www.artnews.gr

Τρίτη, 25. Απρίλιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Το Park της Σοφίας Εξάρχου μας μεταφέρει στα ζοφερά ερείπια του Ολυμπιακού Χωριού

Το Park της Σοφίας Εξάρχου μας μεταφέρει στα ζοφερά ερείπια του Ολυμπιακού Χωριού

E-mail Εκτύπωση PDF
apark

Ένα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του σύγχρονου κύματος του ελληνικού Weird Cinema είναι η ενασχόλησή του με την κοινωνική αποξένωση και γενικά με ζητήματα κοινωνικού αποκλεισμού -κάτι το οποίο φυσικά δε συμβαίνει χωρίς λόγο. Στην Ελλάδα του σήμερα αυτά αποτελούν συχνά καθημερινά φαινόμενα, τα οποία, όσο περνάει ο καιρός, εντείνονται όλο και περισσότερο, με αποτέλεσμα αυτή η μίζερη καθημερινότητα, και περισσότερο αυτή η αποδοχή της μιζέριας ως κάτι αναπόφευκτο, να διαποτίζει την τέχνη των σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών. Με αυτό το βασικό θέμα ασχολείται και η πρώτη ταινία της σκηνοθέτιδος Σοφίας Εξάρχου.

Στο Park ακολουθούμε τη ζωή μιας παρέας παιδιών που μεγαλώνουν στα ερείπια του Ολυμπιακού Χωριού, και πιο συγκεκριμένα των δύο μεγαλύτερων σε ηλικία από αυτά: την ερωτική σχέση μεταξύ τους, το πώς διασκεδάζουν, το πώς βγάζουν λεφτά για να ζήσουν.

Ο τρόπος που μας παρουσιάζεται αυτή η κατάσταση είναι αποστασιοποιημένος και μας βάζει στη θέση του παρατηρητή. Οι σκηνές που διαδραματίζονται μπροστά μας είναι επιτηδευμένα άβολες, επικεντρωμένες στις συχνές εκφάνσεις βίας και στην αδυναμία επικοινωνίας. Η αίσθηση ντοκιμαντέρ που αποπνέει η ταινία υπογραμμίζεται από τον ίδιο το χώρο των γυρισμάτων, που είναι όντως ότι έχει μείνει από το Ολυμπιακό χωριό, από την πολύ καλή δουλειά που έχει κάνει στη φωτογραφία η Monika Lenczewska, δίνοντας μια νατουραλιστική δυναμική στα δρώμενα, αλλά και από τη μινιμαλιστική μουσική επένδυση του Αλέξανδρου Βούλγαρη. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα πετυχημένο και η ταινία πραγματικά καταφέρνει να μας μεταφέρει στα επιβλητικά αυτά ερείπια και να μας κάνει να νιώθουμε ότι βρισκόμαστε εκεί και παρατηρούμε τα δρώμενα. Αλλά πάντα μένουμε στην παρατήρηση. Ποτέ δεν καταφέρνουμε να γίνουμε κομμάτι αυτής της παρέας και να ζήσουμε πραγματικά αυτήν τη δυσάρεστη κατάσταση. Κοιτάζουμε απλά τα παιδιά σα να είναι ζώα -ένας συμβολισμός που επαναλαμβάνεται υπερβολικά συχνά.

Το πιθανότερο είναι ότι αυτό έγινε επιτηδευμένα, αλλά έχει ως αποτέλεσμα μια έντονη έλλειψη συνοχής και ρυθμού. Πολλές από τις σκηνές της ταινίας φαίνεται να μην έχουν κανένα λόγο ύπαρξης πέρα από το να συνεχίζουν να μας υπενθυμίζουν το θέμα της κοινωνικής αποξένωσης -ένα θέμα το οποίο φαίνεται να χτίζεται συνεχώς αλλά, όπως και αυτές οι σκηνές, δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Οι πρωταγωνιστές αλλάζουν ελάχιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, με τον ήρωά μας να αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σε αντίθεση με τις ταινίες του Λάνθιμου, ο οποίος αποτελεί έναν από τους πρωτοπόρους του κύματος του ελληνικού Weird Cinema, δε βλέπουμε κάποια, έστω και αποτυχημένη, προσπάθεια των ηρώων μας να ξεφύγουν από αυτήν την κατάσταση. Την αποδέχονται πλήρως και εμείς απλά τους παρακολουθούμε να την ζουν.

Γενικά οι ερμηνείες βασίζονται στον αυτοσχεδιασμό και κυμαίνονται από πραγματικά ρεαλιστικές έως άβολα αστείες -κάποιες φορές και τα δύο ταυτόχρονα. Αυτή η ανισότητα χαρακτηρίζει όλο το έργο, το οποίο θα μπορούσε να γίνει μια πολύ αποτελεσματική ταινία μικρού μήκους, μιας και ο τρόπος που βλέπαμε την κατάσταση και τους ήρωες στο τέλος της ταινίας πραγματικά δεν άλλαξε από τον τρόπο που τους βλέπαμε στο πρώτο μισάωρο. Κάτι το οποίο δε θα ήταν αναγκαστικά κακό, αν το σενάριο δε φαινόταν να υπόσχεται το αντίθετο -δηλαδή μια ιστορία.

Σε γενικά πλαίσια, για πρώτη δουλειά μιας ανερχόμενης σκηνοθέτιδος, δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εύκολα ως κακοδουλεμένη, ειδικά στον τεχνικό τομέα. Το πάθος και η αγάπη για την τέχνη του σινεμά είναι ευδιάκριτα και η βασική ιδέα ενδιαφέρουσα. Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην αφήγηση, την οποία καλό θα ήταν σε μελλοντικές δουλειές είτε να την δουλέψει περισσότερο είτε να την αφαιρέσει –ακόμη καλύτερα να μας δώσει κάτι δικό της, εντελώς καινούριο, γιατί αυτό είναι που πλέον το ελληνικό σινεμά χρειάζεται πραγματικά.

Χρόνης Μούγιος