμπεριλαμβανομένων των “Tree Mountain — A Living Time Capsule” (1999), ένα δάσος 11.000 κωνοφόρων δέντρων στη Φινλανδία, και “A Forest for Australia” (1998), με 6.000 τοπικά δενδρύλλια φυτεμένα σε πέντε σπειροειδή επίπεδα στη Μελβούρνη.

Πρόσφατα, η Denes δημιούργησε το “The Living Pyramid” για το Socrates Sculpture Park στο Λονγκ Άιλαντ Σίτι -το πρώτο land art δημιούργημά της στη Νέα Υόρκη από την εποχή του “Wheatfield”. Η ύψους 9 μέτρων κατασκευή, με καρπούς διάφορων χορταροειδών, διήρκεσε από το Μάιο έως τον Αύγουστο του 2015. “Ήλπιζα για πολλά άγρια λουλούδια”, είπε ειρωνικά, “αλλά δε φυτρώνουν τόσο εύκολα.”

Μυστικιστική αίσθηση: Dorothea Rockburne

Η Dorothea Rockburne, 84 ετών, δεν ξέφυγε ποτέ από το ένα και μοναδικό της όραμα. Η μακροχρόνια αγάπη της για τα μαθηματικά και τη ζωγραφική επισφραγίστηκε τη δεκαετία του ‘50 στην πειραματική σχολή ελεύθερων τεχνών Black Mountain College, όπου ήταν μαθήτρια του μαθηματικού Max Dehn, διάσημου για τη δουλειά του στον τομέα της τοπολογίας. Αλλά ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 που η Rockburne συνειδητοποίησε τι ήθελε ακριβώς να εκφράσει με την τέχνη της. Σύμφωνα με την καλλιτέχνιδα, κατά τη διάρκεια μιας περφόρμανς χορού με το Judson Dance Theater, είχε μία έμπνευση που οδήγησε στη μοναδική προσέγγισή της στη γεωμετρική αφηρημένη τέχνη. “Ήθελα πολύ να δω τις εξισώσεις που μελετούσα, οπότε άρχισα να τις φτιάχνω στο εργαστήριό μου,” θυμάται. “Προσπαθούσα με οπτικό τρόπο να λύσω εξισώσεις.

Από τότε, η Rockburne δημιουργεί σταθερά πίνακες και εγκαταστάσεις που εκφράζουν μαθηματικές έννοιες, αν και δεν ήθελε πάντα να μοιραστεί τη δουλειά της. Μια ατομική έκθεση που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1958 ήταν επιτυχημένη και από κριτικής και από εμπορικής απόψεως, αλλά η ίδια έκρινε ότι “δεν ήταν αρκετά καλή” και αποσύρθηκε στο εργαστήριό της για σχεδόν 10 χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας η Rockburne  δούλεψε τόσο ως σερβιτόρα όσο και ως διαχειρίστρια του εργαστηρίου του φίλου της Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ (Robert Rauschenberg), για να στηρίξει οικονομικά τη νεαρή κόρη της Κριστίν.

Το 1970, με ένα μεγάλο αριθμό μη εκτεθειμένων έργων, πήγε στη θρυλική Bykert Gallery της Νέας Υόρκης, η οποία επίσης εκπροσωπούσε τον Μπράις Μάρντεν (Brice Marden) και τον Τσακ Κλόουζ (Chuck Close). Από τότε, έχει πραγματοποιήσει μια αναδρομική έκθεση στο Parrish Art Museum στο Water Mill της Νέας Υόρκης το 2011 και μια ατομική έκθεση με σκίτσα στο MoMA το 2013. Παρ’ όλ’ αυτά, ακόμη αισθάνεται ότι κάτι λείπει. “Θα ήθελα πολύ να κάνω μια αναδρομική σε κάποιο σημαντικό μουσείο της Νέα Υόρκης”, λέει. “Καιρός είναι.”

Εξερευνώντας την τέχνη και το σύμπαν μέσα από τη γεωμετρία: Monir Shahroudy Farmanfarmaian

Αν και ο ιρανικός πολιτισμός κάποιες φορές έχει μείνει εκτός στην ιστορία του Μοντερνισμού, οι παραδοσιακές τεχνικές του αποδείχθηκαν καθοριστικές για τη Monir Shahroudy Farmanfarmaian 93 ετών, της οποίας τα διακοσμητικά έργα συγχέουν κομψά την Περσική Γεωμετρία με τον Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό. Το 1969 η Farmanfarmaian έφτιαξε το πρώτο από τους ανάγλυφους καθρέπτες της, οι οποίοι βρίσκονται κα πάλι στην πρώτη γραμμή χάρη στην αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για μη Δυτικές σχολές του Μοντερνισμού.

Γεννημένη στο Καζβίν του Ιράν και κόρη ενός Ιρανού διπλωμάτη, η Farmanfarmaian σπούδασε για λίγο στο Cornell University και στο Parsons School of Design. Δημιούργησε το διάσημο logo με το μοβ λουλούδι για την Bonwit Teller, πριν ακόμα αρχίσει να δουλεύει στο κατάστημα της εταιρίας στη Νέας Υόρκη, και αργότερα έγινε φίλη με έναν άλλο υπάλληλο του καταστήματος, τον Άντι Γουόρχολ. Έκανε, επίσης, εικονογραφήσεις για το περιοδικό Glamour, κάτι που της ενέθεσε ο καλλιτέχνης Alexander Liberman, ο οποίος τότε ήταν διευθυντής σύνταξης στο Condé Nast. Είχε μέντορα το ζωγράφο Μίλτον Έιβερι (Milton Avery) και συναναστρεφόταν μεε την Τζόαν Μίτσελ (Joan Mitchell) και τον Αλεξάντερ Κάλντερ (Alexander Calder). Παρ’ όλ’ αυτά, όπως επιμένει ακόμη και σήμερα, την καλούσαν σε μέρη όπως το Eighth Street Club, ένα διώροφο χώρο που χρησιμοποιούσαν οι Αφηρημένοι Εξπρεσιονιστές, απλά και μόνο επειδή ήταν ένα “όμορφο αντικείμενο”. Δεν έπαιρνε και η ίδια τη δουλειά της στα σοβαρά τότε. “Το έκανα απλώς επειδή μου άρεσε”, λέει. “Δεν σκεφτόμουν: Είμαι μια καλή καλλιτέχνης.”

Το 1957 παντρεύτηκε τον πρίγκιπα της Δυναστείας Καζάρ Abol Bashar Farmanfarmaian και γύρισε πίσω στην Τεχεράνη, όπου άρχισε να συλλέγει κοσμήματα και κεραμικά γηγενών Τουρκομάνων και πίνακες λαϊκής τέχνης “καφετέριας”, πράγματα που συνεχίζουν να επηρεάζουν τη δουλειά της. Το 1979 η καριέρα της έκανε μια δραματική παράκαμψη, όταν αυτή και ο άντρας της ταξίδεψαν στη Νέα Υόρκη για διακοπές, η αρχή μιας εξορίας 26 χρόνων εξαιτίας της Ισλαμικής Επανάστασης. Η απώλεια του εργαστηρίου της και η κατάσχεση και καταστροφή πολλών από τα πρώιμα έργα της -μαζί με την αγαπημένη της συλλογή- ήταν μια αναποδιά, όχι μόνο για την καλλιτέχνιδα, αλλά και για τους ακαδημαϊκούς, οι οποίοι έχασαν το πρώιμο έργο της. Παρ’ όλ’ αυτά, η Farmanfarmaian συνέχισε να κάνει τέχνη. Το 2004, πλέον χήρα, επέστρεψε στο Ιράν, αναθερμαίνοντας αργά αλλά εκούσια την καριέρα της. Το 2011, ο επιμελητής Hans Ulrich Obrist, λάτρης της δουλειάς της, επιμελήθηκε την πρώτη της μονογραφία. Για το “Lightening for Neda,” τη μεγαλύτερη εγκατάστασή της έως σήμερα, είπε στον Obrist ότι ήθελε η ανακλαστική επιφάνεια του έργου της να έχει ένα υγροποιητικό εφέ. “Η εικόνα σου, το πρόσωπό σου, τα ρούχα σου”, είπε, “αν κουνηθείς, είναι κομμάτι του έργου.”

Για την ιστορία και την ταυτότητα: Lorraine O’Grady 

Στα μέσα της καριέρας της, σε ηλικία 45 ετών, η Lorraine O’Grady άλλαξε επάγγελμα από κριτικός της ροκ σε καλλιτέχνης. Γεννημένη στη Βοστόνη από γονείς από τις Δυτικές Ινδίες, δούλεψε ως αναλυτής πληροφοριών για την κυβέρνηση των H.Π.Α. και ως μεταφράστρια πριν την είσοδό της στον κόσμο της τέχνης το 1980, με την εφεύρεση μιας περσόνας για να τραβήξει την προσοχή, της Mlle Bourgeois Noire. Φορώντας ένα φόρεμα φτιαγμένο από 180 λευκά απλά γάντια και κρατώντας ένα μαστίγιο διακοσμημένο με άσπρα χρυσάνθεμα, έκανε περφόρμανς δρόμου, δίνοντας παθιασμένες παραστάσεις για τις φυλετικές σχέσεις στο New Museum of Contemporary Art και στην γκαλερί Just Above Midtown, ένα χώρο αφιερωμένο στη μαύρη πρωτοπορία.

Η περφόρμανς “Art Is . . .” της O’Grady το 1983 περιελάμβανε ένα χρυσό κάδρο 3×4,5 μέτρων, σε στυλ αντίκας, κρεμασμένο πάνω σε ένα φουσκωτό παρέλασης, το οποίο ταξίδευσε στη λεωφόρο Adam Clayton Powell Jr. Boulevard κατά τη διάρκεια της παρέλασης African-American Day Parade του Χάρλεμ, κορνιζάροντας τους περαστικούς και μέρη της γειτονιάς καθώς περνούσε. Η O’Grady είναι επίσης γνωστή για το “Miscegenated Family Album”, στο οποίο αντιπαρέθεσε εικόνες της αδελφής της Devonia Evangeline, η οποία πέθανε σε ηλικία 37 χρονών, με εικόνες της βασίλισσας της Αιγύπτου Νεφερτίτη. Το χαρακτηριστικό της δοκίμιο ρου 1992, “Olympia’s Maid: Reclaiming Black Female Subjectivity (Η Καμαριέρα της Ολυμπίας: Επανακτώντας τη Μαύρη Γυναικεία Υποκειμενικότητα)”, ακόμα αναφέρεται ευρέως και διδάσκεται, και το φωτογραφικό της έργο “The First and the Last of the Modernists” περιλήφθηκε στην Μπιενάλε του Whitney του 2010. Πρόσφατες εκθέσεις από τον Alexander Gray, έναν γκαλερίστα που έχει αφιερωθεί σε καλλιτέχνες που έχουν ταυτιστεί με τις φεμινιστικές και πολυπολιτισμικές ανησυχίες της εποχής του AIDS, έχουν φέρει τη δουλειά της κοντά στο ευρύ κοινό. “Δε με ξανά-αναγνωρίζουν,” λέει η O’Grady, η οποία είναι 83 ετών. “Είμαι στην περίοδο της αρχικής αναγνώρισης.”

Η ζωή σε αφαίρεση: Etel Adnan

Η Etel Adnan, 92 ετών, δέχθηκε για πρώτη φορά διεθνή αναγνώριση ως ζωγράφος στα βαθιά 80, όταν τα μικρά αλλά δυνατά αφηρημένα έργα της επιδοκιμάστηκαν στην Documenta 13. Αλλά η γεννημένη στο Λίβανο καλλιτέχνης, ποιήτρια και συγγραφέας ήταν για καιρό μια πολιτισμική φιγούρα στη Γαλλία και τη Μέση Ανατολή. Η Adnan ξεκίνησε ως ποιήτρια και το 1949 κέρδισε μια υποτροφία για τη Σορβόνη, στο Παρίσι, όπου σπούδασε φιλοσοφία. Αργότερα, μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες, σπουδάζοντας στο Μπέρκλεϊ και το Χάρβαρντ, και τη δεκαετία του ‘60 άρχισε να ζωγραφίζει, φτιάχνοντας το πρώτο από τα χαρακτηριστικά της βιβλία ακορντεόν ή “leporellos”. Στην πορεία εξέδωσε έναμ αριθμό από τόμους ποίησης και πεζογραφίας, που απέσπασαν καλές κριτικές. Όταν επέστεψε στη Βηρυτό το 1972, έγινε γνωστή κατά τη διάρκεια του εμφυλίου εκεί με ένα μυθιστόρημα που έγραψε μέσα σε ένα μήνα το 1976, το “Sitt Marie Rose”, για μια Λιβανέζα Χριστιανή, η οποία δουλεύει με μετανάστες από την Παλαιστίνη και δολοφονείται. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, η Adnan και η σύντροφός της Simone Fattal μετακόμισαν στο Σαουσαλίτο. Το τοπίο αυτού του τμήματος της Καλιφόρνια, κυρίως το Βουνό Ταμαλπαΐς, διαπερνά τα αφηρημένα έργα της με τις έντονες αποχρώσεις.

Τώρα πίσω στο Παρίσι, όπου ζει από το 2012, η Adnan επικεντρώνεται στη συγγραφή, συμπεριλαμβανομένων μιας καινούριας ποιητικής συλλογής και μιας όπερας. Το 2014 έλαβε ένα από τα σημαντικότερα πολιτισμικά βραβεία της Γαλλίας, το “Chevalier de l’Ordre des Arts et des Lettres”, ενώ πολλά από τα leporellos της αλλά και αφαιρετικά τοπία της συμπεριλήφθηκαν στην Μπιενάλε του Whitney. Ο Han Ulrich Obrist, συνδιευθυντής εκθέσεων στις Serpentine Galleries του Λονδίνου, την έχει αποκαλέσει “μια από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 21ου αιώνα.” Η συμβουλή της για τους νέους καλλιτέχνες; “Κάνε αυτό που σου λέει η ψυχή σου, ανεξάρτητα από τα λεφτά και την επιτυχία που θα σου φέρει.”

Το σώμα μας, ο εαυτός μας: Joan Semmel

Η Joan Semmel ποτέ δεν ντράπηκε το γραφιστικό εξονυχιστικό έλεγχο του γυμνού κορμιού της -ακόμα και τώρα σε ηλικία 84 eτών. Στους πρόσφατους πίνακές της, απεικονίζει τον εαυτό της μεγάλο σε ηλικία και γυμνό: “Ως ένας μεγαλύτερος άνθρωπος, θέλω να με σέβονται”, λέει. “Θέλω ακόμη να αισθάνομαι ότι είμαι ένα ζωντανό άτομο. Θέλω να με βλέπουν, όχι να εξαφανιστώ.”

Το 1970, η Semmel εγκατέλειψε την αφαίρεση για το παραστατικό, αρχίζοντας το πρώτο σε μια σειρά από ιδιαίτερα σεξουαλικά έργα: πορτρέτα ζευγαριών που συνουσιάζονται. Στα μέσα της δεκαετίας, άλλαξε το επίκεντρο στον εαυτό της, ζωγραφίζοντας από φωτογραφίες το γυμνό σώμα της. “Όλοι έχουμε κάποιες δυσκολίες στο να αντιμετωπίσουμε το ότι το σώμα μας γερνάει”, λέει, “οπότε όταν ζωγραφίζεις τον εαυτό σου σε αυτήν τη θέση, στην πραγματικότητα σημαίνει πως πρέπει να πεις: ‘το κάνω αυτό και δεν πρόκειται να το δείξω όμορφο. Δεν πρόκειται να το κρύψω, δε θα το μεταμφιέσω, δε θα του κάνω λίφτινγκ. Θα είναι πραγματικά με τον τρόπο που το βλέπω.’ Αυτό που συμβαίνει δεν είναι αρρώστια. Είναι η φυσική εξέλιξη του ανθρώπου.”

Η Semmel ήταν πάντα ανοιχτά φεμινίστρια. Αλλά ενώ επωφελήθηκε από τη στήριξη των συντρόφων της στο φεμινιστικό κίνημα, το ότι την χαρακτήρισαν ως “πρωτοπόρα φεμινίστρια καλλιτέχνη”, λέει ότι αυτό ήταν επίσης “το φιλί του θανάτου”. “Πιστεύω ότι τιμωρηθήκαμε για το ότι ήμασταν φεμινίστριες με το να μη μας συμπεριλαμβάνουν σε κανένα από τα δημοφιλή ρεύματα στα οποία θα μπορούσαν να μας έχουν συμπεριλάβει”, λέει. Ακόμα και όταν η δεκαετία του ‘80 έφερε την επιστροφή της παραστατικής τέχνης και του Εξπρεσιονισμού, η δουλειά της συνέχισε να αγνοείται από πολλούς κριτικούς.

Η Semmel, η οποία εκπροσωπείται επίσης από τον Alexander Gray, ενθαρρύνεται από το πρόσφατο ενδιαφέρον για το έργο της, αλλά και για το έργο άλλων μεγαλύτερων γυναικών καλλιτεχνών, επειδή, όπως το θέτει, οι γυναίκες “χάνονται μετά τα 45 περίπου χρόνια τους και εξαφανίζονται συνήθως εντελώς.” Προσθέτει, επίσης, ότι δε γίνεται μεγαλύτερη, αλλά καλύτερη: ”Πραγματικά πιστεύω ότι τα πιο δυνατά μου έργα έχουν γίνει αυτά τα τελευταία χρόνια.”

Ποπ αρτ: Rosalyn Drexler 

Η Rosalyn Drexler, 90 ετών, έχει κάνει πολλά πράγματα. Γεννημένη το 1926 και μεγαλωμένη στο Ανατολικό Χάρλεμ και στο Μπρονξ, ταξίδευσε σε όλη τη χώρα στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 ως παλαιστής: η Ρόζα Κάρλο, η Οξύθυμη Μεξικανή, μια περίεργη ενσάρκωση η οποία καταγράφηκε από το Γουόρχολ σε μια σειρά μεταξοτυπιών, την “Album of a Mat Queen”, το 1962. Έκτοτε, η Drexler εξέπεσε με χαρά. Τη δεκαετία του ‘60 έγινε συγγραφέας μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων, κερδίζοντας Βραβείο Obie. Τη δεκαετία του ‘70 έγραψε σενάρια για ταινίες και την τηλεόραση, κερδίζοντας ένα Emmy για μια ειδική εκπομπή πάνω στη Lily Tomlin. Επίσης, έκανε μεταφορά της ταινίας “Rocky” σε μυθιστόρημα (με το ψευδώνυμο Julia Sorel).

Η Drexler μπήκε στην καλλιτεχνική σκηνή το 1960 με μια σειρά γλυπτών από σοβά και found objects, τα οποία θαύμασαν τόσο οι κριτικοί όσο και άλλοι καλλιτέχνες. Με ενδιαφέρον πάντα για ένα μεγάλο εύρος πεδίων, άρχισε να ζωγραφίζει και στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, ήταν γνωστή για τα έργα της με τα έντονα χρώματα και τις επιρροές από καρτούν και φιλμ νουάρ. Όπως και οι άλλοι καλλιτέχνες της Ποπ Αρτ, ο Γουόρχολ, ο Ρόι Λίχτενσταϊν και ο Τομ Γουέσελμαν, η Drexler χρησιμοποιούσε εικόνες που συνέλεγε από τα μέσα, κυρίως από περιοδικά: η τεχνική της ήταν να τις κάνει κολάζ και μετά να τις ζωγραφίζει από πάνω, επιτρέποντας μόνο ένα μικρό κομμάτι του αρχικού να διαφαίνεται.

Η πολλαπλότητα της καριέρας της Drexler σήμαινε ότι η ζωγραφική της συχνά έμεινε πίσω. Αλλά, όπως λέει, “ποτέ δε σκέφτηκα τι ήταν σημαντικότερο. Είχα πάντοτε τόση πολλή δουλειά και χαιρόμουν που δούλευα. Δεν σκεπτόμουν την εντός εισαγωγικών ‘καριέρα’ μου”.

Η Drexler συνεχίζει μέχρι σήμερα να ζωγραφίζει: παρ’ όλ’ αυτά είναι η πρώιμη δουλειά της είναι αυτή έχει κερδίσει εκ νέου την προσοχή των κριτικών, επανακαθιερώνοντας την Drexler ως μια από τις σημαντικές φιγούρες της Ποπ Αρτ. “Είναι σα να έγινε ένα θαύμα, με όλη αυτήν την προσοχή που έχει δοθεί και τους ανθρώπους που γράφουν για το έργο”, λέει. “Ανακαλύπτω για μένα περισσότερα από ποτέ.”

Το ερωτικό σύμπαν της Judith Bernstein 

Η Judith Bernstein, 74 ετών, πάντοτε είχε μια τολμηρή, ξεκάθαρη προσέγγιση στην πολιτική των φύλων (gender politics): ένα από τα πιο γνωστά της έργα είναι μια σειρά από τεράστιες, ζωγραφισμένες με κάρβουνο, τριχωτές πεόσχημες βίδες, που έφτιαξε από τις αρχές έως τα μέσα της δεκαετίας του ‘70. Αυτοτιτλοφορούμενη ως “πρωτο-φεμινίστρια”, ήταν ιδρυτικό μέλος της γκαλερί A.I.R (Artists in Residence), η οποία ιδρύθηκε το 1972 για να εκθέτει μόνο γυναίκες: εκεί έκανε την πρώτη της ατομική έκθεση το 1973. Αλλά πέρασαν 40 χρόνια για να πραγματοποιήσει η Bernstein την πρώτη της ατομική έκθεση σε μεγάλο μουσείο –όταν μια τοιχογραφία μήκους 20 μέτρων της με το χαρακτηριστικό έργο της, μεταξύ άλλων έργων, επίταξε τον προθάλαμο του New Museum. Για την ακρίβεια, για μια περίοδο σχεδόν ενός τετάρτου του αιώνα δεν είχε κάνει σχεδόν καμία έκθεση. Η Bernstein ήταν μία από τις ελάχιστες γυναίκες στο τμήμα ζωγραφικής του Πανεπιστημίου Yale, όταν πήγε για μετατπυχιακό στις Καλές Τέχνες το 1964. Γνώρισε και έκανε φιλικές σχέσεις με τους συγγραφείς θεατρικών έργων John Guare και Kenneth H. Brown, οι οποίοι με χαρά της έδειξαν γκραφίτι στις αντρικές τουαλέτες, από τα οποία πήρε τους τίτλους (και τη θεματολογία) της πρώτης σημαντικής σειράς της, πίνακες σε στυλ γκραφίτι κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, διακοσμημένους με διάφορους σεξουαλικούς όρους.

Η δουλειά της ήταν πάντα προκλητική. “Υπάρχουν πολλά έργα από άντρες, αλλά και από γυναίκες, που χρησιμοποιούν το γυναικείο γεννητικό όργανο με ρομαντικό τρόπο. Η δουλειά μου είναι η οργισμένη εκδήλωση”, λέει. “Η εικόνα που χρησιμοποιώ είναι πολύ εκρηκτική. Οι γυναίκες είναι στο κέντρο του σύμπαντος και της ζωής -και αυτό δεν είναι ρομαντικό και παθητικό.” Το 1974, μια χρονιά μόνο μετά την πρώτη ατομική της έκθεση, ένα από τα σχέδια της με βίδες, το “Horizontal”, επιλέχθηκε για μια σημαντική έκθεση στο Philadelphia Civic Center Museum, τη “Focus: Women’s Work — American Art in 1974”, επιμελημένη, μεταξύ άλλων, από τη Marcia Tucker -και έπειτα ξεκρεμάστηκε ανεπίσημα από την έκθεση από τους διαχειριστές του μουσείου, παρότι συντάχθηκε μια λίστα υπογραφών προς διαμαρτυρία, την οποία είχαν υπογράψει η Λουίζ Μπουρζουά (Louise Bourgeois) και ο John Coplans. Τα χρόνια που ακολούθησαν, λέει, “στιγματίστηκα τόσο από γυναίκες όσο και από άντρες.” Η Bernstein βρήκε κάποιον προασπιστή του έργου της μόλις το 2008 στο πρόσωπο του καλλιτέχνη Πωλ ΜακΚάρθι (Paul McCarthy), διάσημο για τις δικές του σεξουαλικά ακραίες εικόνες, ο οποίος πρωτοείδε την δουλειά της στη Mitchell Algus Gallery στο Τσέλσι και συνέχισε βοήθώντας την να κανονίσει μερικές εκθέσεις στην γκαλερί της κόρης του στην Καλιφόρνια, την Box. “Εγώ το λέω αναγέννηση”, λέει για την αποκαλούμενη “επανανακάλυψή” της. “Το μεγαλύτερο θετικό είναι ότι αν κάνω έναν πίνακα, μπορώ να τον εκθέσω κατευθείαν.”

Γνέφοντας τα υφάσματα της ιστορίας: Faith Ringgold

Η Faith Ringgold, 86 ετών, έμαθε να ράβει όταν ήταν μικρή από τη μητέρα της, Willi Posey, μια σχεδιάστρια μόδας. Τα πρώιμα έργα της περιελάμβαναν μάσκες με κουκούλα από ύφασμα, χάντρες και ράφια: έφτιαχνε, επίσης, κούκλες και μαλακά αγάλματα σε πραγματικό μέγεθος. Η πιο χαρακτηριστική της δουλειά είναι οι υποβλητική σειρά της από “παπλώματα με ιστορίες,” τα οποία περιλαμβάνουν τόσο εικόνες όσο και πεζό κείμενο: έκανε το πρώτο από αυτά, το “Who’s Afraid of Aunt Jemima”, το 1983.

Η Ringgold υποστήριζε από παλιά τα δικαιώματα των γυναικών -πάλεψε για να βάλει τις Betye Saar και Barbara Chase-Riboud, δύο από τις ελάχιστες μαύρες γυναίκες που είχε εκθέσει ποτέ το μουσείο, στο Whitney Annual το 1970), αλλά και τη δική τη περήφανη κληρονομιά. Στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του ‘60, έφτιαξε πίνακες και αφίσες για την υποστήριξη του κινήματος για πολιτικά δικαιώματα. Μια έκθεση αυτού του επιδραστικού έργου, η “American People, Black Light”, πραγματοποιήθηκε στο National Museum of Women in the Arts το 2013. Η καλλιτέχνης εξέδωσε για πρώτη φορά τα απομνημονεύματά της, “We Flew Over the Bridge”, το 1995. Επίσης, γράφει και εικονογραφεί παιδικά βιβλία, τα οποία έχουν παρόμοιες πολύχρωμες, εορταστικές εικόνες με τους πίνακές της, αποσπώντας το βραβείο Caldecott Medal το 1992 για το “Tar Beach”. Πρόσφατα εξέδωσε το 16ο παιδικό της βιβλίο “Harlem Renaissance Party”, το οποίο παρουσιάζει κάποιους από τους σημαντικότερους ανθρώπους του πολιτισμού στους μικρούς αναγνώστες.

“Αν ζήσεις αρκετά και επιμείνεις, τελικά θα αναγνωριστείς”, λέει η Ringgold σήμερα. “Πρέπει να μείνεις στο παιχνίδι”. Η Ringgold δεν έμεινε απλά στο παιχνίδι, πρόσφατα σχεδίασε και ένα δικό της, το “Quiltuduko”, για κινητά. Εμπνευσμένο από το παιχνίδι με τους αριθμούς Sudoku, χρησιμοποιεί σχέδια παπλώματος αντί για αριθμούς.

Υφές και χρώματα: Michelle Stuart

Εντυπωσιακό και μυστηριώδες, το “#28 Moray Hill” (1974) της Michelle Stuart, πέφτει σα μια ασημί, ξεδιπλωμένη περγαμηνή -από γραφίτη και χώμα τριμμένα πάνω σε κουρελόχαρτο το οποίο στηρίζεται σε μουσελίνα-, και είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του μοναδικού έργου της Stuart, που είναι βασισμένο στη land art. Σε αντίθεση με τους περισσότερους καλλιτέχνες του είδους, η Stuart δε σχηματίζει και σπέρνει την ίδια τη γη. Αντίθετα, παίρνει ένα αποτύπωμα μεγάλου μεγέθους από αυτήν, ένα φροτάζ. Από μια άποψη χρησιμοποιεί την γη ως το σχεδιαστικό εργαλείο της.

Η 84χρονη καλλιτέχνης δημιουργεί αυτές τις στοιχειωμένες εικόνες του πλανήτη από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60. Ανάμεσα στα πιο διάσημα κομμάτια της είναι το “Niagara Gorge Path Relocated” του 1975, για το οποίο αρχικά πήρε το αποτύπωμα σε περγαμηνή βράχων της περιοχής ύψους 152 μέτρων και έπειτα την ξετύλιξε πάνω από μια χαράδρα -στο σημείο που βρίσκονταν οι καταρράκτες του Νιαγάρα πριν χιλιάδες χρόνια.

Η Stuart, η οποία έκανε πολύ συχνά ταξίδια, ξεκίνησε να τριγυρνάει τον κόσμο από το λύκειο. Πριν μετακομίσει στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του ‘50, ζούσε στο Μεξικό και ήταν βοηθός του Ντιέγκο Ριβέρα: γνώρισε τον πρώτο της άντρα, τον José Bartoli, έναν Καταλανό σχεδιαστή κινουμένων σχεδίων, σε ηλικία 18 ετών, και έζησαν στο Παρίσι για τέσσερα χρόνια. Στη Νέα Υόρκη δούλεψε ως εικονογράφος και άρχισε να φτιάχνει γύψινα εκμαγεία μελών του σώματός της. Έζησε για λίγο στην Ατλάντα με το δεύτερο σύζυγό της, και εκεί, το 1969, έκανε το πρώτο της έργο εμπνευσμένο από την γη, για το οποίο χρησιμοποίησε κόκκινο χώμα από μια περιοχή Αμερικανών Ινδιάνων. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 βοήθησε στην ίδρυση της φεμινιστικής κολεκτίβας και περιοδικού “Heresies”. Τα ταξίδια της συνεχίζουν να εμπνέουν τη Stuart και τα πιο πρόσφατα έργα της είναι κολάζ φωτογραφιών με εικόνες από παλιά αλλά και νέα ταξίδια: χρησιμοποιεί, επίσης, αρχειακό υλικό. “Είναι ό,τι καλύτερο έχω κάνει: είμαι κάθε μέρα ενθουσιασμένη”, λέει. “Είσαι ένα αμάλγαμα εμπειριών και μπορείς να απλώσεις το χέρι και να πάρεις αυτό που θέλεις. Είναι σα να είσαι ο ίδιος η πηγή του υλικού.”

Η Stuart πραγματοποίησε μια αναδρομική στο Parrish Art Museum το 2013: η πρώτη μονογραφία του έργου της “Michelle Stuart: Sculptural Objects, Journeys In & Out of the Studio” εκδόθηκε το 2010. Αντίθετα με πολλούς καλλιτέχνες, έκανε συχνά εκθέσεις. “Πάντα είχα αναγνώριση”, λέει. “Αλλά με το να είμαι γυναίκα, κατά κάποιον τρόπο δεν έγινα μεγάλο αστέρι. Μπορείς να φτάσεις μέχρι ένα σημείο και υπάρχει ένα ταβάνι.” Περιγράφοντας αυτό το στάδιο της καριέρας της, η Stuart παραφράζει τον Τ. Σ. Έλιοτ: “Φοράω τα παντελόνια μου γυρισμένα”, λέει. “Είναι η φιλοσοφία ενός γηραιότερου ατόμου... Υπάρχει μια υπέροχη ελευθερία στο να μη χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα.”

 

Πηγή: nytimes.com

Απόδοση: Χρόνης Μούγιος