www.artnews.gr

Πέμπτη, 30. Μάρτιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΞΕΝΟΙ ΚΑΛΙΤΕΧΝΕΣ

ΞΕΝΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ

“Μια χρονιά αγόρασα όλο το μοβ στη Νέα Υόρκη”: Μια συζήτηση με τον Julian Schnabel

Του Bill Powers

aschnabelBill Powers: Κοιτάζουμε κάποια νέα έργα ζωγραφικής σε πιάτα στο εξωτερικό σου εργαστήριο. Μια αφήγηση μοιάζει να είναι μια γυναίκα στην παραλία να παλεύει με έναν τεράστιο αστακό.

Julian Schnabel: Είναι από μια εικόνα που βρήκα κολλημένη με ταινία στο ψυγείο μιας Ιχθυοκαλλιέργειας στο Napeague.

BP: Δυο άλλοι πίνακες είναι περικομμένα τοπία με λουλούδια. Το να δουλεύεις σε εξωτερικό χώρο επηρεάζει άμεσα την εικονογραφία;

JS: Βασικά, μπορώ να γυρίσω το κεφάλι μου και να δω φύση. Βλέπεις όλες αυτές τις τρύπες ανάμεσα στα κλαδιά και τον τρόπο που το φως πέφτει πάνω στα φύλλα. Συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει μόνο ένα πράσινο. Υπάρχουν ένα εκατομμύρια διαφορετικές εκδόσεις του πράσινου και του οργανωμένου χάους της φύσης.

BP: Για εμένα, οι νέοι πίνακές σου με λουλούδια αιωρούνται ανάμεσα στο συναίσθημα που σου προκαλεί ένας γιαπωνέζικος κήπος και τα νούφαρα του Μονέ.

JS: Αυτά τα λουλούδια βρίσκονται στο νεκροταφείο που έχει θαφτεί ο Βαν Γκογκ. Τα μαύρα και τα άσπρα σημάδια είναι από έναν τοίχο πίσω του, οι μικρές πέτρες. Δε βλέπεις τον ουρανό, κάτι το οποίο είναι ενδιαφέρον, μόνο τα τριαντάφυλλα μέσα σε αυτόν τον κλειστό χώρο.

BP: Δεν προκαλεί αυτό μια αίσθηση παγίδευσης;

JS: Δε θα το αποκαλούσα κλειστοφοβία, αλλά είναι αδυσώπητα με έναν τρόπο που δεχ σου αφήνει περιθώρια διαφυγής.

BP: Όταν επισκέπτεσαι τον τάφο του Βαν Γκογκ, σε επηρεάζει η εγγύτητα;

JS: Σκεφτόμουν να γυρίσω μια ταινία για το Βαν Γκογκ. Έχω περίπου εξήντα σελίδες. Δουλεύω με το Jean-Claude Carrière. Πιστεύω ότι είναι ενδιαφέρον να δούμε τι σκεφτόταν ο Βαν Γκογκ. Θα πήγαινε σε ένα μουσείο και θα συμπεριφερόταν σαν να μην ήταν κανένας άλλος εκεί. Θα καθόταν μπροστά σε έναν πίνακα και θα έκρυβε τη θέα στους άλλους. Δεν τον ένοιαζε.

BP: Πίνακες από ποιους καλλιτέχνες;

JS: Ήταν προφανές ότι κοιτούσε τον Γκόγια και το Βελάσκεθ και το Ρούμπενς και το Φρανς Χαλς. Όταν κοιτάζεις το φως να πέφτει πάνω στο πρόσωπο κάποιου, είναι μόνο ένα σημάδι. Καταλάβαινε ότι οι πίνακες έπρεπε να τελειώνουν γρήγορα, σε αντίθεση με τον Γκωγκέν, ο οποίος πίστευε στην οργάνωση των πάντων. Αν προσέξεις το ψάθινο καπέλο στο Saint Sulpice, μοιάζει με καπέλο του Βαν Γκογκ, αλλά σχεδιάστηκε από τον Ντελακρουά. Είμαι σίγουρος ότι είχε δει αυτό το καπέλο.

BP: Υπάρχουν ήδη αρκετές ταινίες πάνω στη ζωή του Βαν Γκογκ.

JS: Λατρεύω τον Κερκ Ντάγκλας, αλλά εκείνη η ταινία (Lust for Life, 1956) ήταν απαίσια. Είναι το ένα κλισέ μετά το άλλο. Κλαίει όλη την ώρα.

BP: Και μετά τον έπαιξε και ο Τιμ Ροθ στο Vincent & Theo (1990).

JS: Η οποία ξεκινά με μια σκηνή δημοπρασίας, όπου ο πίνακάς του πουλιέται έναντι $36 εκατομμυρίων, λες και αυτό με κάποιον τρόπο δικαιώνει τη ζωή του.

BP: Έχεις ακούσει καθόλου τη θεωρία ότι ο Γκωγκέν ήταν στην πραγματικότητα αυτός που έκοψε το αυτί του Βαν Γκογκ και γι’ αυτό την έκανε από την πόλη τόσο σύντομα μετά;

JS: Εάν ζούσες με έναν τύπο που μόλις είχε κόψει το αυτί του, μπορεί να έφευγες κι εσύ από την πόλη.

BP: Θυμήθηκα τώρα ότι μια από τις εναρκτήριες ατάκες της ταινίας σου για τον Basquiat είναι “όλοι θέλουν να μοιάσουν στο Βαν Γκογκ”.

JS: “Δεν υπάρχει κάποιο ταξίδι τόσο φρικτό ώστε να μην το κάνει κανείς. Η ιδέα της μη αναγνωρισμένης ιδιοφυΐας που περιορίζεται στη σοφίτα της είναι γοητευτικά ηλίθια. Πρέπει να εκτιμήσουμε τη ζωή του Βίνσεντ βαν Γκογκ, επειδή έβαλε το μύθο του σε τροχιά.” Αυτό το έγραψε ο Rene Ricard.

BP: Καθώς μεγαλώνεις, αλλάζουν οι ιδέες σου πάνω στην πνευματικότητα;

JS: Όταν πέθανε ο Héctor Babenco τον περασμένο μήνα, έγραψα έναν επικήδειο για εκείνον στους New York Times.

BP: Αυτή η απόσταξη θυμήσεων μπορεί να είναι μια περίεργη διαδικασία.

JS: Υπάρχει ένα νέο ντοκιμαντέρ που έφτιαξε ο Pappi Corsicato για εμένα, το οποίο δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα. Έκανε σπουδαία δουλειά, αλλά υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που μιλάνε για εμένα και διαπιστώνεις ότι η ιστορία δεν είναι πάντα αληθινή. Όλοι έχουν τη δική τους εκδοχή.

BP: Σε κάνει αυτό να αμφισβητείς τη δική σοτ πνευματική υγεία;

JS: Είναι απλά αστείο το πώς οι άνθρωποι θυμούνται πράγματα που δεν έγιναν ποτέ. Η κόρη μου η Λόλα είναι στο ντοκιμαντέρ και μιλάει για αυτά τα γλυπτά μου στο St. Moritz και το πώς τα πέταξαν από ένα ελικόπτερο. Ή η αδελφή μου που λέει μια ιστορία για το θείο μου τον Τσάρλι, ο οποίος ήταν ήδη νεκρός τη στιγμή που θεωρητικά συνέβαινε. Οι άνθρωποι φαντάζονται πράγματα.

BP: Με γοητεύουν όλες αυτές οι χαμένες στιγμές της ιστορίας. Για παράδειγμα, θυμάμαι να βρίσκομαι στην Pace Gallery για τα εγκαίνια της έκθεσής σου το 2004, και να βλέπω εκεί το Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν. Τον ρώτησα πώς πήρε τα νέα του θανάτου του Ρίτσαρντ Άβεντον και διαπίστωσα ότι δεν το είχε ακούσει ακόμα... οπότε, σε κατάσταση σοκ, έφυγε έξω τρέχοντας.

JS: Ήταν καταπληκτικό το να γνωρίζεις το Φιλ. Έφτιαξα τέσσερις πίνακες για αυτόν στο Μεξικό μετά το θάνατό του. Πάντα θέλαμε να δουλέψουμε μαζί. Θα έπαιζε ένα ρόλο στην ταινία μου Miral (2010), αλλά ο συγχρονισμός δεν ήταν καλός. Την πρώτη φορά που είχε λίγα λεφτά, ο Φιλ αγόρασε δύο πίνακές μου, κάτι που πραγματικά με κολάκευσε.

BP: Άκουσα επίσης μια ιστορία ότι όταν ο John Currin ήταν μεταπτυχιακός φοιτητής στο Yale, έκανες επίσκεψη ως καλλιτέχνης και, κατά τη διάρκεια κριτικής των εργαστηρίων, του είπες ότι η δουλειά του (έφτιαχνε αφηρημένους πίνακες εκείνη την περίοδο) είχε κάτι που δύσκολα βρίσκεις στη ζωγραφική: είχε φτώχεια.

JS: Θυμάμαι να πηγαίνω στο Yale, και όλοι οι καλλιτέχνες είχαν φέρει από ένα πίνακα ο καθένας, κάτι για το οποίο είπα: “Πώς στο καλό θέλετε να το ο,τιδήποτε για τη δουλειά κάποιου από έναν και μόνο πίνακα; Εάν πρόκειται να σε βοηθήσω, πρέπει να δω πως πορεύεσαι”. Όλοι πήγαν πίσω στο εργαστήριό τους και έφεραν άλλα δύο έργα. Οπότε ξαφνικά καταλήγω στο να κοιτάω τριακόσιους πίνακες και από όλους αυτούς, αυτός που επέλεξα να ξεχωρίσω για συζήτηση ήταν του John Currin.

BP: Πιστεύεις ότι οι χώροι και τα αντικείμενα στεγάζουν μνήμες;

JS: Μένω σε ένα σπίτι του Στάνφορντ Γουάιτ στο Montauk. Οι λεπτομέρειες του τι σιμβαίνει, οι επιλογές που έκανε για τα ταβάνια ή τους τοίχους είναι τόσο ανθρώπινες. Δε διαγράφονται από το Sheetrock ή από ανθρώπους που προσπάθησαν να κάνουν κάτι μοντέρνο ή πρακτικό μετέπειτα. Είμαι αλλεργικός με το μεγαλύτερο μέρος της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Όταν έχτισα το σπίτι μου στη πόλη, ήθελα να μοιάζει με τη Βενετία.

BP: Η εσωτερική σου πισίνα στην πόλη μου θυμίζει την πισίνα στο San Simeon. Για την ακρίβεια, μοιράζεσαι άλλο ένα πάθος με τo William Randolph Hearst, την αγάπη για τις ταπετσαρίες, επειδή τις θεωρούσε τα πρωτοσέλιδα του χθες.

JS: Όλα αυτά τα πράγματα σε μεταφέρουν σε άλλα μέρη. Με τον τρόπο που οι πίνακες σε φέρνουν στο παρόν στο οποίο φτιάχτηκαν τριακόσια χρόνια πριν. Είναι πολύ εύκολο να σε τραβήξει κάτω το συνηθισμένο της καθημερινότητας. Η τόση δραστηριότητα στη ζωή μπορει να γίνει αντιληπτή ως παράσιτο στο ραδιόφωνο. Θέλεις μερικά οπτικά ερεθίσματα για να νιώσεις ζωντανός και δραστήριος. Το γλυπτό του Αχαάβ που έχω στον μπροστινό μου κήπο λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, όταν κάθομαι στη βεράντα μου. Θολώνει το λογικό.

BP: Ανέφερες το Στάνφορντ Γουάιτ, ο οποίος πάντα πίστευα ότι θα ήταν φανταστικό θέμα για μια ταινία, με τον τρόπο που τον πυροβόλησαν στο Madison Square Garden, επειδή κοιμήθηκε με τη γυναίκα κάποιου άλλου.

JS: Αυτό υπάρχει στην ταινία Ragtime (1981), στην οποία το Στάνφορντ Γουάιτ παίζει ο Νόρμαν Μέιλερ. Είναι ωραία ταινία.

BP: Είναι αλήθεια ότι σου ανήκει ένα ζευγάρι γάντια του μποξ που παλαιότερα άνηκαν στο Μάρλον Μπράντο;

JS: Ναι. Απλά ήθελα να βάλω τα χέρια μου μέσα τους. Αν δε νιώθεις καλά, απλά μπες για λίγο στα γάντια του μποξ του Μάρλον Μπράντο. Λειτουργούν σα φυλακτό. Μάλλον δεν τα φοράω αρκετά συχνά. Έχεις δει καθόλου το ντοκιμαντέρ Listen to Me Marlon (2015), στο οποίο μιλάει από τον τάφο; Είναι καταπληκτικό... και σπαρακτικό. Ή μήπως έχεις δει το Missouri Breaks (1976);

BP: Όχι.

JS: Απλά μια πολυ ενδιαφέρουσα ιδιοσυγκρασιακά ταινία. Ο Τζακ Νίκολσον και ο Μάρλον Μπράντο σε καουμπόικη ταινία. Την σκηνοθέτησε ο Άρθουρ Πεν. Θα σου την δανείσω.

BP: Πρόσφατα είδα την ταινία του Wim Wenders The American Friend (1977), στην οποία ο Ντένις Χόπερ παίζει έναν τύπου καουμπόι έμπορο τέχνης στο εξωτερικό.

JS: Ο Ντένις είναι τρομερός σε αυτήν την ταινία. Όπως και ο Μπρούνο Γκανς.

BP: Παρατηρώ ότι οι καλλιτέχνες καταλήγουν συχνά σε δύο διαφορετικά στρατόπεδα. Κάποιος όπως ο Richard Prince δε θα πάει στα δικά του εγκαίνια, ειδικά αν είναι εκτός πόλης, επειδή αισθάνεται ότι “ε, έκανα το έργο. Δεν είναι αυτό αρκετό;” Αλλά αντιστρόφως, ο Jeff Koons νιώθει την υποχρέωση να πλαισιώσει τη δουλειά με την παρουσία του.

JS: Εγώ σκέφτομαι ότι όσο είμαι ζωντανός, θα πηγαίνω. Επίσης μου αρέσει να κρεμάω πίνακες άλλων. Για την ακρίβεια, θα κρεμάσω όλους τους πίνακες του Κλίφορντ Στιλ στο Ντένβερ για μια έκθεση τον επόμενο Ιανουάριο.

BP: Στο μουσείο του εκεί;

JS: Ναι, με αφήνουν να κρεμάσω όλους τους πίνακες του μουσείου. Διάλεξα τριάντα μεγάλους πίνακες και τριάντα μικρούς.

BP: Έχεις σκεφτεί το πώς θα ήθελε ο ίδιος να εκτεθεί η δουλειά του;

JS: Βασικά, ήξερα τον Κλίφορντ. Είχε έρθει μια φορά στο εργαστήριό μου και πάντα ένιωθα κοντά σε αυτόν.

BP: Έμαθες τίποτα καινούριο για αυτόν;

JS: Είναι τόσο περίεργα και μοναδικά αυτά τα Μεγάλα Φαράγγια (Grand Canyons) που ζωγράφιζε, οι ρεματιές. Είναι σαν το Θελόνιους Μονκ ή τον Albert Ayler: είναι πραγματικά κάπου εκεί έξω.

BP: Έλεγες ότι η χρήση του καφέ του Στιλ είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από το να χρησιμοποιούσε μαύρο.

JS: Επειδή ψάχνεις για την πιο σκοτεινή αξία σε έναν πίνακα, το πιο βαρύ στοιχείο. Ένας τύπος μου είχε πει κάποτε: “Προσπάθησε να φτιάξεις ένα μαύρο πίνακα με φωτεινά χρώματα.” Και σκέφτηκα: ε; Ή όταν ο Ornette Coleman μου είπε, “Μπορείς να τραγουδήσεις το Apartment #9, αλλά χωρίς τη μελωδία;” Μου πήρε ένα λεπτό να το συλλάβω αυτό. Αυτό που έκανε ο Στιλ με το καφέ, δεν είμαι σίγουρος ότι το καταλαβαίνει ο κόσμος ακόμα και τώρα. Είναι σα να διαλέγεις το χειρότερο μπλουζάκι στην ντουλάπα σου και έπειτα να το κάνεις μεγάλο ζήτημα. Το καφέ είναι λιγότερο προφανές από το μαύρο και σε οδηγεί στο να δεις την ευαισθησία του.

BP: Προσπαθείς να βρεις τα αντιπροσωπευτικά στοιχεία της δουλειάς του; Για παράδειγμα, ο πίνακας του Στιλ που κοιτάμε τώρα είναι σαν ένα περίεργα διαμορφωμένο κάστρο με μια πολύ μικρή πόρτα.

JS: Ή σαν την εκκλησία Le Corbusier; Αλά όχι, δε θέλω να το σκέφτομαι καθόλου αυτό. Και όταν άρχιζε ο ίδιος να το βλέπει να θυμίζει μια βάρκα ή κάποιο άλλο σχήμα, προσπαθούσε να το αλλάξει. Έκανε τόσο εξαιρετικές επιλογές για με το φως και το σκοτάδι. Σε κάποια από τα έργα του βλέπω το Μάρσντεν Χάρτλεϊ ή ακόμα και τον Ελ Γκρέκο, ή τους πίνακες της Κου Κλουξ Κλαν του Philip Guston. Ή θα δω έναν πίνακα του Στιλ από το 1945 και θα σκεφτώ το Moderne Kunst του Ζίγκμαρ Πόλκε. Μοντέρνα τέχνη! Και μετά σκέφτεσαι τις δηλώσεις του Στιλ ότι δεν ήθελε να κάνει μπουρζουά πίνακες που απευθύνονται σε πλούσιους ανθρώπους.

BP: Για αυτό δε βλέπουμε πίνακές του σε σπίτια συλλεκτών;

JS: Νομίζω ότι σε κάποιο σημείο επέλεξε να αποχωρήσει από το παιχνίδι και μπήκε στην αιωνιότητα.

BP: Μήπως δίνουμε πολύ σημασία στη χρονολογία με έναν τρόπο που χρωματίζει τη δουλειά του καλλιτέχνη; Για παράδειγμα, στην έκθεση για τον Τζάκσον Πόλλοκ στο MoMA έβλεπες ότι εγκατέλειψε την τεχνική του dripping προς το τέλος της ζωής του και σχεδόν επέστρεψε σε αυτό που έψαχνε όταν ήταν ακόμα νέος ζωγράφος.

JS: Πάω στις εκθέσεις και τις βλέπω ανάποδα κάθε φορά. Στην έκθεση για το Ματίς, για παράδειγμα, ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον να δεις τα έργα με κομμένα χαρτιά στην αρχή και την πρώιμη δουλειά του στο τέλος. Δεν περιμένεις να μάθεις το πώς εξελίχθηκε, αντίθετα αναζητάς πράγματα πίσω στην πηγή τους.

BP: Στη δική σου δουλειά, θα ήταν δίκαιο να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια βρίσκεσαι σε μια έντονα μοβ φάση;

JS: Ναι, για... τα τελευταία 20 χρόνια; Μια χρονιά αγόρασα όλο το μοβ στη Νέα Υόρκη. Για την ακρίβεια ήταν ορυκτό βιολετί. Φαίνεται να είναι ένα πολύ περιεκτικό χρώμα. Το μοβ καλύπτει πολύ έδαφος.

BP: Συχνά στους πίνακές σου θα προσέξω μια μεγάλη λευκή χειρονομία που μου θυμίζει μια αφηρημένη παρεμβολή του Artschwager ή μια στεγνή κοίτη ποταμού. Έχεις κάποια ορολογία στο εργαστήριο για αυτά τα επαναλαμβανόμενα σύμβολα;

JS: Το αντιλαμβάνομαι ως μια παρέμβαση στη προσωρινότητα αυτού που είναι ήδη εκεί. Είναι ένας τρόπος να επισημάνεις κάτι. Για παράδειγμα, ο παλιός χάρτης του Montauk που μου έδωσες το πρωί: ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του ζωγράφισε κόκκινα σημάδια γύρω από διαφορετικά σημεία της ακτής που έχουν ενδιαφέρον. Μπορείς να αντιληφθείς ότι κάποιος έχει αγγίξει αυτόν τον χάρτη κάποια στιγμή μετά τη δημιουργία του. Και νομίζω ότι όταν κοιτάς τους πίνακές μου με τα λευκά σημάδια βλέπεις αυτό: μια επέμβαση σε αυτό που ήδη υπήρχε.

BP: Δουλεύεις συχνά ταξιδεύοντας, είτε στην Ισπανία είτε στο Μεξικό ή στην Αυστραλία. Υπάρχει κάποια ξένη ποιότητα που ελπίζεις να αιχμαλωτίσεις στη ζωγραφική σου;

JS: Ναι, τα ταξίδια έχουν υπάρξει μεγάλο κομμάτι του έργου μου. Θυμάμαι όταν μου παραπονέθηκε κάποιος για τα παραμορφωμένα φόντα μου σε στιλ γιαπωνέζικου Καμπούκι. Και σκέφτηκα: “Αν πας κάπου και δε φέρεις μαζί σου τίποτα πίσω, ποιο το νόημα του να πας;” Είτε είναι κάτι που φέρνεις πίσω στο κεφάλι σου είτε κάτι υλικό. Ακόμα και η υλικότητα των πραγμάτων, στην πραγματικότητα αφορά κάτι αόρατο... αφορά ένα συναίσθημα. Αφορά το ταξίδι, είτε γεωγραφικό είτε χρονικό.

Η ατομική έκθεση του Julian Schnabel στην Pace Gallery της Νέας Υόρκης θα διαρκέσει έως τις 25 Μαρτίου.

Απόδοση: Χρόνης Μούγιος

Πηγή: artnews.com

Φρανκ Στέλα: Ένας ρομαντικός, τελικά

Του Pac Pobric

frasteΟ Φρανκ Στέλα δεν νιώθει πίεση. Όταν μιλήσαμε, ούτε έναν μήνα πριν τα εγκαίνια της αναδρομικής του έκθεσης στο Whitney Museum of American Art στη Νέα Υόρκη (30 Οκτωβρίου έως 7 Φεβρουαρίου 2016), ήταν ομιλητικός και χαλαρός. Είναι συνηθισμένος να μιλάει για τη δουλειά του. Ο Στέλα, πλέoν 79 χρονών, ανήκει σε μια γενιά καλλιτεχνών οι οποίοι δεν φοβούνται να κατευθύνουν την αποδοχή του έργου τους. Την πιο γνωστή ατάκα του πάνω στη δουλειά του, «αυτό που βλέπεις είναι αυτό που βλέπεις», την προσέφερε σε μια συνέντευξη το 1964 στο πνεύμα της σαφήνειας. «Αυτό δεν αφήνει και πολλή σκέψη για μετά, έτσι δεν είναι;» ρώτησε στη συνέχεια ο Μπρους Γκλάσερ, ο δημοσιογράφος που του έπαιρνε συνέντευξη. «Δεν ξέρω τι άλλο υπάρχει», απάντησε ο Στέλα.
Ο Στέλα μιλά ακόμα πολύ ξεκάθαρα. Υπάρχει ελάχιστος παραλογισμός στο λεξιλόγιό του. Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις είναι μετρημένες και σκόπιμες. Αλλά δεν κουβαλάει ακόμα το ιστορικό βάρος του Μινιμαλισμού, ενός κινήματος στο οποίο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, ήταν ηγετική προσωπικότητα, σε μεγάλο βαθμό χωρίς να το επιδιώκει. Αυτή την εποχή ο καλλιτέχνης δεν έχει άγχος. «Νιώθω ότι ένα από τα καλά πράγματα του να ξεπερνάς σε ηλικία τα πάντα είναι ότι τώρα αναλαμβάνουν όλοι οι υπόλοιποι», λέει.

-Από την οπτική γωνία του καλλιτέχνη, πόσο δύσκολο είναι να κάνεις μια τόσο μεγάλη έκθεση;
-Είναι πολλή δουλειά, αλλά με έναν αστείο τρόπο, ο καλλιτέχνης έχει δεύτερο λόγο. Αφού (οι διοργανωτές) σου πουν τι θέλουν να κάνουν, πρέπει να τους διορθώσεις λίγο και να προσθέσεις τα προφανή που λείπουν. Και δεν το λέω απλώς για να επιβεβαιωθώ, αλλά δεν ήταν δική μου ιδέα να είναι αναδρομική. Οπότε, όταν παρθεί η απόφαση να γίνει αναδρομική, έχεις να αντιμετωπίσεις 50 χρόνια δουλειάς, κάτι που δημιουργεί τα δικά του προβλήματα.

Douglas Gordon: O Άνθρωπος με τους Καθρέφτες πλημμύρισε το Park Avenue Armory της Ν. Υόρκης

oanthropos02Ο Σκωτσέζος καλλιτέχνης πλημμύρισε το Park Avenue Armory της Νέας Υόρκης, για να δημιουργήσει έναν γιγάντιο καθρέφτη που θα περιβάλλει την πιανίστα Hélène Grimaud.

Μικελάντζελο Πιστολέτο: «Θέλω ν’ αλλάξω τον κόσμο χωρίς βία»

thelo02Στην Ελευσίνα βρέθηκε ο Μικελάντζελο Πιστολέτο, ο μεγάλος επιζών της Ιταλικής Τέχνης, στο πλαίσιο των Αισχυλείων 2014. Ο γνωστός δημιουργός της arte povera φιλοτέχνησε για τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε ένα έργο στο παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας, το οποίο ονόμασε ο «Τρίτος Παράδεισος».

Ο Ουίλλιαμ Κέντριτζ και η «επιτροπή της αλήθειας» στην Αθήνα

Ouliam01Είναι η δεύτερη φορά που ο μεγάλος Νοτιοαφρικανός καλλιτέχνης έρχεται τη Στέγη. Αυτή τη φορά παρουσιάζει το αριστούργημά του «Ο Υμπύ και η Επιτροπή της Αλήθειας» σε μια νέα εκδοχή της ιστορικής παράστασης του 1997.

Minimalistic Human Computer Interface design @ Frown

reicheΕδώ και τέσσερα περίπου χρόνια ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός Frown εμπλουτίζει την καλλιτεχνική σκηνή της Αθήνας με ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις καινοτόμου χαρακτήρα και περιεχομένου στους τομείς των διαδραστικών μέσων και παραστατικών τεχνών.

Ένα εργαστήριο για τη Videopoetry στη Frown Tails στέκεται αφορμή για να γνωρίσουμε λίγο καλύτερα τον videopoet Swoon

Open CloseΜε αφορμή το διήμερο εργαστήριο Videopoetry που θα παρουσιαστεί στο χώρο των Frown Tails στις 8 και 9 Φεβρουαρίου, ο Swoon ή κατά κόσμον Marc Neys, ένας «βιντεοποιητής» γνωστός για το προκλητικό, όμορφο και συνάμα ενοχλητικό του έργο, θα βρίσκεται στην πόλη μας για να παρουσιάσει το έργο του (7 Φεβρουαρίου at Frown Tails) αλλά και να «διευθύνει» το εργαστήριο.

Per Kirkeby: Ο εξπρεσιονιστής ζωγράφος με αναφορές και δεσμούς με τη Βυζαντινή Τέχνη

Της Ελένης Κυπραίου 

Τον Οκτώβριο του 2009 συμμετείχα -σε συνεργασία με το Αrts Counsil (ΥΠΠΟ Δανίας)- στο Curatorial Program, πρόγραμμα για επιμελητές εκθέσεων, που με εισήγαγε στο δανέζικο κόσμο των γκαλερί και Κουνστχάλε, σε συναντήσεις με διευθυντές μουσείων και σημαντικά πρόσωπα, ώστε να έχω πλήρη άποψη και ενημέρωση για τα εικαστικά γεγονότα της Κοπεγχάγης.

Paul McCarthy: «Οι καλλιτέχνες θεωρούνται ένα σκαλοπάτι πάνω από τους εγκληματίες»

Οι πρώτες φιλοδοξίες του καλλιτέχνη, οι σχολές καλών τεχνών, η Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες 

Συνέντευξη: Charlotte Burns

PaulMcCarthyΟ Paul McCarthy, μια ανατρεπτική και προκλητική καλλιτεχνική φυσιογνωμία, ανέκαθεν αμφισβητούσε τις παραδοσιακές οικογενειακές αξίες, υπονόμευε τις καθιερωμένες έννοιες του ανδρισμού και ανέτρεπε τα ιδανικά του αμερικανικού ονείρου.

Maurizio Cattelan: Ιδιοφυία ή χωρατατζής; Αποσύρεται από την καλλιτεχνική σκηνή. Ή μήπως όχι;

του Franco Fanelli

Maurizio01(Σημ.: Το κείμενο της συνέντευξης είναι σε μέλλοντα χρόνο, καθώς η συζήτηση με τον καλλιτέχνη πραγματοποιήθηκε πριν τα εγκαίνια της έκθεσής του.)

Είναι ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους και πολυσυζητημένους σύγχρονους Ιταλούς καλλιτέχνες. Μάλιστα, στις 4 Νοεμβρίου 2011, ημέρα των εγκαινίων της αναδρομικής του έκθεσης στο Guggenheim της Νέας Υόρκης –της πρώτης (και τελευταίας, κατά τα λεγόμενά του) συνολικής παρουσίασης του έργου του- σκοπεύει να αποχωρήσει από τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Μήπως όμως πρόκειται για μια ακόμη φάρσα του Maurizio Cattelan; Και αν όχι, αξίζει τελικά όλη την προσοχή που τραβάει;

Jenny Holzer: η παιδική της ηλικία και η επιστροφή της στη ζωγραφική

Της Lοuisa Buck

JennyHolzerΣτα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, η εικοσάχρονη, τότε, Jenny Holzer, γέμισε το Μανχάταν με ανώνυμα ωμά κείμενα, που σόκαραν τους περαστικούς με την αιχμηρή και προκλητική γλώσσα τους. Δέκα χρόνια αργότερα, η ίδια, αναδύθηκε από την underground σκηνή και εκπροσώπησε την Αμερική –ήταν η πρώτη γυναίκα– στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1990, με την προσωπική δουλειά της «Truisms», που ήταν χαραγμένη βαθιά στο μαρμάρινο πάτωμα του αμερικανικού περιπτέρου, ενώ κείμενα αναβόσβηναν στους τοίχους μέσα από τις φωτεινές επιγραφές, που ήταν ανέκαθεν το σήμα κατατεθέν της.

Το νέο έργο του Bill Viola στον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο, το 2011

Της Cristina Carrillo de Albornoz

ToNeoergotouBillViola

Ο Bill Viola έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καθιέρωση του video σε ουσιώδη μορφή της μοντέρνας τέχνης. Στεγάζει τις δημιουργίες του σε ένα μεγάλο εργαστήριο στο Long Beach της Καλιφόρνιας. Εκεί συνθέτει και δοκιμάζει τα έργα του.

Έχει ένα γραφείο με ένα προσωπικό τεσσάρων ατόμων, το οποίο διευθύνει η σύζυγός του, Kira Perov, και ένα μικρό σπίτι όπου πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη. Ένα άνετο, ξύλινο, γκρίζο κτίριο σε έναν ήσυχο δρόμο. Εδώ δουλεύει μόνος του, με τη βοήθεια ενός μικρού υπολογιστή, ενός φωτοτυπικού και της πολύ σπουδαίας βιβλιοθήκης του. Ο Viola και η Perov εγκαταστάθηκαν εδώ τη δεκαετία του 1980, αφού παρέμειναν ενάμιση χρόνο στην Ιαπωνία, η οποία «άλλαξε εντελώς τη ζωή (του)».

«Η αλληγορική ερμηνεία επιτρέπει στο έργο μου να γίνεται συμβολικό και οικουμενικό»

S.Neshat_by__LinaBertuccismΗ διεθνής Ιρανή καλλιτέχνις Shirin Neshat απαντά στις ερωτήσεις μας με αφορμή τη νέα της έκθεση στην Αθήνα 

Συνέντευξη στην Άρτεμη Παπανίκα

Η Shirin Neshat γεννήθηκε στο Ιράν το 1957. Το 1974 άφησε την πατρίδα της για να σπουδάσει τέχνη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν η επανάσταση του 1979 έριξε την μοναρχία του Σάχη και εδραίωσε το Ισλαμικό καθεστώς των Αγιατολλάχ και του Χομεϊνί, η καλλιτέχνις βρισκόταν στο Λος Άντζελες.