Artnews

Μαρίβα Ζαχάρωφ: Αγάπη για τη ζωή στο Μπαγκλαντές

2018-03-09 18:28:00

© Μαρίβα Ζαχάρωφ

Με αφορμή την έκθεση φωτογραφίας της Μαρίβας Ζαχάρωφ, με θέμα τα παιδιά του Μπαγκλαντές, στη Δημοτική Πινακοθήκη Λέφα στο Ψυχικό, η σύγχρονη ελληνίδα εικαστικός μας καταθέτει ένα κείμενο από καρδιάς για τις εμπειρίες που αποκόμισε από το ταξίδι ζωής που αποτυπώνει σε αυτό το φωτογραφικό πρότζεκτ.

Γεννήθηκα στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 1978, όπου από τριάντα ημερών έως τεσσάρων χρονών έζησα με τον παππού και τη γιαγιά μου στην Καλαμάτα. Εν συνεχεία φύγαμε με τους γονείς μου για το Βέλγιο, όπου ο πατέρας μου έκανε διδακτορικό στο Οικονομικό Δίκαιο και η μητέρα μου, ως φιλόλογος, δούλεψε σε ένα πρόγραμμα αποκατάστασης γλώσσας και ιστορίας Ελλήνων δεύτερης γενιάς. Έχω ταξιδέψει από πολύ μικρή ηλικία, έχω επισκεφτεί με ένα σακίδιο 18 χώρες κυρίως της Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής και θεωρώ ότι τα ταξίδια διευρύνουν τους ορίζοντες του νου και της ψυχής.

Η αγάπη μου για την τέχνη γεννήθηκε από πολύ νωρίς καθώς φρόντισε να μου την καλλιεργήσει η μητέρα μου πηγαίνοντας με σε μουσεία αλλά και στην όπερα από την ηλικία των πέντε ετών. Ήμουν πολύ σίγουρη από νωρίς ότι ήθελα να καταπιαστώ με τα εικαστικά και κυρίως τη ζωγραφική. Αυτό το πάθος φούντωνε και μεγάλωνε μέσα μου. Όπως και η διάθεση να ταξιδέψω τον κόσμο και να δημιουργώ.

© Μαρίβα Ζαχάρωφ

Ένας κόσμος γεμάτος αντιθέσεις
Στο Μπαγκλαντές βρέθηκα τα Χριστούγεννα του 2016, έχοντας γίνει δεκτή σε ένα διεθνή διαγωνισμό που προκήρυξε το καλοκαίρι του 2016 το Crack Trust του Asia-Europe Foundation για ένα διεθνές art camp 7 ημερών στην επαρχιακή πόλη της Kushtia στο Μπανγκλαντές. Όταν βγήκαν το φθινόπωρο τα αποτελέσματα, σχεδόν άμεσα βρήκα χορηγό την Gulf Air για την πτήση. Όλα συνέργησαν θετικά ως προς το να γίνει αυτό το ταξίδι και ζήτησα από τους διοργανωτές που με καλούσαν, να με βοηθήσουν, καθώς ήθελα να παρατείνω την παραμονή μου προκειμένου να κάνω εργαστήρια ζωγραφικής με μικρά παιδιά. Μου είπαν ότι θα με στηρίξουν και πράγματι το έκαναν. Δεν είχα ιδιαίτερες γνώσεις γύρω από το Μπαγκλαντές πριν πάω και φυσικά φρόντισα να μείνω ανεπηρέαστη από απόψεις τρίτων, καθώς ήθελα πολύ να έρθω σε επαφή με μια καινούργια χώρα και να την ανακαλύψω στον καλύτερο δυνατό βαθμό.

Στο Μπαγκλαντές οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να θέλουν να αποβάλλουν κάθε κατάλοιπο της αποικιοκρατικής πολιτικής των Άγγλων και των Δυτικοευρωπαίων που προσπάθησαν να τους διδάξουν τέχνη και σκέψη ανώτερη από τη δική τους. Προσπαθούσαν να επαναπροσδιορίσουν τη δική τους τέχνη και παράδοση και να προβάλλουν τη νεότερη ιστορία τους, η οποία είναι γεμάτη πόνο, στερήσεις, πολέμους, λιμούς, κακουχίες, αλλά και περήφανους σκεπτόμενους ανθρώπους. Από την άλλη, όμως, μεριά στις επαρχίες χρησιμοποιούν τελευταίας τεχνολογίας κινητά, βγάζουν selfie, τις οποίες ανεβάζουν γρήγορα στο Facebook και ακούνε εκκωφαντική House και Goa μουσική των ινδικών και δυτικοευρωπαϊκών κλαμπ. Σχήμα οξύμωρο, εάν αναλογιστεί κανείς ότι ζούνε σε παράγκες από ελενίτ. Κι όμως, σχεδόν άκριτα υιοθετούν συνήθειες του συρμού μέσα από τις οποίες εκτονώνονται. Δεν έχω δει περισσότερες αντιθέσεις σε κανένα από τα ταξίδια μου.

Γέμισα, όμως, πολύ από την περιήγηση μου σε αυτόν τον τόπο. Ήρθα σε επαφή με τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις τους και είδα ότι η παράδοσή τους θα μπορούσε να έρθει σε σύμπνοια με τη νεωτερικότητα μόνο εάν επί της ουσίας επαναπροσδιοριστεί και φυσικά οι πολίτες διαχωρίσουν το φαίνεσθαι από το είσθαι στα ήθη και τα έθιμά τους. Πρέπει να κρατήσουν τα ουσιώδη της παράδοσης και να τα μεταλαμπαδεύσουν μέσα από τη σύγχρονη γλώσσα της Τέχνης.

Στην προσπάθειά τους να βρουν το καινούργιο, πολλές φορές ισοπεδώνουν άκριτα το παλιό, με αποτέλεσμα να χάνονται πολλές τεχνικές, υλικά και τρόποι υλοποίησης της Τέχνης, ακόμη και στη δόμηση ή αποδόμησή της -κυρίως στην αρχιτεκτονική και τα εικαστικά. Έτσι, μεταβάλλεται ο αρχικός χαρακτήρας, αλλά και επέρχονται αλλοιώσεις στο τελικό αποτέλεσμα της τέχνης, αφού η τεχνική δεν είναι παρά η γλώσσα μέσα από την οποία λέμε κάτι εικαστικά. Και μια γλώσσα πρέπει να την ξέρουμε καλά, αλλιώς θα είναι ελλιπές το μήνυμα που θα φτάσει στο θεατή, δημιουργώντας περισσότερο σύγχυση και επιφανειακή διάθεση παρά οτιδήποτε άλλο.

Και για να το επιτύχουμε αυτό πρέπει να μελετάμε και να κατανοούμε τις παραδόσεις στην τέχνη σύμφωνα με τις χρονικές, κοινωνικές, οικονομικές και ιστορικές συγκυρίες κατά τις οποίες αναπτύχθηκαν. Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε τη λειτουργικότητα αλλά και τη σπουδαιότητά τους σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Μόνο έτσι θα τις αποκαταστήσουμε στο σύγχρονο γίγνεσθαι.

© Μαρίβα Ζαχάρωφ

Η επαφή με τα παιδιά
Αυτή ήταν και η αρχική μου σκέψη πριν ξεκινήσω τα ταξίδι αυτό. Ήθελα να έρθω σε επαφή με αυτά τα παιδιά για να δω τι ρόλο θα έπαιζε η δική τους παράδοση στην παιδική ζωγραφική. Πώς οι παραδόσεις περνάνε υποσυνείδητα από γενιά σε γενιά και εάν μπορούν να διαμορφώσουν σχεδιαστικά την αντίληψη στις ζωγραφιές των παιδιών. Ήθελα να δω την διαφοροποίηση ως προς τα σχέδια που αναπτύσσουν τα παιδιά του Μπαγκλαντές σε σχέση με τα παιδιά της Δύσης.

Έχω δουλέψει με παιδιά Βρετανών, Ελλήνων, Αλβανών και Τυνήσιων, δίνοντάς τους παρεμφερή αλλά και διαφορετικά υλικά. Διαφοροποιήσεις ως προς την σχεδιαστική αντίληψη υπάρχουν, είναι όμως πολύ νωρίς για μένα να πω με βεβαιότητα εάν οι διαφοροποιήσεις αυτές πηγάζουν από διαφορετικές κοινωνικές, θρησκευτικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις ή εάν έχει συμβάλλει ενεργά το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα, η οικογένεια και ο τρόπος ζωής. Μάλλον η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση.

Στόχος μου ήταν μέσα από απλά υλικά και δράσεις να καλλιεργήσω τη φαντασία και τη δημιουργικότητα των παιδιών, αλλά κυρίως να μάθω από αυτά. Ήθελα τα εργαστήρια αυτά να είναι δίωρα και να διεξάγονται επί καθημερινής βάσης προκειμένου να επέλθουν αποτελέσματα μέσα από την εξοικείωση αλλά και συνεχή τριβή και εξάσκηση. Ήθελα να οξύνω την παρατηρητικότητα των παιδιών και να τα κάνω να βγάλουν το προσωπικό τους βίωμα στην επιφάνεια χωρίς καμία επικριτική διάθεση. Δεν υπήρχε σωστό και λάθος.

Πάσχισα να απελευθερωθούν μέσα από τη δημιουργική διαδικασία της ζωγραφικής και να εκφραστούν πηγαία και ελεύθερα. Η επαφή μου μαζί τους ήταν δημιουργική και γεμάτη αγάπη. Δεν είδα τον εαυτό μου ως μεσολαβητή ούτε τη διδασκαλία ως ρόλο. Οι προσεγγίσεις μου ήταν απλές, μέσα από σχέσεις ισότιμες καθώς έτσι αντιλαμβάνομαι τη διδασκαλία.

Τα παιδιά στην αρχή αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στα διάφορα ερεθίσματα και αναπαρήγαγαν διαρκώς, ανεξαρτήτως ηλικιακής ομάδας, την εθνική τους σημαία, το εθνικό τους φρούτο, ψάρι, λουλούδι. Ήταν σύμβολα που τους είχαν εντυπωθεί έντονα και ριζωθεί βαθιά από το εκπαιδευτικό τους σύστημα. Έπρεπε να συζητήσω μαζί τους και να τους ζητήσω να μου εξηγήσουν γιατί δεν ανταποκρίνονται στα ερεθίσματα που τους δίνω (τα οποία ήταν αρχικά θεωρητικά με βάση την αφήγηση και την αναμόχλευση της φαντασίας), δε βγάζουν την μοναδικότητα τους στο χαρτί και τι μπορούμε να κάνουμε. Μου είπαν ότι είναι πολύ περήφανα για την καταγωγή τους. Συνειδητοποίησα ότι έπρεπε πρώτα να τους δοθούν οπτικά ερεθίσματα και να κεντρίσω την οξυδέρκειά τους.

Μετά, καθώς τα μαθήματα ήταν διαδραστικά, μου έδειξαν τα ίδια τι προτιμούσαν. Με αφετηρία ασκήσεις εκ του φυσικού, και αφού τα παιδιά έμαθαν να παρατηρούν και να σχηματοποιούν απτά αντικείμενα και τον άνθρωπο, περάσαμε σε ασκήσεις από μνήμης, με αφορμή την καθημερινότητα αλλά και το προσωπικό βίωμα, την ανάγνωση και ταυτόχρονη απεικόνιση μύθων αλλά και την σχηματική και χρωματική απόδοση ήχων. Έγιναν επίσης και ασκήσεις εκ του φυσικού με βάση το τοπίο. Μέχρι και τραγουδάκια τους έλεγα στα Ελληνικά, αφού μου το ζητούσαν. Και φυσικά μου τραγουδούσαν και αυτά. Η όλη διαδικασία χαλάρωνε τα παιδιά και κυρίως το ότι γνώριζαν ότι δεν θα κριθούν εκ του αποτελέσματος.

© Μαρίβα Ζαχάρωφ

Οι επιπτώσεις των κοινωνικών συνθηκών στα παιδιά

Τα παιδιά ερχόντουσαν στο μάθημα πάντοτε στην ώρα τους και ντυμένα όμορφα και περιποιημένα. Ήταν προσηνή, ευγενικά και ευπρεπή. Σίγουρα σε αυτό είχε συμβάλει και η οικογένειά τους. Δεν ανέπτυσσαν μιμητική διάθεση το ένα με το άλλο ούτε ανταγωνισμό και έδειχναν να διασκεδάζουν με απλές δράσεις και απλά υλικά. Ήταν χαρούμενα και όλο το μάθημα βασιζόταν στη χαρά.

Μετέφεραν τις εικόνες τους, όχι όμως την αδικία ή τη διάκριση που βίωναν, καθώς τα αντιλαμβάνονται με τρόπο διαφορετικό από εμάς. Οι κάτοικοι του Μπαγκλαντές θεωρούν το λευκό δέρμα  και τα ανοιχτόχρωμα χαρακτηρίστηκα δείγμα υπέρμετρης ομορφιάς. Πολλές γυναίκες πουδράριζαν το πρόσωπό τους με πούδρες λευκές ή ανοιχτόχρωμες.

Τα παιδιά, από την άλλη, της κοινότητας στην οποία έζησα και εργάστηκα δεν είχαν δει ποτέ ξένο και ήθελαν πολύ να επικοινωνήσουν μαζί μου με κάποιο τρόπο. Δε νομίζω να ένιωθαν αδικημένα λόγω χρώματος, καθώς ήταν αμιγή ως προς τον πληθυσμό,  αλλά λόγω οικονομικών δυσχερειών. Δεν είχαν βιώσει το φυλετικό αλλά τον κοινωνικό και οικονομικό ρατσισμό.

Επίσης, η κοινωνική διαστρωμάτωση στο Μπαγκλαντές είναι πολύ πιο έντονη απ’ ότι είναι στην Ευρώπη. Υπάρχουν οι κάστες και οι νόρμες, οι οποίες μπορούν να καθορίσουν την εξέλιξή σου και στην ενήλική ζωή.  Τα παιδιά αυτά βίωναν την αδικία. Στον προαύλιο χώρο του σχολείου επί καθημερινής βάσεως συγκεντρώνονταν, στοιχίζονταν, έκανα κάποιες γυμναστικές ασκήσεις, έλεγαν την προσευχή και τον Εθνικό τους ύμνο και στο τέλος ένα τραγούδι που έλεγε «Θα υπερβούμε κάποια μέρα, θα υπερβούμε». Παρόλα αυτά, ήταν χαμογελαστά.

Δεν ξέρω τι ονειρεύονταν και τι στόχους είχαν γύρω από τη ζωή. Πόσα θα τολμούσαν να ταξιδέψουν, να σπουδάσουν στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Όταν τα ρώτησα τι θα ήθελαν να γίνουν όταν μεγαλώσουν, μου απάντησαν «Ένας καλός άνθρωπος», χωρίς να επικεντρώνονται στην επαγγελματική ιδιότητα, όπως κάνουν τα παιδιά της Δύσης.

Οι εικόνες τους ήταν γεμάτες αναζήτηση και αγωνία. Ήταν, όμως, και υπερβατικές με μια διάθεση για πέταγμα. Σε πολλά σχέδιά τους τα πάντα υπερίπταντο, σπίτια, δρόμοι, λουλούδια, δένδρα μαζί με τα πουλιά.

Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων θέλησα να εμβαθύνουν στην κουλτούρα τους. Επέλεξα να γίνουν αφηγήσεις τοπικών, παραμυθιών, μύθων αλλά και της Εθνικής τους ποίησης, προκειμένου τα παιδιά να ζωγραφίσουν με αφορμή μια λέξη, μια πρόταση ή ολόκληρο το κείμενο. Έγιναν, επίσης, υπαίθρια μαθήματα με αφορμή ένα υπέροχο υπεραιωνόβιο δένδρο που κέντρισε τα παιδιά. Αυτό το δένδρο ήταν 400 ετών και στεκόταν στα σύνορα ινδουιστικής και ισλαμικής κοινότητας.

Μάλιστα, αυτό το δένδρο γεννούσε τις ρίζες τους από τα κλαδιά, οι οποίες με τα χρόνια μάκραιναν και έφταναν στο έδαφος για να ριζώσουν. Δεν είχα δει ποτέ τέτοιο δένδρο στη ζωή μου. Και ήταν μια πραγματικά ενδιαφέρουσα ανάπτυξη. Ένα τεράστιο σύστημα που ανατροφοδοτεί τον εαυτό του αλλά και τη φύση γύρω του. Ένα αγέρωχο και επιβλητικό μεγαθήριο, το οποίο ήταν και τόπος ανιμιστικής λατρείας.

Εκεί μιλήσαμε κυριολεκτικά και μεταφορικά για την έννοια της ρίζας. Ήθελα τα παιδιά να αφουγκραστούν το Δένδρο, πηγή ζωής και να παρατηρήσουν την ανάπτυξή του αλλά και το φως και το τοπίο που το περιβάλλει και γύρω από αυτό δεσπόζει. Ήθελα να καταλάβουν τις ανησυχίες του και τα όνειρά του. Πώς ριζώνεις και πως αναπτύσσεσαι για να υψωθείς προς τα πάνω. Και μετά όλα αυτά να τα σχεδιάσουν με μαλακά μολύβια σχεδίου, παίζοντας με το πάχος και την ένταση της γραφής.

© Μαρίβα Ζαχάρωφ

Και μια που μιλάμε για ρίζες, δεν μπορώ να μην αναφέρω τα πρόσφατα γεγονότα με την Βιρμανία και την εισροή πολλών Βιρμανών στο Μπαγκλαντές, όπως την βίωσα τον Ιανουάριο του 2017 στην Chittagong. Οι άνθρωποι αυτοί ξεριζώθηκαν στην προσπάθειά τους να σωθούν και αναζήτησαν καλύτερη τύχη σε μια χώρα με εξίσου φτωχούς ανθρώπους. Αλλά και τις φυλές των Adivasi, οι οποίες είναι 45 στο σύνολο τους, και αρνούνται την τεχνολογία όπως και τις χρηματικές συναλλαγές. Θεωρούνται οι γηγενείς και αυτόχθονες του Μπαγκλαντές και διατήρησαν παρά τις όποιες εισβολές και εποικίσεις τον ακέραιο εθνογραφικό χαρακτήρα τους.

Με όλες αυτές τις διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες είναι δύσκολο να θεωρήσουμε ότι οι ρίζες έχουν ενιαία και αναλλοίωτη την εθνική σκοπιά. Η εθνική σκοπιά σε έναν τόπο διαμορφώνεται και διαφοροποιείται ανά τους αιώνες από την γλώσσα, την θρησκεία, την τεχνολογία, την οικονομία, την πολιτική, την εποίκηση και την ανταλλαγή πληθυσμών. Είναι στοιχεία που μεταβάλλονται αλλά και μεταβάλουν τις συνειδήσεις των ανθρώπων.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία μπορούν να ενώσουν αλλά κυρίως να χωρίσουν τους ανθρώπους. Η θρησκεία, για παράδειγμα, μπορεί να επηρεάσει την συνύπαρξη των ανθρώπων, αν και στο Μπαγκλαντές Ινδουιστές και Μουσουλμάνοι συνυπήρχαν αρμονικά και συναντιόντουσαν κάτω από μεγάλα υπερ-αιωνόβια δένδρα μολονότι τα χωριά τους και οι κοινότητές τους χωρίζονταν γεωγραφικά με βάση το θρήσκευμα των κατοίκων. Τα δένδρα, όμως, στέκονταν αγέρωχα, απλώνοντάς τις ρίζες και τα κλαδιά τους και ενώνοντάς τους κατοίκους.

Δεν ξέρω εάν το ανέφερα αλλά τα παιδιά αυτά ήταν Μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, στην πλειονότητά τους. Και βρέθηκαν χωρίς αντιδράσεις σε έναν τόπο ινδουιστικής ανιμιστικής λατρείας, στον οποίο διαγώνια υπήρχε ένα Punja, δηλαδή μια υπερμεγέθης αρσενική φιγούρα από χώμα και νερό. Μας υποδέχτηκαν εγκάρδια οι άνθρωποι της κοινότητας των Ινδουιστών και μίλησαν στα παιδιά για το Punja, εξηγώντας τους ότι το είχε δει κάποιος προγονός τους στον ύπνο του 200 χρόνια πριν και έπρεπε να το υλοποιήσουν με βάση τα προμυνήματα του ονείρου. Μίλησαν για το αρσενικό, το θηλυκό, την αλληλοσυμπλήρωση και την έννοια του ονείρου. Δε θα μπορούσε να γίνει καλύτερο το μάθημα. Και πραγματικά τα παιδιά έβγαλαν σχέδια μοναδικά που κανένα δεν ήταν όμοιο με το άλλο. Ξετυλιγόταν ένας προσωπικός κόσμος γεμάτος κλαδιά που χόρευαν στον άνεμο και ρίζες που πετούσαν για να φτάσουν στη γη.

Στις ζωγραφιές των μικρών μαθητών μου στο Μπαγκλαντές διέκρινα εκτός από φοβερές ανατροπές ως προς το σχέδιο και το χρώμα, την σύνθεση και την τοποθέτηση των πραγμάτων στο χώρο, μια αφαιρετική διάθεση. Δεν τα απασχολούσε η πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας αλλά η απόδοση δικών τους συμβολισμών.

Παρόλες τις αντιξοότητες που βίωναν αυτά τα παιδιά, αναζητούσαν τη χαρά μέσα από τα σχέδιά τους. Επίσης, απεικόνιζαν σκηνές της καθημερινότητας αλλά και της οικογενείας τους με τρόπο ακριβή αλλά και γεμάτο φαντασία. Δεν έβγαζαν πόνο τα σχέδιά τους, αλλά προξενούσαν την απορία. Ίσως αυτήν που κουβαλούσαν και τα ίδια μέσα τους, καθώς πολλά από αυτά βίωναν την απουσία του πατέρα, ο οποίος ήταν οικονομικός μετανάστης σε άλλη χώρα.

© Μαρίβα Ζαχάρωφ

Έχοντας ταξιδέψει πολύ και ερχόμενη σε επαφή με πολλούς ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων και πεποιθήσεων συνειδητοποιώ ότι οι περισσότεροι άνθρωποι ανεξάρτητα από τη Εθνικότητά τους αναπτύσσουν κοινούς δεσμούς, συναισθήματα και σχέσεις που τους δένουν σε έναν τόπο. Αυτός ο τόπος δεν είναι απαραίτητα η γενέτειρά τους αλλά και κάποιος ξένος τόπος, στον οποίο μετοίκισαν διεκδικώντας καλύτερα ή και διαφορετικά πράγματα ανάλογα με τις συνθήκες στις οποίες ζούσαν σε σχέση με αυτές που θέλουν να διαμορφώσουν. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι ο τόπος δεν είναι μόνο η γη αλλά και οι άνθρωποι που τον συνθέτουν. Και πολλές φορές οι άνθρωποι δένονται μεταξύ τους ανεξάρτητα από τις εθνικές τους καταβολές. Οι λαοί τους οποίους έχω επισκεφτεί, κυρίως σε Ευρώπη και Ασία, νοούν με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο την λέξη «ρίζα». Ένιωθαν βαθιά αγάπη για τον τόπο τους και καμία αντιπαλότητα ή διάθεση να τον εγκαταλείψουν. Ρίζα γι’ αυτούς ήταν η γη και τα σύνορα που συνέθεταν τη χώρα τους, η ιστορία τους, η κουλτούρα τους, η πολιτιστική τους κληρονομιά και τα τραγούδια τους.

Τα σχέδια των παιδιών με έκαναν να αναθεωρήσω και ως προς τη δική μου αντίληψη τόσο ζωγραφικά όσο και στη δική μου θεώρηση γύρω από τη ζωή και τον άνθρωπο. Τα παιδιά, τελικά, μας δείχνουν το δρόμο.

Περισσότερες πληροφορίες γύρω από το έργο της Μαρίβας Ζαχάρωφ μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα της: www.mariva-zacharof.com