Artnews

«Τζιβαέρι»: Μια σύγχρονη οπτική αφήγηση της ξενιτιάς από τη φωτογράφο Χαρά Σκλήκα

2018-02-21 20:30:00

© Χαρά Σκλήκα

Από την Αναστασία Τσιβγούλη

Ένα τραγούδι μαζί με προσωπικά βιώματα έγιναν η έμπνευση για μια σύγχρονη οπτική αφήγηση της ξενιτιάς. Η Χαρά Σκλήκα, φωτογράφος και μητέρα δύο παιδιών που ζουν στην Αγγλία, είναι εκείνη που τα ενθάρρυνε να ανοίξουν τα φτερά τους μακριά από την Ελλάδα.

Η λογική της αυτό της έλεγε βλέποντας συνομηλίκους των παιδιών της να μένουν εδώ και να εγκλωβίζονται σε χαμένα εξάμηνα στα πανεπιστήμια λόγω καταλήψεων και στο τέλμα της οικονομικής κρίσης. Όμως, το συναίσθημα του γονιού που αποχωρίζεται το παιδί του είναι πάντα εκεί όσο κι αν προσπαθεί να το τιθασεύσει με λογικά επιχειρήματα.

Τότε αποφάσισε να το διερευνήσει μέσα από το  φακό της ως μητέρα και φωτογράφος, να το μοιραστεί με τα παιδιά της και τους φίλους τους που ζουν στο εξωτερικό. Έτσι δημιουργήθηκε η φωτογραφική της συλλογή «Τζιβαέρι», λέξη με τουρκική και αραβική  ρίζα, η οποία σημαίνει πολύτιμος λίθος και μεταφορικά θησαυρός.

Δεκαπέντε νέοι άνθρωποι μαζί με χιλιάδες άλλους «θησαυρούς μας» αναζητούν τα στέρεα βήματά τους μακριά από την Ελλάδα και στέκονται μπροστά στο φακό για να αφηγηθούν τη διαδρομή τους με μια εικόνα. «Οι φωτογραφίσεις έγιναν σε οικείους χώρους που επέλεξαν τα ίδια τα παιδιά σε ένα διαδραστικό project εξέλιξης και αναμνήσεων», λέει η Χαρά Σκλήκα.

© Χαρά Σκλήκα

Η αγαπημένη παραλία

Η Κωνσταντίνα Ταγκοπούλου, το παιδί και η γυναίκα της φωτογραφίας που επέλεξε να φωτογραφηθεί στην αγαπημένη της παραλία στο Λαγονήσι, κάνει master Κοινωνιολογίας στην Οξφόρδη και βλέπει κι εκείνη το μέλλον της μακριά από την Ελλάδα.

«Μετακόμισα στην Αγγλία στα 18 μου. Εδώ, ακούς εφτά διαφορετικές γλώσσες στη στάση του λεωφορείου, στον ουρανό έχει γκρι σύννεφα, κρύο και υγρασία. Ένας τύπος με ποδοσφαιρικά ρούχα κάνει ζογκλερικά και ένας Τούρκος σερβίρει English breakfast σε έναν Αφρικάνο σε μια από τις πιο πολυπολιτισμικές χώρες του κόσμου. Δεν περίμενα ότι θα το πω αυτό όταν πρωτοπάτησα το πόδι μου στην Αγγλία, αλλά τη νιώθω πια σπίτι μου. Υπήρχαν στιγμές που δεν μου άρεσε καθόλου η καθημερινότητα μου, που νοσταλγούσα το σπίτι μου, την Αθήνα, τις συνήθειες που είχα όσο ήμουν στο σχολείο», αναφέρει.

«Έξι χρόνια μετά, έχω συνηθίσει πια να νιώθω αρκετά "ξένη στο σπίτι μου, αλλά εξίσου ξένη και στη χώρα διαμονής μου". Αυτές τις σκέψεις έκανα κατά τη διάρκεια της φωτογράφισης, και γι’ αυτό το λόγο θεωρώ ότι θίγει ένα πολύ σημαντικό κοινωνικό φαινόμενο της εποχής μας, το brain drain. Καταφέρνει να συλλάβει την αντίθεση που προανέφερα: τη νοσταλγία για το "σπίτι", αλλά παράλληλα τη επιθυμία των νέων να μην περιορίζονται σε μια χώρα με ελάχιστες ευκαιρίες. Αυτή η διαδικασία δεν είναι εύκολη για τα παιδιά, και σίγουρα δε θα έχει θετικές συνέπειες για την Ελλάδα που χάνει το νέο πληθυσμό της.»

© Χαρά Σκλήκα

Η Ελληνίδα μάνα

Οι φίλοι της στην Αγγλία την αποκαλούν «Ελληνίδα μάνα», επειδή συνέχεια τους μαγειρεύει παραδοσιακά φαγητά της χώρας της. Η Μαρκέλλα Απέργη, το ανέμελο γελαστό κορίτσι της φωτογραφίας στην κουζίνα του σπιτιού της, είναι κάτοχος master στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δε δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά στο τμήμα marketing μιας εταιρίας start-up.

«Πολλοί με ρωτούν αν μου λείπει η χώρα μου. Μου λείπει, αλλά η ζωή μου πλέον είναι στην Αγγλία. Επέλεξα την κουζίνα, γιατί μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια. Περνούσα πολλές ώρες εκεί βοηθώντας τη γιαγιά, τη μαμά και τον μπαμπά στο μαγείρεμα. Έχω μία παρόμοια φωτογραφία απ’ όταν ήμουνα πέντε. Μόνο που τότε στη φωτογραφία έπλενα τα πιάτα, δε γελούσα με το χάος που έχω δημιουργήσει. Όχι δε σκέφτομαι να γυρίσω. Μια συνάδελφός μου Αγγλίδα εργάστηκε για μόλις δύο μήνες σε μια ελληνική οργάνωση και έφυγε τρέχοντας, λέγοντας "δεν μπορώ να κατανοήσω την ελληνική γραφειοκρατία, με παραλύει"…», δηλώνει.

© Χαρά Σκλήκα

Με το κουβερτάκι της γιαγιάς

«Ζήτησα να φωτογραφηθώ στο παιδικό μου δωμάτιο στο σπίτι μου στην Αθήνα, στο κρεβάτι μου με το κουβερτάκι της γιαγιάς που ήταν το πρώτο μου δώρο όταν γεννήθηκα. Είναι η νοσταλγία που νιώθω για τις ανέμελες στιγμές μου, τις στιγμές που πέρασα εδώ με τις φίλες μου διαβάζοντας και κάνοντας σχέδια για το μέλλον μου», λέει η Μαριάννα Παπαχρήστου, η οποία μετά τις σπουδές της στα οικονομικά στην Αγγλία βρήκε πρόσφατα δουλειά σε μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες στην Κύπρο. Είχε προηγηθεί η προσπάθεια να βρεί εργασία στην Ελλάδα.

«Πολλές εταιρείες  μου έλεγαν: "Θα σου απαντήσουμε σε 1 εβδομάδα". Περάσανε 1-2 μήνες και δεν πήρα ποτέ απάντηση. Στην Κύπρο πέρασα από συνέντευξη για την τωρινή δουλειά μου μια Τετάρτη τον περασμένο Σεπτέμβριο και τη Δευτέρα με πήραν και μου είπαν έλα! Εκτός από το μισθό, μου πληρώνουν και το ενοίκιο, χρηματοδοτούν και δίνουν άδειες για μια έξτρα εκπαίδευση που θεωρείται master στον κλάδο μου, ενώ κάθε χρόνο γίνονται προαγωγές που συνοδεύονται και από αύξηση μισθού. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν αυτά, όποτε δε σκέφτομαι πια να γυρίσω, όσο κι αν μου λείπουν οι άνθρωποί μου και η χώρα μου.»

© Χαρά Σκλήκα

Το παιδικό δωμάτιο

Αγκαλιά με την κούκλα της στο παιδικό της δωμάτιο στην Αθήνα η Μυρτώ Γάτου, «το κοριτσάκι» της φωτογράφου, εργάζεται σε μια μεγάλη αρχιτεκτονική εταιρεία στο Λονδίνο με μοναδικό εφόδιο το «άριστα» του bachelor πτυχίου της κι όχι κάποιες γνωριμίες που θα ήταν ίσως χρήσιμες αν αναζητούσε μια αντίστοιχη θέση στην Ελλάδα. Η εργασία αυτή είναι ένα ενδιάμεσο σκαλοπάτι που επέλεξε η ίδια, για να είναι αυτή την περίοδο οικονομικά αυτόνομη και για να αποκτήσει επαγγελματική εμπειρία πριν περάσει στο επόμενο επίπεδο σπουδών της για master στην αρχιτεκτονική.

«Η οικειότητα που μου προσφέρει το δωμάτιό μου με απαλλάσσει από οποιαδήποτε αρνητική σκέψη, επειδή όταν βρίσκομαι στο δωμάτιό μου στην Αθηνά, νιώθω ότι ανήκω. Είχα υποτιμήσει το συναίσθημα του ανήκειν, δεν περίμενα ότι θα επηρέαζε τόσο την ψυχολογία μου. Δεν είναι κάτι το οποίο με επηρεάζει σε καθημερινή βάση, συχνά δεν το συνειδητοποιώ, ίσως προσπαθώ να μην το σκέφτομαι ή μπορεί σιγά σιγά να νιώθω την Αγγλία όλο και περισσότερο σπίτι μου. Οι ρυθμοί της Αγγλίας είναι έντονοι, είναι λογικό συχνά να σε απασχολεί κάτι το οποίο δεν μπορείς να προσδιορίσεις, επειδή δεν έχεις το χρόνο να το επεξεργαστείς. Πρόσφατα κατάλαβα ότι μεγάλο κομμάτι τις έντασής μου προέρχεται από την έλλειψη αυτού του συναισθήματος, της οικειότητας που νιώθω όταν βρίσκομαι στο δωμάτιο μου που με απαλλάσσει από οποιοδήποτε άγχος και μου αφήνει το περιθώριο να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά», είναι η μαρτυρία της.

© Χαρά Σκλήκα

Στο καταφύγιο της βιβλιοθήκης

Στη βιβλιοθήκη του σχολείου της στην Αθήνα, τον αγαπημένο της χώρο, επέλεξε να φωτογραφηθεί η Άρτεμις Βέργου κάτοχος bachelor στην αγγλική φιλολογία που τώρα ολοκληρώνει δεύτερο bachelor στο design. Παράλληλα, εργάζεται σε μια μεσιτική εταιρία και δε σκοπεύει να επιστρέψει στην Ελλάδα -τουλάχιστον όχι στο άμεσο μέλλον.

«Επέλεξα τη βιβλιοθήκη του παλιού μου σχολείου, ήταν το καταφύγιο μου, μια ήσυχη γωνιά της εφηβείας μου. Περνούσα πολλές ώρες εκεί, χωρίς να ξέρω τότε πως σήμερα αυτή η ανάμνηση θα είχε κάποια αξία. Δεν έχω ως τώρα ξαναβρεί ένα μέρος σαν κι αυτό, γιατί κάπως έτσι είναι τα "τζιβαέρια". Η Χαρά και εγώ γνωριζόμαστε από τα πέντε μου χρόνια. Με αποκαλεί χαϊδευτικά "αναπληρώτρια κόρη", ήταν παρούσα σε όλες τις φάσεις της ζωής μου. Ήμουν και εγώ παρούσα στις δικές της: η αγαπημένη μου ήταν όταν αγκάλιασε το ταλέντο της στη φωτογραφία. Το πορτρέτο μου εξελίχθηκε σε ένα γλυκό ψυχογράφημα, κάτι που λίγοι φωτογράφοι καταφέρνουν. Είμαι σίγουρη πως ένα τζιβαέρι βρίσκεται και πίσω απ’ το φακό», λέει.

Πίσω από τις φωτογραφίες

«Τα παιδιά που φωτογράφισα δεν ανήκουν σε μια κατηγορία προνομιούχων νέων με πλούσια οικονομικά εφόδια. Τα περισσότερα είναι παιδιά μέσων οικογενειών που ξέρουν να αγωνίζονται για την εξέλιξή τους. Είναι ενδεικτικό ότι εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις παιδιών που έχουν πάρει φοιτητικά δάνεια από την Αγγλία, τα οποία θα αποπληρωθούν από τους ίδιους μόλις βρούν εργασία», λέει η Χαρά Σκλήκα.

Oι θεματολογίες που επιλέγει για τα φωτογραφικά της project έχουν κοινωνιολογική οπτική, με έμφαση στην ανθρώπινη πλευρά, και υπάρχουν στο www.harasklika.com.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Φιλελεύθερος»