www.artnews.gr

Πέμπτη, 27. Απρίλιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Πώς ένας ζωγράφος του 19ου αιώνα στράφηκε από την πραγματικότητα στη φαντασία

Πώς ένας ζωγράφος του 19ου αιώνα στράφηκε από την πραγματικότητα στη φαντασία

E-mail Εκτύπωση PDF
afantinlatour

Του Joseph Nechvatal

Οι ρεαλιστικοί πίνακες του 19ου αιώνα του Ανρί Φαντέν-Λατούρ (Henri Fantin-Latour), που παρουσιάζονται στην έκθεση “À fleur de peau” στο Μουσείο της Γκρενόμπλ, μας θυμίζουν ότι το αληθινό πρέπει να το επεξεργάζόμαστε με τη σάρκα και το αίμα των ματιών μας. Στους πρώιμους, διαυγείς (αλλά υπέροχους) πίνακες που υμνούν την πολυτέλεια των αισθήσεων, είναι ξεκάθαρο ότι το θέμα του Φαντέν-Λατούρ ήταν η πραγματικότητα του ίδιου του κόσμου που παρατηρούσε. Αυτή η διαφωτιστική αναδρομική περιλαμβάνει πάνω από 120 πίνακες, λιθογραφίες, σχέδια, φωτογραφίες και προπαρασκευαστικές μελέτες, και παρακινεί το θεατή να πάρει στα σοβαρά αυτό που μπορεί να απολαύσει με ευκολία.

Η νεκρή φύση του Φαντέν-Λατούρ και τα ομαδικά πορτραίτα αποδέχονται τις δυνάμεις της παρατήρησης απορρίπτοντας παράλληλα το Ρομαντικό, υπερβολικό συναισθηματισμό. Στη Ρεαλιστική παράδοση του Γκυστάβ Κουρμπέ, την οποία ακολουθούσε ο Φαντέν-Λατούρ, αυτό που έχει αξία διανοητικά είναι ένα πολύ συγκεκριμένο χαρούμενο αλλά ταπεινό όραμα, χαρακτηριστικό της επιστήμης. Αλλά όσο προφανές και αν είναι στους σχετικά πρώιμους πίνακές του με λουλούδια και φρούτα, όπως το Νεκρή Φύση: Αρραβώνες (Still Life: Engagement, 1869), ο Φαντέν-Λατούρ αντικαθιστά το βασισμένο στην επιστήμη, αντικειμενικό ρεαλισμό με κάτι πιο ελκυστικό. Αυτό είναι ιδιαίτερα προφανές στην πολυτελή απεικόνιση του ποτηριού κρασιού.

Ο Φαντέν-Λατούρ ζωγράφισε ένα μεγάλο αριθμό τέτοιων πινάκων με λουλούδια σε όλη την καριέρα του, όπως βλέπουμε στο κατά πολύ μεταγενέστερο, αλλά στυλιστικά συνεπές Τριαντάφυλλα (Roses, 1889), έναν πίνακα που παρουσιάζει το ταλέντο του στην ισορροπημένη σύνθεση μπουκέτων, καθώς και μια εξέχουσα δεξιοτεχνία στη σύλληψη των υφών του γυαλιού. Αυτοί οι πίνακες αντικειμενικών φαινομένων είναι σαν τους βαρετούς συγγενείς που δεν επισκεπτόμαστε ποτέ και σκεφτόμαστε σπάνια, αλλά δεν αμφισβητούμε ποτέ την ύπαρξή τους, ακόμη κι εάν στη πραγματικότητα μπορεί να έχουν αλλάξει τελείως. Ίσως για αυτόν το λόγο οι συντηρητικοί πίνακες νεκρής φύσης του Φαντέν-Λατούρ έκαναν καλές πωλήσεις και τον έκαναν κάπως διάσημο. Πράγματι, ο Μαρσέλ Προυστ αναφέρει τη δουλειά του Φαντέν-Λατούρ στο αριστούργημά του Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο (In Search of Lost Time).

Η επιλογή θεματολογίας του Φαντέν-Λατούρ, -αυτό κάνει “πραγματικό”-, δεν έχει και τόση σημασία. Ζωγραφίζοντας από φωτογραφίες, έκανε επίσης κάποια πολύ καλά ομαδικά πορτραίτα, όπως το Φόρος Τιμής στον Ντελακρουά (Homage to Delacroix, 1864). Αυτός ο μεγάλος, σκοτεινός πίνακας είναι βασισμένος σε μια φωτογραφία που είχε τραβηχτεί δέκα χρόνια πριν, με συγγραφείς και καλλιτέχνες συγκεντρωμένους γύρω από ένα πορτραίτο του Ευγένιου Ντελακρουά. Ένα χρόνο μετά το θάνατο του Ντελακρουά, τον ζωγράφισε ο Φαντέν-Λατούρ, για να αποδώσει φόρο τιμής στον καλλιτέχνη μεγαλύτερο από όσο του είχε αποδοθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του. Στον πίνακα συμπεριλαμβάνεται ο ίδιος ο Φαντέν-Λατούρ (με άσπρο πουκάμισο, κρατώντας μία παλέττα), και οι ζωγράφοι Τζέιμς Γουίστλερ και Εντουάρ Μανέ. Επίσης, υπάρχει και ο συγγραφέας των Ανθέων του Κακού, ποιητής και κριτικός τέχνης Σαρλ Μπωντλαίρ, ο οποίος κάθεται στην κάτω δεξιά γωνία. Σε αυτόν τον πίνακα, όπως στους Ένα Εργαστήριο στο Λε Μπατινιόλ (A Studio in Les Batignolles, 1870) και Η Ανάγνωση (The Reading, 1877), χρησιμοποιεί τις ρεαλιστικές αλλά σκονισμένες αποχρώσεις του γκρι του Ζαν-Φρανσουά Μιγέ, όπως στο δικό του Οι Σταχυολογήτρες (The Gleaners, 1857).

Στις αδικαιολόγητα ξεχασμένες πρώιμες αυτοπροσωπογραφίες του, όπως το Αυτοπροσωπογραφία Με Κάπως Χαμηλωμένο Κεφάλι (Self-portrait with Slightly Lowered Head, 1861), η εικόνα του εαυτού του Φαντέν-Λατούρ γίνεται άλλο ένα αντικείμενο του κόσμου της παρατήρησης. Είτε σε αυστηρή πόζα είτε πιο οικείες, αυτές οι αυτοπροσωπογραφίες μας παρουσιάζουν το σίγουρο χέρι του και τις δεξιότητες στην οξεία παρατήρηση που ανέπτυξε στο École des Beaux-Arts στο Παρίσι, όπου αφιέρωσε πολύ χρόνο αντιγράφοντας τα έργα των Μεγάλων Δασκάλων στο Μουσείο του Λούβρου.

Μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα της δημιουργικής διαδικασίας του Φαντέν- Λατούρ στον πίνακα Τα Γενέθλια (The Birthday, 1876), ο οποίος συνοδεύεται από λιθογραφίες και σχέδια, τα οποία είχε δουλέψει αρκετές φορές το 1875, τη χρονιά που ο καλλιτέχνης παντρεύτηκε τη Βικτώρια Ντυμπούρ, μια άλλη ζωγράφο, με την οποία συνεργαζόταν περιστασιακά. Η αναδρομική παρέχει, επίσης, μια σπάνια ευκαιρία για να μελετήσει κάποιος τη συλλογή του καλλιτέχνη με κιτς φωτογραφίες γυμνών γυναικών, τις οποίες χρησιμοποιούσε για να σχεδιάζει κατά την προετοιμασία των πινάκων του.

Στο τέλος της καριέρας του, γίνεται ξεκάθαρο ότι η πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας δεν ικανοποιούσε πλέον τον καλλιτέχνη. Ο Φαντέν-Λατούρ αποδυναμώνει τη θεωρία της πρώιμης δουλειάς του με μια απρόσμενη σειρά συγκεχυμένων πινάκων με νεράιδες, κάτι που βρίσκεται έξω από τον κόσμο της παρατήρησης. Τοποθετημένη δίπλα ή απέναντι από την πρωτύτερη αποδοχή του αστικού οράματος, αυτή η μεταγενέστερη δουλειά που ασχολείται με την φαντασία και την αποπλάνηση είναι ανάρμοστη. Εδώ, η επιθυμία γίνεται τόσο το αντικείμενο παρατήρησης όσο τα κομμένα λουλούδια ή οι μουσάτοι άντρες σε ένα δωμάτιο.

Με αυτήν τη στροφή, ο Φαντέν-Λατούρ κλίνει προς το Συμβολισμό, ένα κίνημα που ήταν ένα περίεργο αμάλγαμα του κοινωνικού αναβρασμού της εποχής του, με τους υποστηρικτές του να στρέφονται απότομα από μια αισθητική βασισμένη στον αβίαστο ασκητισμό (όπως οι Οντιλόν Ρεντόν και Γκυστάβ Μορώ) σε μια αισθητική βασισμένη στην παρακμιακή διαφθορά, που σχετίζεται με τους Ζορίς-Καρλ Υσμάν, Φελισιέν Ροπς και Όσκαρ Ουάιλντ. Οι πολιτικές διασυνδέσεις των Συμβολιστών ήταν χωρισμένες εξίσου μεταξύ του καθολικού δεξιού εθνικισμού και του αναρχικού ατομικισμού. Όπως και να ‘χε, ο Συμβολισμός υποστήριζε ότι η πραγματικότητα είναι μια κατασκευή, και ότι ως τέτοια, είναι ευάλωτη. Τα πράγματα ούτε υπάρχουν ούτε αποτυγχάνουν να υπάρξουν - είναι απλά σημαντικά ή ασήμαντα.

Αυτό μπορούμε να το δούμε στον αντι-ρεαλιστικό παραμυθένιο πίνακα Η Νύχτα (The Night, 1897) και άλλα αραχνοΰφαντα έργα. Καλλιεργημένη από το πάθος του για τη μουσική και εμπνευσμένη από μυθολογικά θέματα ή ωδές στην ομορφιά του γυναικείου σώματος, με την αμφίεση αγνών αλληγοριών, αυτή η δουλειά αποκαλύπτει τις λιγότερο γνωστές ενασχολήσεις του καλλιτέχνη με τον Αγγλικό Ρομαντισμό. Απλά σκεφτείτε το έργο των Χένρι Σίνγκλετον, Χένρι Χάουαρντ, Φράνκ Χάουαρντ και Τζόσουα Κρίσταλ -όλοι από τους οποίους δούλεψαν κάποια στιγμή με την παράδοση πινάκων μικρού μεγέθους που απεικονίζουν κομψές παραμυθένιες καταστάσεις. Αυτοί οι καλλιτέχνες άνοιξαν το δρόμο για την αναγνωρισμένη σχολή της Βικτωριανής παραμυθένιας ζωγραφικής, η οποία είχε θαυμαστές της λαμπρές μορφές, όπως ο Λούις Κάρολ, ο Ουίλλιαμ Θάκερυ, ο Κάρολος Ντίκενς και ο Τζον Ράσκιν, ο οποίος έδωσε μια διάλεξη με τίτλο “Fairy Land” στις αρχές του 1880. Υπό τη Βασίλισσα Βικτώρια, παραμυθένιοι πίνακες εμφανίζονταν συστηματικά σε εκθέσεις της Βασιλικής Ακαδημίας (γεμάτη, περιστασιακά, με την απαλή, ονειρική, ερωτική εικονογραφία τους) καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Σε αυτά τα μεταγενέστερα έργα, ο Φαντέν-Λατούρ επιβεβαιώνει την απτή πραγματικότητα σαγηνευτικών φαινομένων και επανεξετάζει τι αποτελεί το “αληθινό”. Η πρώιμη, αυστηρή ρεαλιστική τέχνη του οργάνωνε γεγονότα και τα μετέδιδε στον κόσμο των εικόνων: αυτοί οι υπερβολικά διαυγείς πίνακες φαίνεται να επιβεβαιώνουν την “αντικειμενική πραγματικότητα” ως το λειτουργικό ιδανικό της ζωγραφικής. Ίσως για αυτό προσπάθησε αρχικά να εναντιωθεί στην αμεσότητα του Ιμπρεσιονισμού, το στιγμιαίο των πραγμάτων και την αλλαγή της εμφάνισής τους στο φως. Στον Ιμπρεσιονισμό κάποιος παρατηρεί φαινόμενα (ειρωνικά) υπερβολικά αληθινά για μπορούν να συλληφθούν σε τέλειες και ολοκληρωμένες εικόνες, οι οποίες κρίνονται ως ρεαλιστικές. Αλλά, αργότερα στη ζωή του, ο Φαντέν-Λατούρ φαίνεται να είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε αγνοήσει τη βαθύτερη πραγματικότητα της σαγήνης του φανταστικού και την ένταση των εναλλακτικών γεγονότων του.

 

Η έκθεση “Henri Fantin-Latour: À fleur de peau” συνεχίζεται στο Μουσείο της Γκρενόμπλ έως τις 18 Ιουνίου.

 

Πηγή: hyperallergic.com

Απόδοση: Χρόνης Μούγιος