www.artnews.gr

Τρίτη, 28. Μάρτιος 2017

ΕΙΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Πρέπει να μιλήσουμε για την εμμονή της τέχνης με τη “βασανισμένη ιδιοφυΐα”

E-mail Εκτύπωση PDF

ageniusΤης Wendy Syfret

Τον προηγούμενο μήνα, ο βραβευμένος φωτογράφος Ren Hang αυτοκτόνησε σε ηλικία 29 ετών. Παρόλο που κάθε θάνατος είναι οδυνηρός, ο θάνατος κάποιου σε τόσο νεαρή ηλικία συχνά προκαλεί ένα συγκεκριμένο είδος στοχασμού. Η δουλειά του Ren ήταν συχνά ένα μέσο για συζητήσεις γύρω από το φύλο, τη λογοκρισία, το συντηρητισμό και το ρόλο της τέχνης στο να προκαλεί τον κόσμο γύρω της. Αλλά όταν ρωτήθηκε για τα κίνητρά του, ο ίδιος ήταν πολύ λιγότερο πομπώδης. Συνήθως εξηγούσε ότι δε μίλαγε για κάτι, ήταν περισσότερο ένας τρόπος να νιώθει λιγότερη μοναξιά και να διαχειρίζεται το κενό που τον ακολουθούσε από αίθουσα σε αίθουσα, από έκθεση σε έκθεση και από γιορτή σε γιορτή. Με αυτό να αντηχεί στο μυαλό μας, είναι ζωτικής σημασίας να ακολουθήσουμε το δικό του ειρμό σκέψεων μετά την απώλειά του και να προκαλέσουμε τους εαυτούς μας να διερωτηθούν για τον τρόπο που υφαίνουμε αφηγήσεις για την πνευματική υγεία γύρω από τις ιστορίες των καλλιτεχνών.

Η εικόνα του βασανισμένου καλλιτέχνη είναι ανθεκτική, και πολύ συχνά, ρομαντική. Ο πόνος που βιώνουν αυτοί που ζουν δημιουργικές ζωές παρουσιάζεται με διαφορετικό τρόπο στους άλλους. Όταν ένας λογιστής έχει κατάθλιψη, είναι ψυχολογία: όταν ένας καλλιτέχνης έχει κατάθλιψη, είναι ποίηση.

Είναι μια ιδέα την οποία όλοι έχουμε αποδεχτεί, ελεύθερα και αποφασιστικά για αιώνες. Η δημιουργικότητα και η πνευματική ασθένεια συνδέονται συχνά, σα να μπορούν να υπάρξουν μόνο στα πλαίσια μιας εύθραυστης ισορροπίας -με το να πειράξεις το ένα μπορεί να καταστρέψεις το άλλο. Καλλιτέχνες των οποίων η δουλειά επισκιάζεται από κατάθλιψη και άγχος συχνά τα παρουσιάζουν ως ένα δώρο τους. Ο Έντβαρτ Μουνκ είχε σημειώσει κάποτε: “Ο φόβος μου για τη ζωή είναι κάτι απαραίτητο για μένα, όπως και η ασθένειά μου. Δεν μπορώ να τα διαχωρίσω από μένα και η καταστροφή τους θα κατέστρεφε την τέχνη μου.”

Ο δεσμός μεταξύ δημιουργικότητας και κατάθλιψης όντως υπάρχει στις χημικές λειτουργίες μας. Μια έρευνα του 2015 που πραγματοποιήθηκε στην Ισλανδία βρήκε ότι το 25 τοις εκατό των δημιουργικών ανθρώπων είναι πιο επιρρεπείς στη διπολική διαταραχή ή τη σχιζοφρένεια λόγω συγκεκριμένων γονιδίων που κουβαλούν. Οι συγγραφείς είναι 121 τοις εκατό πιο πιθανό να ζήσουν με διπολική διαταραχή, και το 50 τοις εκατό είναι πιο πιθανό να αυτοκτονήσει.

Το “Άγνωστο Κορίτσι” των Νταρντέν

E-mail Εκτύπωση PDF

adardenneΜια αναπληρώτρια γιατρός δουλεύει σε μια κλινική. Ένα βράδυ χτυπάει το θυροτηλέφωνο αλλά λέει στη γραμματέα να μην ανοίξει, μιας και δεν της ακούγεται επείγον. Την επόμενη μέρα έρχεται στην κλινική η αστυνομία και της ζητάει το βίντεο από την κάμερα ασφαλείας. Η κάμερα ασφαλείας έχει καταγράψει την κοπέλα που χτύπαγε το κουδούνι, η οποία βρέθηκε δολοφονημένη στον απέναντι δρόμο. Ανίκανη να διαχειριστεί τις τύψεις της, η γιατρός αρχίζει μια ερασιτεχνική έρευνα για να ανακαλύψει τι έχει συμβεί, ξεθάβοντας σιγά σιγά τις πιο σκοτεινές πτυχές της φαινομενικά άνευρης βιομηχανικής περιοχής, στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία μας.

Το «Άγνωστο Κορίτσι (La fille inconnue)» είναι η νέα ταινία των αδελφών Νταρντέν. Πρόκειται για ένα δράμα, γυρισμένο με τον κλασικό υπερρεαλιστικό τρόπο με τον οποίο τα δύο αδέλφια προσέγγιζαν πάντα τις ιστορίες τους, αλλά σε αντίθεση με τις παλιότερες ταινίες τους, η δομή της βασίζεται ιδιαίτερα στο σενάριο. Ακολουθούμε τη νεαρή μας πρωταγωνίστρια (Adèle Haenel), καθώς προσπαθεί να ξετυλίξει το μυστήριο της δολοφονίας της κοπέλας. Αυτό το μυστήριο ξετυλίγεται αργά και το σενάριο αυτήν τη φορά αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ταινίας -σε αντίθεση με τις παλιότερες ταινίες τους, στις οποίες ήταν σε δεύτερη μοίρα, μιας και επικεντρώνονταν στο δράμα και στις ερμηνείες μιας πιο απλής κατάστασης.

Το Park της Σοφίας Εξάρχου μας μεταφέρει στα ζοφερά ερείπια του Ολυμπιακού Χωριού

E-mail Εκτύπωση PDF

aparkΈνα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του σύγχρονου κύματος του ελληνικού Weird Cinema είναι η ενασχόλησή του με την κοινωνική αποξένωση και γενικά με ζητήματα κοινωνικού αποκλεισμού -κάτι το οποίο φυσικά δε συμβαίνει χωρίς λόγο. Στην Ελλάδα του σήμερα αυτά αποτελούν συχνά καθημερινά φαινόμενα, τα οποία, όσο περνάει ο καιρός, εντείνονται όλο και περισσότερο, με αποτέλεσμα αυτή η μίζερη καθημερινότητα, και περισσότερο αυτή η αποδοχή της μιζέριας ως κάτι αναπόφευκτο, να διαποτίζει την τέχνη των σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών. Με αυτό το βασικό θέμα ασχολείται και η πρώτη ταινία της σκηνοθέτιδος Σοφίας Εξάρχου.

Στο Park ακολουθούμε τη ζωή μιας παρέας παιδιών που μεγαλώνουν στα ερείπια του Ολυμπιακού Χωριού, και πιο συγκεκριμένα των δύο μεγαλύτερων σε ηλικία από αυτά: την ερωτική σχέση μεταξύ τους, το πώς διασκεδάζουν, το πώς βγάζουν λεφτά για να ζήσουν.

Ο τρόπος που μας παρουσιάζεται αυτή η κατάσταση είναι αποστασιοποιημένος και μας βάζει στη θέση του παρατηρητή. Οι σκηνές που διαδραματίζονται μπροστά μας είναι επιτηδευμένα άβολες, επικεντρωμένες στις συχνές εκφάνσεις βίας και στην αδυναμία επικοινωνίας. Η αίσθηση ντοκιμαντέρ που αποπνέει η ταινία υπογραμμίζεται από τον ίδιο το χώρο των γυρισμάτων, που είναι όντως ότι έχει μείνει από το Ολυμπιακό χωριό, από την πολύ καλή δουλειά που έχει κάνει στη φωτογραφία η Monika Lenczewska, δίνοντας μια νατουραλιστική δυναμική στα δρώμενα, αλλά και από τη μινιμαλιστική μουσική επένδυση του Αλέξανδρου Βούλγαρη. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα πετυχημένο και η ταινία πραγματικά καταφέρνει να μας μεταφέρει στα επιβλητικά αυτά ερείπια και να μας κάνει να νιώθουμε ότι βρισκόμαστε εκεί και παρατηρούμε τα δρώμενα. Αλλά πάντα μένουμε στην παρατήρηση. Ποτέ δεν καταφέρνουμε να γίνουμε κομμάτι αυτής της παρέας και να ζήσουμε πραγματικά αυτήν τη δυσάρεστη κατάσταση. Κοιτάζουμε απλά τα παιδιά σα να είναι ζώα -ένας συμβολισμός που επαναλαμβάνεται υπερβολικά συχνά.

11 γυναίκες καλλιτέχνες στα 70, 80 & 90 τους που θα έπρεπε να γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες

E-mail Εκτύπωση PDF

11womenΠάνω (από αριστερά προς τα δεξιά): Carmen Herrera, Agnes Denes, Dorothea Rockburne, Monir Shahroudy Farmanfarmaian, Lorraine O’Grady

Κάτω (από αριστερά προς τα δεξιά): Etel Adnan, Joan Semmel, Judith Bernstein, Faith Ringgold, Michelle Stuart, Rosalyn Drexler

Της Phoebe Hoban

Νέο ντοκιμαντέρ επικεντρώνεται στο μύθο του Μπόυς, και όχι στον καλλιτέχνη

E-mail Εκτύπωση PDF

abeuysΤου David D’ Arcy

Όταν ήταν ενεργός, ο Γιόζεφ Μπόyς (Joseph Beuys, 1921-86) ήταν ο καλλιτεχνικός αστέρας της μεταπολεμικής Γερμανίας. Γιος ενός δημόσιου υπάλληλου, υποστήριζε ότι επιβίωσε από ένα αεροπορικό δυστύχημα στην Κριμαία, όταν υπηρετούσε στη Luftwaffe κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, χάρη στη βοήθεια μιας περιπλανώμενης ομάδας Τατάρων. Με αυτήν την ιστορία ως μύθο της δημιουργίας του, ο Μπόυς προσέθεσε ένα καπέλο και ένα γιλέκο, και πήδηξε στο κενό της Dusseldorf Art Academy, στην οποία έγινε καθηγητής.

Το ντοκιμαντέρ “Beuys” έκανε πρεμιέρα στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου. Σκηνοθετημένο από τον Andres Veiel, χρησιμοποιεί ένα τεράστιο οπτικό αρχείο –στηνΓερμανία, οι δραστηριότητες του Μπόυς ήταν τόσο καλά καταγεγραμμένες όσο του Άντι Γουόρχολ στην Αμερική- και παρουσιάζει (ή ξαναπαρουσιάζει) τον Μπόυς σε ένα κοινό που έχει μεγαλύτερη επαφή με τους καλλιτέχνες-διασημότητες που τον ακολούθησαν.

Πώς ο Κονστρουκτιβισμός επεδίωξε να ξαναφτιάξει τον κόσμο

E-mail Εκτύπωση PDF

aconstructivismΤου Pac Pobric

Το Μάρτιο κλείνουν 100 χρόνια από την παραίτηση του τελευταίου τσάρου της Ρωσίας. Μέσα σε διάστημα λίγων μηνών, ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι είχαν αρπάξει την εξουσία, αναστατώνοντας όλον τον κόσμο. Στην αυγή της ανατροπής, η ρώσικη πρωτοπορία ανέπτυξε νέες μορφές Μοντερνισμού, οι οποίες αποτελούν το θέμα τριών μεγάλων εκθέσεων στην Νέα Υόρκη και το Λονδίνο.

 “Η κατασκευή είναι ο στόχος”

Στις 8 Νοεμβρίου του 1920, κατά την τρίτη επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία, που έδωσε ώθηση στο καθεστώς των Μπολσεβίκων, ο γλύπτης Βλαντιμίρ Τάτλιν (Vladimir Tatlin) αποκάλυψε ένα μοντέλο για το Μνημείο του προς τιμήν της Τρίτης Διεθνούς στο Πέτρογκραντ. Η ξύλινη κατασκευή, η οποία είχε ύψος περίπου επτά μέτρα, μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν απλά ένα όνειρο: ήταν ένα μικρό δείγμα της ύψους 400 μέτρων κατασκευής από γυαλί και ατσάλι που στην πραγματικότητα είχε φανταστεί ο καλλιτέχνης. Το τελικό έργο, που επρόκειτο να στεγάσει την Κομμουνιστική Διεθνή (τη διεθνή κομμουνιστική οργάνωση που είχε αναλάβει τον προσηλυτισμό στο Μαρξισμό σε όλον τον κόσμο), δεν θα ήταν απλώς κατά ένα τρίτο ψηλότερο από τον πύργο του Άιφελ: τα τέσσερα τμήματά του θα περιστρέφονταν διαρκώς, σε διάφορες ταχύτητες, για να απεικονίσουν το δυναμισμό του Σοβιετικού Μαρξισμού. Όπως έγραψε ο κριτικός Nikolai Punin, οι σπείρες του πύργου “είναι γεμάτες κίνηση, φιλοδοξίες και ταχύτητα: είναι τεταμένες, όπως η θέληση για δημιουργία και όπως ένας μυς που τεντώνεται από ένα σφυρί.”

Κάνοντας γυμναστική -μέσα σε ένα μουσείο

E-mail Εκτύπωση PDF

aworkoutΤης Alexis Cheung 

Ο θίασος σύγχρονου χορού Monica Bill Barnes & Company προσφέρει το “The Museum Workout”, ένα σωματικό ταξίδι διάρκειας 45 λεπτών, που απλώνεται σε δύο μίλια του Metropolitan Museum of Art, πριν το άνοιγμα του μουσείου. Η γυμναστική, την οποία ζήτησε το MetLiveArts, περιλαμβάνει μια διαδρομή επιμελημένη με την αφήγηση της εικονογράφου Maira Kalman, συγγραφέα του “The Principles of Uncertainty”, και συμπυκνώνει το σλόγκαν της εταιρείας να “φέρει το χορό εκεί που δεν ανήκει”. “Θέλαμε να τιμήσουμε αυτό που υπάρχει και να χτίσουμε πάνω του”, λέει η Barnes, η καλλιτεχνική διευθύντρια του θιάσου, για τον απρόσμενο χώρο που επέλεξαν.

Μόνο τα πλούσια παιδιά μπορούν να δουλέψουν στον κόσμο της τέχνης;

E-mail Εκτύπωση PDF

artsyτης Anna Louie Sussman

Η Naiomy Guerrero, 26, ετών πάει σε καμιά ντουζίνα καλλιτεχνικές εκδηλώσεις το μήνα -ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της γεμάτης, για τον κόσμο της τέχνης, φθινοπωρινής περιόδου. Έχει δουλέψει για διάφορους επιφανείς μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς τέχνης, σε εργαστήρια καλλιτεχνών και γκαλερί, ενώ ξεκίνησε και το μεταπτυχιακό της στην ιστορία της τέχνης.

Αλλά πριν δύο χρόνια, άφησε τη δουλειά της στον κόσμο της τέχνης. Η Γκερέρο δεν έχασε το πάθος της για τις τέχνες και ακόμα γράφει για τέχνη στο blog GalleryGirl.nyc. Αλλά μιας και είναι η κόρη δύο μεταναστών, διάλεξε την οικονομική σταθερότητα. Πλέον δουλεύει ως οικονομικός σύμβουλος, κερδίζοντας 50% παραπάνω από τη σχετική με τέχνες τελευταία της δουλειά.

“Μεγάλωσα φτωχή, και δε θέλω να ξαναγίνω φτωχή”, λέει, ακόμα και αν “αυτό σημαίνει το να μη δουλεύω στον κόσμο της τέχνης, επειδή δεν υπάρχει μια αρκετά σταθερή θέση.”

Αντίθετα με κάποιους ομοίους της, η Guerrero δεν κατάφερε να βασιστεί σε μια σημαντική πηγή εσόδων: βοήθεια από τη Μαμά και τον Μπαμπά. Μια πρόσφατη έρευνα των New York Times έδειξε ότι άτομα ηλικίας 22, 23 και 24 ετών, που ενδιαφέρονται να εργαστούν στον κόσμο της τέχνης και του σχεδίου, συνήθως δέχονται οικονομική βοήθεια από τους γονείς τους, με το 53 % να αναφέρει κάποια βοήθεια , με το 40% των ατόμων να είναι 20 και κάτι. Δέχθηκαν, επίσης, τα περισσότερα χρήματα, ένα μέσ όρο $3.600 το χρόνο, σε σύγκριση με τα $3.000 που πήραν οι συνομήλικοί τους σε άλλους τομείς.

Παρόλο που δεν είναι κάτι καινούριο το ότι οι δημιουργικοί τομείς δεν είναι και οι πιο προσοδοφόροι, το εύρημα υπογραμμίζει το γενικά αόρατο ρόλο των τάξεων στον κόσμο της τέχνης, σε μια περίοδο που οι προσπάθειες για κατάργηση των διακρίσεων σχετικά με το φύλο και τη φυλή γίνονται ολοένα και πιο κοινότυπες. Καταδεικνύει, επίσης, κάποιες από τις προκλήσεις της προσπάθειας για οικονομική ποικιλομορφία σε μια βιομηχανία που, ενώ τείνει προς τον φιλελευθερισμό, δίνει αξία στον ανθρωπισμό και την επινοητικότητα, αλλά, ακόμη, βασίζεται στην ικανότητα της άνετης κοινωνικοποίησης με οικονομικά ευκατάστατους συλλέκτες.

Επιπλέον, υπογραμμίζει πώς, κατά κάποιον τρόπο, ο κόσμος της τέχνης παίζει με τους δικούς του οικονομικούς κανόνες. Πολλές βιομηχανίες σε όλους τους τομείς της οικονομίας κάνουν έντονες προσπάθειες να διαφοροποιήσουν το εργατικό δυναμικό τους, οδηγούμενες από έρευνες που δείχνουν ότι η ποικιλομορφία συσχετίζεται με καλύτερη οικονομική απόδοση. Αλλά τα σημαντικότερα τμήματα της αγοράς τέχνης είναι χτισμένα πάνω στις συνήθειες ξοδέματος, φιλανθρωπίας, και κοινωνικών δικτύων των υπερβολικά πλούσιων: ένα στοιχείο του εμπορικού κόσμου της τέχνης που φαίνεται να τον ανοσοποιεί απέναντι σε αυτή την τάση του εργατικού δυναμικού. Χάρη στη δομική του εξάρτηση από μια μικρή ομάδα πολύ πλούσιων συλλεκτών και δωρητών, οι προσλήψεις σε κάποια μέρη του κόσμου της τέχνης τείνει να ευνοεί αυτούς με τις σωστές διασυνδέσεις και παρόμοια αναφορικά πλαίσια.

Προφανώς, αυτό δε συμβαίνει σε όλα τα μέρη του κόσμου της τέχνης. Ιδρύματα στη Νέα Υόρκη κάνουν κινήσεις για να βοηθήσουν στην κατάρριψη των εμποδίων για μια καριέρα στις τέχνες, προσφέροντας πληρωμένα προγράμματα πρακτικής άσκησης ή χτίζοντας οικονομικές στεγάσεις για τους καλλιτέχνες. Αλλά αυτά τα εμπόδια προκύπτουν στην αρχή. Η Guerrero, για παράδειγμα, γεννήθηκε και μεγάλωσε εν μέρει στη Νέα Υόρκη (πέρασε κάποιες περιόδους στη Δομινικανή Δημοκρατία), αλλά δεν είχε επισκεφτεί ποτέ γκαλερί πριν την πρώτη της χρονιά στο κολέγιο.

“Δεν είχα ιδέα τι πολιτισμική και καλλιτεχνική Μέκκα ήταν η Νέα Υόρκη, επειδή για μένα, στο Μπρονξ, αυτό το πράγμα δεν υπήρχε,” λέει.

Έπειτα, υπάρχει το κόστος της εκπαίδευσης. Τα δίδακτρα των προπτυχιακών μαθημάτων σε μια ιδιωτική καλλιτεχνική σχολή είναι ακριβά, και οι υποτροφίες είναι λιγότερο κοινές σε σύγκριση με τα πιο πλούσια πανεπιστήμια με τις μεγάλες χορηγίες. Το Pratt Institute της Νέας Υόρκης χρέωνε $46.140 τη σχολική χρονιά 2016-2017. Η Cooper Union, η οποία ιστορικά προσέφερε δωρεάν τις υπηρεσίες της, παρά τις διαμαρτυρίες πολλών μαθητών και μελών της σχολής, άρχισε να χρεώνει τα δίδακτρα το 2014.

Εκτός σχολής, λίγοι καλλιτέχνες πουλάνε αρκετά έργα για να επιβιώσουν στα πρώτα βήματα της καριέρας τους, και πολλές από τις εισαγωγικές θέσεις εργασίας στην ανεπτυγμένη πολιτιστική βιομηχανία της Νέας Υόρκης πληρώνουν πολύ λίγα, ή ακόμη και τίποτα. Μια μελέτη του 2011 από το Κέντρο Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Georgetown και τη Workforce ανακάλυψε ότι οι ειδικεύσεις των εργαστηριακών τεχνών είναι ανάμεσα στην πρώτη δεκάδα ειδικοτήτων με το χαμηλότερο ποσοστό εσόδων, το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας, τα περισσότερα περιστατικά υποαπασχόλησης και το μικρότερο ποσοστό ενίσχυσης του μισθού από το πτυχίο. Ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα ήταν τόσο δύσπιστος για την αξία ενός πτυχίου στην ιστορία της τέχνης, που συμβούλευσε μαθητές να σπουδάσουν καλύτερα βιομηχανική παραγωγή, παρόλη την έντονη εξαφάνιση βιομηχανικών θέσεων εργασίας μετά τη δεκαετία του ‘70.

Στον οίκο δημοπρασιών Sotheby’s, οι πρακτικάριοι βγάζουν $11,17 την ώρα, και οι εισαγωγικές θέσεις εργασίας, όπως βοηθός τμήματος και διαχειριστής. πληρώνονται περίπου $40.000, σύμφωνα με την ιστοσελίδα εύρεσης εργασίας Glassdoor. Στο Metropolitan Museum of Art, οι βοηθοί έρευνας βγάζουν περίπου $34.300, σύμφωνα με την Glassdoor.

Αλλά αυτά τα πρώτα χρόνια είναι σημαντικά: μια μελέτη του 2014 του Γραφείου Απογραφών (Census Bureau) πάνω σε δεδομένα από το The Hamilton Project, έδειξε ότι οι ειδικευμένοι στις καλές τέχνες είναι οι απόφοιτοι με τις δουλειές με τα λιγότερα κέρδη, αλλά ότι και η πορεία των εσόδων τους είναι επίσης ανάμεσα στις πιο απότομες. Τα αρχικά κέρδη τους με δυσκολία ξεπερνούν τα $15.000, αλλά διπλασιάζονται μέσα στα πέντε πρώτα χρόνια της καριέρας τους, υπογραμμίζοντας πόσο σημαντική είναι η οικονομική στήριξη αυτά τα πρώτα χρόνια στα 20-κάτι. Οι ειδικευμένοι στην ιστορία της τέχνης βγάζουν περίπου $32.000 το χρόνο, μετά την πρώτη χρονιά στην αγορά εργασίας, σύμφωνα με την έρευνα.

Η πρακτική άσκηση, που πολλές φορές δεν πληρώνεται, αποτελεί άλλο ένα εμπόδιο. Όταν η Guerrero δούλεψε σε ένα μη κερδοσκοπικό οργανισμό βγάζοντας $33.000 το χρόνο, δύο από τους συναδέλφους της με παρόμοιες υποχρεώσεις δεν πληρώνονταν καθόλου για τη δουλειά τους.

“Αυτές οι απλήρωτες πρακτικές βοηθούν στη διαιώνιση της ανισότητας στον κόσμο της τέχνης”, λέει ο Tom Finkelpearl, επίτροπος του Τμήματος Πολιτισμού της Νέας Υόρκης, το οποίο βοηθά να βρουν δουλειά αυτοί που έχουν την ευχέρεια να δουλέψουν δωρεάν.

“Κάθε φορά που ανοίγεις μια πόρτα σε μια αμισθί πρακτική, κλείνεις την πόρτα σε κάποιον άλλο”, λέει ο Finkelpearl, ο οποίος έχει μεταπτυχιακό στις Καλές Τέχνες από το Hunter College, ένα δημόσιο κολέγιο της Νέας Υόρκης, και είναι επικεφαλής ενός μεγάλου αριθμού πρωτοβουλιών, με σκοπό να διαφοροποιηθεί το πολιτισμικό τοπίο της Νέας Υόρκης.

Πέρσι το DCA και το City University of New York ξεκίνησαν το CUNY Cultural Corps, ένα πρόγραμμα του $1 εκατομμυρίου για 70 μαθητές του CUNY και πρόσφατους αποφοίτους με τη μορφή αμειβόμενης πρακτικής άσκησης σε αρκετές δεκάδες πολιτισμικά ιδρύματα της πόλης. Μέλη του CUNY Cultural Corps θα αμείβονται με $12 δολάρια την ώρα και θα δουλεύουν μέχρι 12 ώρες την εβδομάδα σε μέρη όπως το Brooklyn Museum, το MoMA PS1 και το Studio Museum στο Χάρλεμ.

Ένα άλλο ίδρυμα της Νέας Υόρκης, το Metropolitan Museum of Art, προσφέρει περίπου 75 πληρωμένες πρακτικές για μαθητές λυκείου και 40 πληρωμένες πρακτικές το χρόνο σε προπτυχιακούς κολεγίου, προπτυχιακούς και πρόσφατους απόφοιτους φοιτητές. Υπάρχουν ευκαιρίες και χρηματοδοτήσεις που απευθύνονται σε ασκούμενους που προέρχονται από τομείς που δεν εκπροσωπούνται επαρκώς στη μουσειακή κοινότητα, και ο κάθε ασκούμενος δουλεύει με έναν μέντορα. Οι μαθητές λυκείου δέχονται επίσης επιδότηση μεταφορών, με σκοπό να ξεπεραστεί ένα συνήθως υποτιμημένο εμπόδιο για συμμετοχή.

Μια από τις θέσεις, η επιμελητική πρακτική Lifchez/Stronach, στοχεύει συγκεκριμένα σε φοιτητές και πρόσφατους απόφοιτους “των οποίων το οικονομικό υπόβαθρο μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην καριέρα τους στις τέχνες ή στο μουσειακό τομέα”. Το πρόγραμμα αυτό των εννέα μηνών πληρώνει $21.000, ή αλλιώς λιγότερο από $16 την ώρα, μαζί με ένσημα.

Η Sandra Jackson-Dumont, πρόεδρος της εκπαίδευσης στο Met (και το πρώτο άτομο στην οικογένειά της που αποφοίτησε από κολλέγιο), λέει ότι η γνωστοποίηση αυτών των προγραμμάτων είναι τόσο σημαντική όσο η χρηματοδότησή τους.

“Η γνωστοποίηση και η προβολή είναι ακόμα το πρωτεύον πρόβλημα”, λέει, σημειώνοντας ότι το μουσείο έκανε πρόσφατα μια διοργάνωση με 500 καθηγητές από 100 περίπου κολλέγια και πανεπιστήμια της περιοχής της Νέας Υόρκης, για να τους βοηθήσει να χρησιμοποιήσουν το μουσείο ως εκπαιδευτικό εργαλείο και να διαδώσουν τα προγράμματα πρακτικής άσκησης και άλλων πόρων.

Δεν είναι πάντως ξεκάθαρο αν αυτές οι προσπάθειες έχουν αρκετή ανταπόκριση σε μια πόλη όπου η μέση τιμή ενοικίου για ένα διαμέρισμα με μια κρεβατοκάμαρα ήταν σχεδόν $2.700 τον Ιανουάριο του 2017, σύμφωνα με την κτηματομεστική ιστοσελίδα RentJungle. Ένας βιώσιμος μισθός για έναν ανύπαντρο ενήλικα στην Νέα Υόρκη είναι $14,52 την ώρα, σύμφωνα με την αριθμομηχανή βιώσιμων μισθών του Massachusetts Institute of Technology.

“Τα ενοίκια στη Νέα Υόρκη έχουν ανέβει σημαντικά, αλλά τα έσοδα των καλλιτεχνών όχι”, λέει η Sharon Louden, καλλιτέχνης, δασκάλα και συντάκτης του Living and Sustaining a Creative Life (2013), μιας συλλογής δοκιμίων από καλλιτέχνες. Καταδεικνύει προσπάθειες όπως το Artspace στη Μιννεάπολη, το οποίο κτίζει οικονομικούς χώρους στέγασης για τους καλλιτέχνες στις Ηνωμένες Πολιτείες, και άνοιξε έναν τέτοιο χώρο στο Ανατολικό Χάρλεμ της Νέας Υόρκης το 2014.

Αλλά η Louden είπε ότι το πρόβλημα είναι πιο βαθύ από τη ραγδαία αύξηση των ενοικίων. Τα χαμηλά έσοδα σε πολλούς τομείς το κόσμου της τέχνης προκύπτουν από τη χαμηλή εκτίμηση που έχουν οι Αμερικανοί για το ρόλο που παίζει ο πολιτισμός στη ζωή τους, λέει.

“Αν έδιναν μεγαλύτερη αξία και μεγαλύτερη κατανόηση στη λειτουργία των τεχνών σε μία κοινωνία, δε νομίζω ότι θα προέκυπταν αυτά τα νούμερα”, λέει. “Το κοινό δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει πώς οι τέχνες συμβάλλουν στην καλύτερη διαβίωσή τους.”

Σίγουρα, κάποιοι άνθρωποι στον κόσμο της τέχνης όντως εκτιμούν την αξία των καλλιτεχνών, βάζοντας όλο και υψηλότερες τιμές σε έργα συγκεκριμένων πολύ διάσημων ή νεκρών μεγάλων δημιουργών.

Αυτό το τμήμα του κόσμου της τέχνης προσπαθεί να αποφύγει η Guerrero. Ακόμη θα ήθελε να γυρίσει στον κόσμο της τέχνης, αλλά όχι σε ένα μέρος όπου θα νιώθει ότι είναι αποκλεισμένη ή ότι την λυπούνται.

“Δε θα μπορούσα να δουλέψω ξανά σε γκαλερί”, λέει, περιγράφοντας ένα περιβάλλον “καθοδηγούμενο από ανθρώπους που δεν μπορούν να φανταστούν η να αντιληφθούν” τις εμπειρίες της ζωής της. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι μεγάλες καθημερινές διαδρομές της από και προς το Μπρονξ, το να μη νιώθει πάντα ασφαλής στη γειτονιά της, ή το ότι ο πατέρας της, όσο υποστηρικτικός και να ήταν, καταλάβαινε ελάχιστα για το τι συμπεριελάμβανε η καριέρα της στις τέχνες. Φαντάζεται τον εαυτό της σε ένα ίδρυμα πιο προσανατολισμένο προς την κοινωνία, όπως το Studio Museum στο Χάρλεμ ή το Caribbean Cultural Center African Diaspora Institute.

“Όταν συναντήσω την κατάλληλη ευκαιρία, τότε με χαρά θα την αρπάξω”, είπε. “Αλλά θα πρέπει να μου ταιριάζει. Πρέπει να είναι η σωστή.”

Πηγή: artsy.net

Απόδοση: Χρόνης Μούγιος

Λάθος με το σωστό τρόπο: γιατί ο ψεύτικος Μοντερνισμός του Πικαμπιά είναι τόσο αληθινός

E-mail Εκτύπωση PDF

apicabiaΤου Kenneth Goldsmith

Επί τη ευκαιρία μιας εκλογικής περιόδου στις Ηνωμένες Πολιτείες γεμάτη με κραυγές αγανάκτησης για «ψέματα» και «στήσιμο», αξίζει να θυμηθούμε ότι κάποιοι μοντέρνοι καλλιτέχνες αποδέχτηκαν αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά ως κάτι πιο αληθινό από την ίδια την αλήθεια. Κανένας δεν το έκανε περισσότερο αυτό από το Φράνσις Πικαμπιά (1879-1953).

Εξαρχής ήταν ολοφάνερα απατηλός. Ξεχειλίζοντας αμετανόητη ανειλικρίνεια, κανιβάλισε όλους τους “-ισμούς” που βρήκε μπροστά του, καταπίνοντας τους και φτύνοντάς τους με χαρά στη μούρη του κατεστημένου. Ο Ντέιβιντ Μπάουι συνήθιζε να λέει ότι δεν ήταν ροκ σταρ, αλλά ένας ηθοποιός που παίζει το ροκ σταρ. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κάποιος και για τον Πικαμπιά: έπαιζε το ρόλο του καλλιτέχνη, παράγοντας ένα έργο θεαματικής ψευτιάς: ψεύτικος Κυβισμός, ψεύτικος Σουρεαλισμός, ψεύτικος Κοινωνικός Ρεαλισμός, ψεύτικος Ρομαντισμός και τέλος, στα τελευταία έργα του, ψεύτικος Ντανταϊσμός. Για μισό αιώνα, ο Πικαμπιά κορόιδευε τον κόσμο της τέχνης. Ό,τι έκανε, ήταν επίτηδες «λάθος».

Πουθενά δεν είναι αυτό πιο ξεκάθαρο από τον πρώτο κορμό «ώριμων» έργων του, μια σειρά από «κακούς» ιμπρεσιονιστικού στυλ πίνακες που έκανε στα μέσα της δεκαετίας του ‘20. Αν τα εξετάσει κάποιος στην αναδρομική του στο Museum of Modern Art, αισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Αντί για το λυρικό παιχνίδισμα του φωτός και του αέρα που αποτελούν τα χαρακτηριστικά του Ιμπρεσιονισμού, τα έργα αυτά είναι ψυχρά, στατικά και κλειστοφοβικά. Ψάχνοντας απεγνωσμένα για κάποια απάντηση, απευθύνθηκα στο κείμενο που υπήρχε στον τοίχο: «Ο Πικαμπιά πιστεύεται ότι δούλευε αντιγράφοντας φωτογραφίες καρτ ποστάλ και όχι με το να μπει ο ίδιος στο φυσικό περιβάλλον και να ζωγραφίσει στην ύπαιθρο. Σε αυτό το έργο διακωμωδεί το αυθεντικό πνεύμα του Ιμπρεσιονισμού και τις τεχνικές ανοιχτού χώρου».

Σελίδα 1 από 15