www.artnews.gr

Πέμπτη, 27. Απρίλιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Πώς ο Eduardo Paolozzi μετέφερε το χάος της μοντέρνας ζωής

Πώς ο Eduardo Paolozzi μετέφερε το χάος της μοντέρνας ζωής

E-mail Εκτύπωση PDF
aepaolozzi

Του Simon Martin

Κάθε χρόνο, εκατομμύρια άνθρωποι περνούν μέσα από μια καλλιτεχνική εγκατάσταση από έντονα χρωματισμένα μωσαϊκά, που αγκαλιάζει τα πάντα, στο σταθμό Tottenham Court Road του μετρό του Λονδίνου. Παρόλο που πολλοί μπορεί να μην το συνειδητοποιούν, αυτό το αχανές κολάζ, εμπνευσμένο από εικόνες σχετικές με την τεχνολογία, την τζαζ μουσική, την εθνογραφία και τη Μοντέρνα ζωή, σχεδιάστηκε από τον Eduardo Paolozzi (1934-2005), έναν από τους επονομαζόμενους “νονούς της Ποπ Αρτ”.

Το στυλ του μπορεί πλέον να μοιαζει οικείο, αλλά ήταν κρυμμένο σε κοινή θέα, και η τρέχουσα έρευνα στην Πινακοθήκη Whitechapel αποτελεί την πρώτη μεγάλη έκθεση του έργου του στο Λονδίνο από το 1971, παρόλο που ο Paolozzi έχει υπάρξει πρόσφατα το θέμα σημαντικών εκθέσεων εκτός της πρωτεύουσας, στην Pallant House Gallery στο Τσίτσεστερ το 2013 (την οποία οργάνωσα εγώ), και στη Scottish National Gallery of Modern Art το 1999.

Ο Daniel Hermann, πρώην επιμελητής της συλλογής από Paolozzi του σκωτσέζικου ιδρύματος, είναι υπεύθυνος για την έκθεση στη Whitechapel και της δίνει μια χαλαρή αίσθηση. Παρόλο που υπάρχει ένας πολύ ενδιαφέρων κατάλογος με τη συμβολή συγγραφέων όπως ο Hal Foster, ο Jon Wood και η Beth Williamson, έχει γίνει ελάχιστη ερμηνευτική προσπάθεια στην έκθεση. Αντιθέτως, τα επιχειρήματα είναι κατά κύριο λόγο οπτικά: ένας διάλογος ανάμεσα σε ένα εκπληκτικό εύρος μέσων, από ρομποτικές φιγούρες σε ταπετσαρίες, κεραμικά, μια ταινία, ακόμη και μια μπλούζα και μια φούστα Lanvin.

Παρόλο που εκτείνεται σε μια περίοδο 50 χρόνων, από τη δεκαετία του 1940 και μετά, η γόνιμη παραγωγή του Paolozzi παρουσιάζεται με έναν τρόπο που δίνει έμφαση στη σύνδεσή της με τη σύγχρονη τέχνη, επανατοποθετώντας τον, για ένα κοινό που είναι συνηθισμένο στο να βιώνει την τέχνη σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο ψηφιακό τοπίο. Μπαίνοντας στην έκθεση, ο επισκέπτης αντικρίζει κατευθείαν μια αναδημιουργία της διοργάνωσής του στο Institute of Contemporary Arts του Λονδίνου τον Απρίλιο του 1952: προβαλλόμενες εικόνες από μεταπολεμικές αμερικανικές διαφημίσεις, επιστημονική φαντασία και δημοφιλή περιοδικά. Οι συνδυασμοί είναι ανατρεπτικοί και πνευματώδεις, και λειτουργούν ως μία γέφυρα μεταξύ του ευρωπαϊκού Σουρεαλισμού και της αισθητικής της πειθούς των καταναλωτών, η οποία θα καθόριζε την αμερικανική Ποπ Αρτ της ακόλουθες δεκαετίες.

Ο Paolozzi υποστήριξε κάποτε ότι “όλες οι ανθρώπινες εμπειρίες είναι ένα μεγάλο κολάζ”, μια δήλωση που αντανακλούσε την εμπειρία του ως γιος Ιταλών μεταναστών, που μεγάλωσε στην εργατική τάξη του σκοτσέζικου λιμανιού του Ληθ. Γεννημένος το 1924, το ενήλικο ενδιαφέρον του για την κουλτούρα του καταναλωτισμού σχηματίστηκε από την εμπειρία του ως βοηθός στο παγωτατζίδικο και ζαχαροπλαστείο των γονιών του μετά το σχολείο. Είναι, επίσης, αποτέλεσμα της συλλογής που έκανε με κάρτες από πακέτα τσιγάρα, οι οποίες είχαν πάνω αστέρες του κινηματογράφου, αεροπλάνα, μαχητικά πλοία και μηχανές. Αν και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς γλύπτες, -και μια φιγούρα κλειδί της ομάδας καλλιτεχνών “Geometry of Fear”, οι οποίοι δούλεψαν με μια “εικονογράφηση της απόγνωσης”, σύμφωνα με τον κριτικό Herbert Read-, είναι το κολάζ που υποβόσκει σε όλα τα έργα του Paolozzi, ανεξαρτήτως μέσου.

Έντονες επιρροές

Αυτό προκύπτει έντονα σε έργα από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 και του 1950, όταν ο καλλιτέχνης δούλευε στο Λονδίνο, αφού σπούδασε στις σχολές Ruskin και Slade. Η μη δυτική τέχνη που είδε στο Μουσείο Pitt Rivers στην Οξφόρδη και στα γαλλικά εθνογραφικά μουσεία κατά τη διάρκεια μιας διαμονής στο Παρίσι από το 1947 έως το 1949, (κατά τη διάρκεια της οποίας έκανε φιλίες με καλλιτέχνες όπως ο Αλμπέρτο Τζιακομέτι και ο Τρίσταν Τζάρα), του άσκησαν έντονη επιρροή. Κολάζ, σχέδια και τοτεμικά γλυπτά με οργανικές μορφές σε σχήμα μάσκας, πουφτιάχτηκαν μετά τη διαμονή του, αντανακλούν την περίοδο που ήταν στη Γαλλία.

Στην έκθεση, η γλυπτική, η χαρακτική και το κολάζ παρουσιάζονται ως ένα συνεχές, υπογραμμίζοντας τη διαφορετικότητα και την εσωτερική διασύνδεση στη δουλειά του Paolozzi. Εγκατέλειψε την παραδοσιακή ιεραρχία μεταξύ διαφορετικών μέσων όταν ίδρυσε την εταιρία υφασμάτων, ταπετσαριών και οικιακών σκευών Hammer Prints μαζί με το Nigel Henderson το 1954. Αφηρημένα μοτίβα εκτίθενται δίπλα σε μεταξοτυπίες που αντλούνται από ιδέες για το ασυνείδητο, τις οποίες ανέπτυξε ο Paolozzi, μαζί με το θεωρητικό Anton Ehrenzweig.

Ο κεντρικός ρόλος του στην Ανεξάρτητη Ομάδα καλλιτεχνών, αρχιτεκτόνων και θεωρητικών, (η οποία περιελάμβανε και το Rayner Banham, το Richard Hamilton και τους αρχιτέκτονες Colin St John Wilson και Alison και Peter Smithson), τονίζεται μέσα από έργα όπως το Contemplative Object (γύρω στο 1951), μια οργανική γλυπτική μορφή, η οποία εκτέθηκε στη σημαντική έκθεση “This is Tomorrow” στη Whitechapel Art Gallery το 1956. Η ικανότητα του Paolozzi να αντλεί από τα υπαρξιακά άγχη του Ψυχρού Πολέμου εμφανίζεται σε γλυπτά όπως το Maquette for the Unknown Political Prisoner (1952), μια αποσπασματική ομάδα από τοτεμικές φιγούρες. Οι αυλακωμένες επιφάνειες των απομονωμένων φιγούρων του Paolozzi θυμίζουν επιζώντες πυρηνικού ολοκαυτώματος. Ο κριτικός Lawrence Alloway παρατήρησε ότι “το καταναλωτικό ενδιαφέρον του Paolozzi εστιάζεται στα φυσιολογικά και ψυχολογικά όρια του ανθρώπου”, τα οποία “έχουν διευρυνθεί τον τελευταίο καιρό, με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την έκθεση στη θάλασσα και την πίεση βαρύτητας -45.

Ο Paolozzi συνδέεται συχνά με τη μηχανική αισθητική, αλλά η σχέση του με αυτήν αργότερα διχάστηκε. Τα μοντέλα για τεστ τρακαρίσματος που έφτιαχνε με τη μορφή του J.G. Ballardian και η φανταχτερή εικόνα ενός χαμογελαστού ελέφαντα, ζωγραφισμένου πάνω σε μια αμερικανική σημαία, αποτελούσαν μια απόρριψη μη επικριτικών εικόνων αυτοκινήτων, γυαλιστερών σπιτικών αγαθών και εξωτικών τροφίμων. Γλυπτά όπως το 100% F*rt (1971), τα οποία ασκούσαν κριτική στον κόσμο της τέχνης, αναπόφευκτα υπονόμευσαν αργότερα την υποδοχή και τη σχέση του με τους εμπόρους τέχνης. Αλλά προχώρησε αναπτύσσοντας μια αλφάβητο σχημάτων, συχνά εμπνευσμένων από την τζαζ μουσική, η οποία χαρακτήρισε τη δημόσια γλυπτική του κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, μέσω των οποίων απέκτησε καινούρια υπόληψη. Σε αυτά τα έργα και σε άλλα, όπως έγραψε ο Alloway, το έργο του Paolozzi “ενσωματώνει στην τέχνη του τη μοντέρνα πλημμύρα από οπτικά σύμβολα, ένα βασικό στοιχείό του αστικού πολιτισμού”.


Ο Simon Martin είναι διευθυντής της Pallant House Gallery στο Τσίτσεστερ.

Eduardo Paolozzi, Whitechapel Art Gallery, Λονδίνο, μέχρι τις 14 Μαΐου

 

Απόδοση: Χρόνης Μούγιος