www.artnews.gr

Πέμπτη, 27. Απρίλιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΧΝΗΣ ΒΙΒΛΙΑ Καραβατζιστές: οι καλλιτέχνες που επηρέασε ο Καραβάτζιο

Καραβατζιστές: οι καλλιτέχνες που επηρέασε ο Καραβάτζιο

acaravaggio

Του Theodore K. Rabb

Παρόλο που η 400στή επέτειος από το θάνατο του Καραβάτζιο το 1610 ήταν η περίσταση χάρη στην οποία εκδόθηκε μια μεγάλη ποσότητα βιβλίων για το για καιρό παραμελημένο πρωτοπόρο, η ροή τους δε σταμάτησε από το 2010. Ένα από τα βασικότερα βιβλία εκείνης της χρονιάς ήταν δύο τεράστιοι τόμοι αφιερωμένοι στους ακολούθους του Καραβάτζιο, τους “Καραβατζιστές”, όπως ήταν γνωστοί -ένα ενδιαφέρον που έχει συνεχιστεί. Παρά την ελάττωση της επιρροής του Καραβάτζιο από τη δεκαετία του 1630, οι τρεις δεκαετίες κατά τις οποίες αυτός και οι μιμητές του άνθισαν, έχουν γίνει το επίκεντρο εντατικής έρευνας. Ακόμη δύο τεράστιοι τόμοι για τη Ρώμη του 1600-1630 εμφανίστηκαν το 2012, οι Καραβατζιστές στην Εμίλια και τη Φλωρεντία έχουν παρακινήσει σημαντικές μελέτες και το 2016 έφερε δύο εκθέσεις και τρία ογκώδη βιβλία που ερευνούσαν την επιροή που είχαν σε άλλους καλλιτέχνες τα ενδιαφέροντα του Καραβάτζιο. (Το “In Pursuit of Caravaggio”, ο κατάλογος μιας έκθεσης που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο από τους εμπόρους τέχνης Robilant + Voena, επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά το συνεχιζόμενο ενδιαφέρον για τους Caravaggeschi και την αγορά τους.)

Το βιβλίο του Michael Fried “After Caravaggio”, το οποίο δε συνδέεται με κάποια έκθεση, προσπαθεί να επεξηγήσει αυτά που θεωρεί ως κυρίαρχα στοιχεία αυτών των έργων. Ο Fried είναι επιφανής λόγιος που έχει γράψει εκτενώς για την ευρωπαϊκή και αμερικανική τέχνη από το 17ο αιώνα μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβανομένης και μίας σειράς από ομιλίες πάνω στον Καραβάτζιο, οι οποίες εκδόθηκαν το 2010. Κάνοντας προσεκτική ανάλυση σε μεμονωμένους πίνακες, ο Fried επιθυμεί να μας παρουσιάσει τη δική του οπτική γωνία για τα αντισυμβατικά επιτεύγματα του Καραβάτζιο και των ακολούθων του. Δεν εστιάζει, όμως, στις συνηθισμένες καινοτομίες που αναφέρονται συνήθως οι σχολιαστές: το ρεαλισμό, το δράμα, τη χρήση ζωντανών μοντέλων, την ενασχόλησή του με καθημερινούς ανθρώπους ή το κιαροσκούρο εφέ της σκιάς και του φωτός. Αυτά αναφέρονται, αλλά ο κύριος στόχος είναι να δώσει έμφαση σε άλλες πλευρές, τις οποίες ο Fried θεωρεί απίστευτα καινούριες. Ανάμεσα σε αυτά τα χαρακτηριστικά, υπογραμμίζει τη δημιουργία αυτού που ο ίδιος αποκαλεί εικόνα “γκαλερί”, την προσπάθεια να τραβήξει τους θεατές μέσα σε μια σκηνή, μαζί με στοιχεία που υπενθυμίζουν ότι παραμένουν έξω από αυτήν, τη σημασία των χεριών, των πελμάτων των ποδιών και των γωνιών των τραπεζιών, καθώς και τη σημασία θεμάτων όπως η μουσική και οι ταβέρνες.

Το βιβλίο δεν είναι για τους ευαίσθητους ή, στην πραγματικότητα, για οποιονδήποτε ασχολείται για πρώτη φορά με το θέμα. Οι αναγνώστες καλούνται να δεχτούν αυτό που βλέπει ο Fried σε αυτούς τους πίνακες, και αν ακόμη και ο ίδιος προβληματίζεται, το πρόβλημα αγνοείται. Τι κάνει μια γριά γυναίκα σε έναν πίνακα του Τσέκο ντελ Καραβάτζιο; “Μη ρωτάς, όπως λέει και η έκφραση”. Η προσπάθεια του Fried να εκθέσει τα θέματά του σε κάθε έργο που εξετάζει, κάνει την απλή εκτίμηση των πολλών εικονογραφίσεων δύσκολη, καθώς και φράσεις όπως “tenebristic verism”. Ούτε η επιρροή του Καραβάτζιο είναι τόσο η κεντρική θεματική, όσο είναι τα ίδια τα θέματα. Ένα ολόκληρο κεφάλαιο, για παράδειγμα, είναι αφιερωμένο στον Γκερτσίνο πριν έρθει στην Ρώμη ή πριν συναντήσει τον Καραβάτζιο, και φτάνει στο συμπέρασμα ότι ο Ντεκάρτ σκιαγράφησε τη διάκριση μυαλού/σώματος ως μια προέκταση των ζητημάτων που έθιξαν αυτοί οι ζωγράφοι.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι μελετητές των Καραβατζιστών, -ειδικά του Τσέκο, του Μανφρέντι, του Ριμπέρα και των Γάλλων ακολούθων του Καραβάτζιο-, θα μάθουν πάρα πολλά από τις αναλύσεις του Fried. Πολλές από τις αξιολογήσεις λεπτομερειών του είναι πειστικές, και ακόμα και αν κάποιος δε συμφωνήσει με τα θεωρητικά συμπεράσματά του, θα μάθει πολλά στην πορεία. Τα νοήματα μπορεί καμιά φορά να φαίνονται βεβιασμένα ή υπερβολικά, αλλά έχει κοφτερό μάτι, το οποίο θα επιβραβεύσει όσους θα αποδεχτούν την καθοδήγησή του.

Πιο προσγειωμένο είναι το βιβλίο “Valentin de Boulogne: Beyond Caravaggio”. Αυτός ο ταλαντούχος Γάλλος μαθητής του Καραβάτζιο (1591-1632) πρέπει να πήγε στην Ρώμη στα μέσα τις δεκαετίας του 1610, έτοιμος να απορροφήσει τις καινοτομίες των Καράτσι, αλλά και του Καραβάτζιο. Ήταν ο δεύτερος που τελικά αποτέλεσε την κυρίαρχη επιρροή -στην έντονη ζωή του Βαλεντέν, αλλά και στη ζωγραφική του. Πράγματι, απ’ ό,τι φαίνεται ήταν η μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ, οι ατελείωτοι καβγάδες και ο χαλαρός τρόπος ζωής που τον οδήγησε σε πρόωρο και οδυνηρό θάνατο σε ηλικία 41 χρονών. Τα τελευταία του χρόνια, παρ’ όλ’ αυτά, κέρδισε επιτέλους ευρεία αναγνωρισιμότητα για την τέχνη του από τους μεγάλους πάτρονες της Ρώμης, συμπεριλαμβανομένης μιας ανάθεσης για ένα ρετάμπλ στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου.

Με άλλα λόγια, δε μιλάμε για μια αδιάφορη φιγούρα, και μάλιστα εκπλήσσει λίγο το γεγονός ότι η έκθεση με 47 πίνακές του, -μαζί με άλλους τρεις από Καραβατζιστές-, στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης (που έκλεισε στις 22 Ιανουαρίου 2017), ήταν η πρώτη σημαντική μονογραφική έκθεση της δουλειάς του. Πράγματι, πέρα από το μεγάλο θαυμασμό στην πατρίδα του τη Γαλλία, έπρεπε να έρθει ο 20ός αιώνας για να κερδίσει ευρεία αναγνώριση ως σημαντικός Μεγάλος Δάσκαλος. Από αυτήν την άποψη, μοιράζεται την ίδια μοίρα με τον Καραβάτζιο, ο οποίος επίσης έπρεπε να περιμένει πάνω από 300 χρόνια για να πετύχει την αναγνώριση που πλέον απολαμβάνει.

Τι ήταν αυτό που ξεχώρισε τον Βαλεντέν ως Καραβατζιστή; Σε ένα δοκίμιο στον κατάλογο, ο Keith Christiansen υποστηρίζει ότι ήταν, πάνω απ’ όλα, η πρακτική του να ζωγραφίζει κατευθείαν από ζωντανά μοντέλα, συνδυαστικά με τα παραδοσιακά προπαρασκευαστικά σχέδια. Αυτή ήταν μια από τις βασικές καινοτομίες του Καραβάτζιο, και μπορεί κάποιος να δει πόσο βασικό ήταν αυτό για το Βαλεντέν. Ανάλογης σημασίας, σχετικής με τον τρόπο ζωής του, ήταν τα θεματικές όπως χαρτοπαίκτες, μάντισσες και μουσικοί. Και η παρουσίαση θρησκευτικών σκηνών βασιζόταν σε χαμηλοφωτισμένες σκηνές έντασης και βίας (Ιουδίθ και Ολοφέρνης, οι θάνατοι των μαρτύρων), που θυμίζουν τον ίδιο τον Καραβάτζιο.

Όλες αυτές οι θεματικές, και περισσότερες, εξετάζονται σε δοκίμια και κείμενα καταλόγων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η παρουσίαση, από την Patrizia Cavazzini, των λεπτομερειών στους καβγάδες, οι νομικές διαφορές και άλλα στοιχεία αλητείας και βίας που συνδέονταν με πολλούς από τους Καραβατζιστές στη Ρώμη. Υπάρχουν, επίσης, δύο δοκίμια που αναδεικνύον τη σημασία του έργου του Βαλεντέν για το γαλλικό κοινό -μια εκτίμηση που σιγά σιγά έγινε ευρέως αποδεκτή. Οι πίνακές του μπορεί να μην έχουν το συναισθηματικό αντίκτυπο του Καραβάτζιο, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι ήταν άξιος συνεχιστής, και αυτή η επανόρθωση για τη μακροχρόνια παραμέλησης πρέπει να επικροτηθεί θερμά.

Καθώς οι Ιταλοί και οι Γάλλοι έχουν εξερευνήσει την τέχνη των Καραβατζιστών, τώρα πλέον είναι η σειρά των Άγγλων και των Ιρλανδών. Τρεις Εθνικές Πινακοθήκες, -στο Λονδίνο, το Εδιμβούργο και το Δουβλίνο-, ένωσαν τις δυνάμεις τους με σκοπό να εξετάσουν το ενδιαφέρον που έχουν δείξει οι τρεις χώρες σε αυτό το κίνημα, και τα αποτελέσματα μπορεί να τα δει κάποιος σε μια περιοδεύουσα έκθεση και τον κατάλογό της, με τίτλο “Beyond Caravaggio” (Εθνική Πινακοθήκη της Ιρλανδίας, 11 Φεβρουαρίου - 14 Μαΐου, Εθνική Πινακοθήκη της Σκωτίας, 17 Ιουνίου - 24 Σεπτεμβρίου). Ακόμα και αν κάποιοι από τους πίνακες της εκθέσεις βρίσκονται πλέον στο εξωτερικό, όλοι τους μπορούν να συσχετιστούν με αυτές τις περιοχές, και αυτή η γεωγραφική διάσταση δίνει στην έκθεση έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Η εξέταση αρχίζει με τον ίδιο τον Καραβάτζιο. Από τα έξι δοκίμια του καταλόγου, μόνο τα τρία τελευταία ασχολούνται με τους ακολούθους του. Και έξι από τους 49 πίνακες που εκτίθενται είναι από τον ίδιο το δάσκαλο, μαζί με δύο από τα καλύτερα έργα του, τα “Δείπνο στην Εμμαούς” (1601) και “Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής στην Ερημιά” (1604 – 1605), με το δεύτερο να αποτελεί δάνειο από το Κάνσας. Σε αυτά μπορεί κάποιος να δει τις καινοτομίες που προκάλεσαν τόση μίμηση, -όχι απλά τις ριζικές παρεκκλίσεις από τις παραδοσιακές φόρμες, αλλά και τη νέα έμφαση στον ψυχισμό και την αφήγηση. Ξανά και ξανά, οι άλλοι πίνακες αντανακλούν μία ή περισσότερες από τις ευρηματικές τεχνικές του μεγάλου δασκάλου.

Το επίκεντρο των δοκιμίων, όπως και των κειμένων του καταλόγου, είναι η μακρά ιστορία του ενδιαφέροντος στην Αγγλία, τη Σκωτία και την Ιρλανδία για τον Καραβάτζιο και τους ακολούθους του. Χάρη στην ανάδειξη αυτής της ιστορίας σε ένα δοκίμιο της Letizia Treves, μαθαίνουμε ότι παραδείγματα αυτού του νέου στυλ άρχισαν να αγοράζονται από την δεκαετία του 1630 και μετά. Το ότι οι αγοραστές ανά τους αιώνες παρακινούνταν από προσωπικό ενδιαφέρον είναι, επίσης, προφανές, επειδή οι αγορές τους δημιούργησαν αντιδράσεις από σημαντικούς κριτικούς όπως ο Τζον Ράσκιν και ο Κρίστοφερ Φράι, οι οποίοι (και δεν ήταν οι μόνοι) έβρισκαν αυτούς τους πίνακες χυδαίους και άσχημους. Οι ήρωες, από την άλλη, ήταν ο Τζέιμς Χάμιλτον, Πρώτος Δούκας του ονόματός του (1606–1649), ή ο Μπραουνλάου Σεσίλ, 9ος Κόμης του Έξετερ (1725–1793), των οποίων οι αγορές διασφάλισαν την εισαγωγή τέχνης που θεωρείτο για πολύ καιρό εκτός μόδας.

Τόσο ξεχωριστοί, αλλά ταυτόχρονα τόσο παρόμοιοι μεταξύ τους ήταν οι Καραβατζιστές, που το να αποδώσει κάποιος σε ποιον ανήκει ένα έργο είναι συχνά δύσκολο, και ο κατάλογος είναι γεμάτος από περιπτώσεις αλλαγής συμπερασμάτων και διαφορετικών εικασιών. Αυτό που είναι ξεκάθαρο, παρ’ όλ’ αυτά, είναι ότι αυτό το ξέσπασμα καινούριων και πιο μετριοπαθών προσεγγίσεων στη ζωγραφική έχει εξάψει τη φαντασία ειδικών σε όλη την Ευρώπη. Παρόλο που ήταν ένα βραχύβιο φαινόμενο, το οποίο διήρκεσε μόνο μερικές δεκαετίες, η επίδρασή του ήταν μακράς διαρκείας. Μπορεί να έπρεπε να περάσουν τρεις αιώνες πριν αναγνωριστεί πλήρως η σπουδαιότητα αυτού του νέου στυλ, ( “Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής στην Ερημιά” δεν είχε καταφέρει να βρει αγοραστή στην Αγγλία, όταν αγοράστηκε από το Nelson-Atkins Museum of Art του Κάνσας το 1952), αλλά αυτό το νέο κύμα εκδόσεων και εκθέσεων καθιερώνει αναμφισβήτητα το πόσο επανασταστικό ήταν αυτό το κίνημα στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης.

Έχοντας αυτό υπόψιν, προκύπτουν δύο ερωτήματα: για ποιο λόγο αυτή η στιγμή διήρκησε τόσο λίγο και ποιες ήταν οι μακροπρόθεσμες συνέπειες; Η απάντηση στο πρώτο είναι ευρέως αποδεκτή: με τη Ρώμη ως το κέντρο των νέων ιδεών, χάρη στην ασύγκριτη έμπνευση από τα αρχαία έργα και τα έργα της Αναγέννησης, και την ασυναγώνιστη διαθεσιμότητα πατρόνων, οι καλλιτέχνες που συνέρρεαν στην Αιώνια Πόλη σύντομα άρχισαν να επηρεάζονται από αλλά πράγματα. Μετά από περίπου μια γενιά, υιοθέτησαν ένα διαφορετικό σύνολο από στόχους και επιρροές -λεπτότητα, κλασικισμό και το παράδειγμα του Πουσέν. Αλλά το δεύτερο ερώτημα δεν έχει ξεκάθαρη απάντηση.

Στη έκθεση του Λονδίνου, δύο ρετάμπλ από το Χουάν Μπαουτίστα Μάινο (1581-1649), δάνεια από το Μουσείο Πράδο στη Μαδρίτη, εκτέθηκαν για να υπενθυμίσουν το εύρος της επιρροής του Καραβάτζιο. Ο Μάινο ήταν στη Ρώμη στην αρχή του 1600, και κάποιες από τις πολλές μορφές του ήταν ξεκάθαρα στο στυλ του Καραβάτζιο. Αλλά δύσκολα θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κάποιος ως ακόλουθο, με τον τρόπο που θα αποκαλούσε τον Βαλεντέν και τους άλλους. Και αυτό είναι το νόημα. Αυτοί που στην πραγματικότητα μιμήθηκαν το μεγάλο δάσκαλο ωχριούσαν μπροστά του. Καμιά δουλειά του Βαλεντέν, του Μανφρέντι, του Τσέκο ή των λοιπών δε φτάνει έστω και στο ελάχιστο τη δύναμη ή την αυθεντικότητά του. Αλλά οι ποιότητες που αναζητούσαν, όπως τις αναγνωρίζει ο Fried και οι συγγραφείς αυτών των καταλόγων, δε χάθηκαν ποτέ. Ο Ρούμπενς, για παράδειγμα, μπορεί να μην ήταν Καραβατζιστής, αλλά η θεατρικότητά του ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά που κληρονόμησε από τον Καραβάτζιο. Πολύ σημαντικό, επίσης, ήταν το αντίγραφο που έκανε της “Ταφής του Χριστού” (1603 -1604) του τελευταίου και η σύσταση που έκανε στον πάτρονά του να αγοράσει το “Θάνατο της Παρθένου” (1604 – 1606). Ήταν έμμεσος ο τρόπος με τον οποίο η επιρροή του Καραβάτζιο συνεχίστηκε για πολύ καιρό μετά το θάνατό του: μέσα από τους καινούριους στόχους που έθεσε για την ζωγραφική. Η ειρωνεία είναι ότι η αναγνώρισή του από τους κριτικούς ήρθε στα τέλη του 20ού αιώνα, όταν οι ζωγράφοι σταμάτησαν να ενδιαφέρονται για την πραγματικότητα, τα ζωντανά μοντέλα, τις έντονες αντιθέσεις μεταξύ φωτός και σκοταδιού ή τη δημιουργία έντονου δράματος.

 

Ο Theodore K. Rabb είναι επίτιμος καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Ειδικός στην πρώιμη μοντέρνα Ευρώπη, είναι τακτικός συνεργάτης της The Art Newspaper και του Times Literary Supplement. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το “The Artist and the Warrior”, και αυτή την στιγμή δουλεύει σε ένα βιβλίο με δοκίμια για τις εικαστικές τέχνες.

In Pursuit of Caravaggio
Επιμέλεια: Carolyn Miner
Robilant + Voena, σε συνεργασία με τη Società Editrice Allemandi & C., 78 σελίδες

After Caravaggio

Michael Fried
Yale University Press, 234 σελίδες

Valentin de Boulogne: Beyond Caravaggio
Επιμέλεια: Annick Lemoine & Keith Christiansen
Yale University Press, σε συνεργασία με το Metropolitan Museum of Art, 288 σελίδες

Beyond Caravaggio
Letizia Treves & Aidan Weston-Lewis
με τους Gabriele Finaldi, Christian Tico Seifert, Adriaan Waiboer, Francesca Whitlum-Cooper & Marjorie E. Wieseman
Yale University Press, σε συνεργασία με τη National Gallery Company, 208 σελίδες


Απόδοση: Χρόνης Μούγιος