www.artnews.gr

Δευτέρα, 29. Μάιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟΨΕΙΣ/ΣΧΟΛΙΑ Λίγα Λόγια για τον Δημήτρη Ντοκατζή

Λίγα Λόγια για τον Δημήτρη Ντοκατζή

E-mail Εκτύπωση PDF
adimdok

Της Αννίτας Αποστολάκη

Είναι δύσκολο να γράψεις για έναν καλλιτέχνη που θεωρούσες έναν από τους λίγους δικούς σου ανθρώπους στον πολλές φορές δήθεν και ανταγωνιστικό χώρο της τέχνης. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν για μένα ο Δημήτρης Ντοκατζής, σε βαθμό που ακόμη και σαράντα μέρες μετά το θάνατό του, μου φαίνεται περίεργο που γράφω για εκείνον σε παρελθοντικό χρόνο. Με αφορμή, όμως, την επανενεργοποίηση της περφόρμανς του Ανοξείδωτες Επιθυμίες αυτήν τη Δευτέρα 22 Μαΐου από φίλους και συναδέλφους του, θα επιχειρήσω να κάνω τη δική μου μνεία σε ένα φίλο που χάραξε τη δική του ανεξάρτητη καλλιτεχνική πορεία, ακολουθώντας πάντα αυτό που του επέτασσε το καλλιτεχνικό και κοινωνικό του ένστικτο, χωρίς ποτέ να κάνει συμβιβασμούς για να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των εκάστοτε εμπόρων και συλλεκτών.

Είχα την τύχη να τον γνωρίσω πριν από τέσσερα χρόνια, το 2013, στην 4η Μπιενάλε της Αθήνας, όπου παρουσίασε το έργο New Behavioural Notes (2012) στο Παλιό Χρηματιστήριο Αθηνών στην οδό Σοφοκλέους. Κατά κοινή ομολογία, η φράση “MONEY MONEY THAT IS ALWAYS THE DANGER WITH YOU!”, σε συνομιλία με τον Πίνακα τιμών του Χρηματιστηρίου - 26 Ιουνίου 2017 (2007-2009) του Γιώργου Χαρβαλιά, ήταν από τις πιο δυνατές εικόνες εκείνης της Μπιενάλε. Όπως και η πρόταση “THE TROUBLES OF THE FUTURE SOON FADED BEFORE THE TROUBLES OF THE PRESENT”, η οποία, τοποθετημένη πάνω από τα σχέδια για μια μελλοντική αρνητική ουτοπία των Superstudio από τη σειρά Supersurface (1972) και την εγκατάσταση The Artist Avoids the Future (2013) του Πέτρου Τουλούδη, έδειχνε πόσο ανούσιοι μπορεί να είναι οι προβληματισμοί για το μέλλον όταν το παρόν έχει τέτοια αίσθηση κατεπείγοντος.

Στο πλαίσιο του προγράμματος διαλέξεων, εργαστηρίων και παρουσιάσεων της «ΑΓΟΡΑΣ» (σ.σ. ο τίτλος της 4ης Μπιενάλε της Αθήνας), ο Δημήτρης ήταν ένας από τους καλλιτέχνες που επιλέχθηκαν για να παρουσιάσουν οι ίδιοι το έργο που εξέθεταν στην μπιενάλε. Δεδομένου ότι επρόκειτο για έναν από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ελληνικής εικαστικής σκηνής, πέρα από το έργο του, θα παρουσίαζε και ολόκληρη την καλλιτεχνική πορεία και τις επιρροές του σε μία επιτελεστική παρουσίαση. Καθώς ο όγκος του υλικού ήταν μεγάλος και ο χρόνος περιορισμένος, η Κατερίνα Τσέλου, μία εκ της επιμελητικής ομάδας, -η οποία, αν θυμάμαι καλά, είχε προτείνει το συγκεκριμένο έργο-, μου ανέθεσε να τον βοηθήσω με την οργάνωση της παρουσίασης.

Έτσι, μου δόθηκε η ευκαιρία να περάσω περισσότερο χρόνο με το Δημήτρη Ντοκατζή και να γνωρίσω καλύτερα την ιδιαίτερη φυσιογνωμία που σύχναζε σχεδόν καθημερινά στους χώρους του Χρηματιστηρίου, για να παρακολουθήσει τα δρώμενα και να ανταλλάξει πάντα πρόθυμα μαζί μας απόψεις στο τέλος.

Μου έκανε εντύπωση το εύρος της καλλιτεχνικής του παραγωγής, η οποία ισορροπούσε κυρίως ανάμεσα σε ήπιες αλλά καίριες παρεμβάσεις επιτελεστικού χαρακτήρα (περφόρμανς) και υποβλητικές εγκαταστάσεις, πάντοτε με κοινωνικούς προβληματισμούς. Τέτοιου τύπου ήταν και οι δύο προτάσεις έργου για την εθνική εκπροσώπησή μας στην Μπιενάλε της Βενετίας που είχε υποβάλει το 2013 για την 55η Μπιενάλε και πέρσι για τη φετινή Μπιενάλε. Αυτή ήταν και η τελευταία δημιουργική συνεργασία μας: μια πρόταση για μια εγκατάσταση μεγάλων διαστάσεων που θα έδινε βάση στα υλικά και θα αποτελούσε μια πολυαισθητηριακή εμπειρία για τον επισκέπτη, με άμεση αναφορά στη μεταβατική πορεία μεταναστών και ανθρωπότητας, όπως έγραφε στο επιμελητικό κείμενο η Μπία Παπαδοπούλου.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ασχολήθηκε με τη γλυπτική, τη φωτογραφία και την τυπογραφία, ενώ ήταν από τους πρώτους που ενέταξαν το βίντεο και το ίντερνετ στην τέχνη τους. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’90, έκανε αυστηρές γεωμετρικές κατασκευές μεγάλων διαστάσεων και επιτόπιες εγκαταστάσεις από σίδερο και λαμαρίνα, σε συνδυασμό με άλλα υλικά, όπως λυχνίες, δέρμα, αλάτι, νερό, πάγο, γυαλί και καθρέφτες, ενώ κάποιες περιελάμβαναν video ή είχαν ήχο. Οι κατασκευές αυτές ήταν επηρεασμένες από το μινιμαλισμό και την άρτε πόβερα, θίγοντας ζητήματα όπως ο εγκλωβισμός, πραγματικός ή πλασματικός, και η κριτική του αστικού τοπίου μέσα από την αρχιτεκτονική και το design.

Παρόλο που διατηρούσε μέχρι το τέλος μια αγάπη για τις μεγάλες κατασκευές και τις εγκαταστάσεις, από το 1997 και έπειτα επικεντρώθηκε σε έργα και πρακτικές που βασίζονταν ή περιέκλειαν τη γραφή, πότε ως εικόνα και πότε ως λόγο, επιλέγοντας να εκθέτει σε χώρους ανάλογα με το σκεπτικό των projects και των δράσεών του. Μεγάλες επιρροές για αυτά τα έργα του ήταν οι Γιόζεφ Κόσουθ, Λόρενς Βάινερ, Χανς Χάακε, Κρίστοφερ Γουλ, Μπάρμπαρα Κρούγκερ και Τζένυ Χόλτζερ. Πάντοτε ανήσυχο πνεύμα, είχε επηρεαστεί από τις καλλιτεχνικές μεθόδους των General Idea και τους προβληματισμούς της ομάδας Art & Language, για το είδος του κοινού στο οποίο απευθύνεται η εννοιολογική τέχνη, εμβαθύνοντας μεταξύ άλλων στα γραπτά των Ζιλ Ντελέζ και Φελίξ Γκουαταρί.

Ανάμεσα σε αυτά ήταν και οι Ανοξείδωτες Επιθυμίες (1997), ένα έργο για την έκθεση “Η Μετα–Φορά της Βίδας” στις αποθήκες της εταιρείας Κ. Θεοδοσιάδη Α.Ε. με ανοξείδωτα προϊόντα στον Πειραιά: ένα ηχητικό έργο, μέρος μιας γλυπτικής εγκατάστασης διαμορφωμένης από το ήδη υπάρχον υλικό–εμπόρευμα, σκοπός της οποίας σε πρώτο επίπεδο ήταν να καταδείξει τη σχέση μεταξύ του επισκέπτη–αγοραστή με το εκτιθέμενο προϊόν και σε δεύτερο να ερευνηθεί η σχέση επισκέπτη–θεατή με το προτεινόμενο ως έργο τέχνης προϋπάρχον περιβάλλον. Επρόκειτο για ένα έργο με έντονη συναισθηματική φόρτιση, καθώς η σχέση του θεατή με το έργο-προϊόν που παρατηρεί, αναπαράγει τη σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου, μέσα από εναλλαγές ρόλων που καθορίζονται από παράγοντες ψυχολογικούς, υπαρξιακούς και κοινωνικούς, αλλά κυρίως από τους νόμους της αγοράς. Με αυτό το σκεπτικό είχε τοποθετήσει επτά ηχεία και ένα μαγνητόφωνο κρυμμένα ανάμεσα στα προϊόντα, απ’όπου ακούγονταν πότε από το ένα και πότε από το άλλο, λέξεις οι οποίες αναπαρήγαγαν αυτές τις σχέσεις.

Η εγκατάσταση αυτή έχει χαραχτεί στη μνήμη της εικαστικού Αιμιλίας Παπαφιλίππου, η οποία είχε επίσης συμμετάσχει σε εκείνη την έκθεση, για τον απρόσμενο και “αθόρυβο” τρόπο με τον οποίο σε αιχμαλώτιζε και σε παρέσυρε στην αφήγησή της, επιδρώντας στις σκέψεις σου για αρκετή ώρα μετά. Θα έλεγα ότι επρόκειτο για έργο που χαρακτηρίζει όχι μόνο τη γενικότερη καλλιτεχνική πρακτική του Δημήτρη Ντοκατζή, αλλά και την προσωπικότητά του. Γι’ αυτό, στον καφέ για την κηδεία του, η Αιμιλία είχε την ιδέα, αντί για μνημόσυνο και καφέ για το “τελευταίο αντίο”, -ένα συντηρητικό σκηνικό τόσο αντίθετο με την προσωπικότητά του, που ο ίδιος θα μας το απαγόρευε, αν είχε το λόγο-, να τιμήσουμε τη μνήμη του κάνοντάς κάτι με αυτήν την περφόρμανς -ενεργοποιώντας την ξανά, όπως πρότεινε ο εικαστικός Άγγελος Σκούρτης, σε ένα παλιό οικογενειακό σιδηρουργείο στο Περιστέρι, που μας παραχωρεί η εικαστικός Βούλα Ασωνίτη.

Ο Δημήτρης Ντοκατζής έφυγε στις 8 Απριλίου 2017, σε ηλικία 59 ετών, εν πολλοίς παραγνωρισμένος για τη συμβολή του στην εγχώρια σύγχρονη εικαστική σκηνή. Σε μία χώρα όπου μέχρι και πριν μερικά χρόνια το κυρίως αφήγημα/προβολή για τα εικαστικά διαμορφωνόταν κατά βάση με αισθητικά κριτήρια και το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης υπολειτουργούσε λόγω απουσίας επίσημης μόνιμης στέγης, καλλιτέχνες όπως ο Δημήτρης έπρεπε (και ακόμα πρέπει) να αγωνιστούν μόνοι τους για να αναδείξουν το έργο τους και να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο για αυτό, ευελπιστώντας να εκτιμηθεί από φωτεινές εξαιρέσεις Ελλήνων συλλεκτών που αγοράζουν τέχνη και με άλλα κριτήρια πέραν του “τι θα δείχνει ωραίο στον τοίχο του σπιτιού μου” -όπως ο Δάκης Ιωάννου, στη συλλογή του οποίου υπάρχει έργο του Δημήτρη. Ας ελπίσουμε ότι, πριν γίνει η Αθήνα το νέο Βερολίνο, θα δημιουργηθούν πολιτιστικές δομές που θα διαφυλάξουν ότι όλοι οι καλλιτέχνες θα μπορούν να έχουν την αναγνώριση που τους αξίζει, έτσι ώστε να μη χρειαστεί να φύγουν και άλλοι καλλιτέχνες παραμένοντας στην αφάνεια επειδή το έργο τους δεν ήταν αρκετά εμπορικό, για να προβληθεί ή να μελετηθεί.

 

Εάν θα σας ενδιέφερε να παρευρεθείτε στη συγκέντρωση-ενεργοποίηση της περφόρμανς Ανοξείδωτες Επιθυμίες, που θα γίνει αυτήν τη Δευτέρα 22 Μαΐου στις 6:30 μ.μ., μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες εδώ: https://www.facebook.com/events/156017171602632