Artnews

Άγγελος Δεληβορριάς: Η πρώτη αγάπη, ο Τσαρούχης και η rue Dauphine

2018-04-27 16:02:18

Με πόνο ψυχής άφησαν σήμερα οι εργαζόμενοι και οι συνεργάτες του Μουσείου Μπενάκη το τελευταίο αντίο στον επί σειρά ετών διευθυντή του, Άγγελο Δεληβορριά. Το σημείωμα που απέστειλαν, συγκινητικό:

«Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός -Τ. Σ. Έλιοτ, Η Έρημη Χώρα

Με οδύνη οι εργαζόμενοι του Μουσείου Μπενάκη αποχαιρετούμε σήμερα τον Διευθυντή μας.

Για όλους εμάς που πορευτήκαμε δίπλα στον Άγγελο Δεληβορριά, η μνήμη του θα φωτίζει τη ζωή μας με τρόπο μοναδικό, όπως μοναδικός υπήρξε και ο ίδιος. Θα αναζητούμε πάντα την εφηβική λάμψη των ματιών του, το ενθαρρυντικό του χαμόγελο, τη διαύγεια της σκέψης του, την παθιασμένη του προσήλωση στις μεγάλες αξίες, τη στοργή και την έγνοια του.

Για όλα όσα μας δίδασκε καθημερινά στα χρόνια της συνεργασίας μας, του οφείλουμε βαθιά ευγνωμοσύνη και μια υπόσχεση.

Να παραμείνουμε πιστοί στο όραμα που μας είχε εμπιστευθεί, διατηρώντας μέσα στη συντριβή μας τη φλόγα της αισιοδοξίας, όπως ο ίδιος θα ήθελε.

Θα τον θυμόμαστε και θα τον μνημονεύουμε.

ΆΓΓΕΛΕ ΧΑΙΡΕ ΚΑΙ ΣΥ»

Εμείς θα μνημονεύσουμε την ιστορική αυτή φιγούρα του πολιτισμού του τόπου μας μέσα από τα δικά του λόγια, όπως τα είχε πει ένα πρωινό επί του προσωπικού για τον Γιάννη Τσαρούχη με τον Γιώργο Μυλωνά, ο οποίος μας παραχώρησε τη συνέντευξη που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 25 Απριλίου στην εφημερίδα Φιλελεύθερος.

Συνέντευξη στον Γιώργο Μυλωνά

Τα τελευταία χρόνια, αθόρυβα αλλά καθημερινά, όπως άλλωστε το συνήθιζε, ο Άγγελος Δεληβορριάς «άνοιγε» από νωρίς το Μουσείο Μπενάκη, εργαζόμενος στο υπόγειο της βιβλιοθήκης. Ήταν καιρός πια ν’ ασχοληθεί με την «πρώτη αγάπη», την αρχαιολογία, και να πέσει στα δικά του γραπτά. Όσοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν, θα θυμούνται ως το τέλος, το γενναιόδωρο χαμόγελο, τη γεμάτη, ζεστή φωνή και τα πληθωρικά χέρια με τα οποία ο εκρηκτικός διευθυντής μιλούσε με πάθος και πείσμα για όσα ανέδειξε. Κι είναι πολλά αυτά που μας χάρισε ο «τρελός βορριάς», κατ’ αντιστοιχία με τον αρβανίτη παππού, τον προπάτορα «Δεληβορριά».

Με την αφορμή της έκθεσης Τσαρούχη στο Μπενάκη της Πειραιώς (2017), ο ωραίος άνδρας είχε «αποκαλυφθεί» σε μια αδημοσίευτη συνέντευξη, στο πρόσωπο του κορυφαίου ζωγράφου από το ξεκίνημά του ως αρχαιολόγος κι αργότερα, στο τιμόνι του Μουσείου Μπενάκη. «Είχαμε γερό σύνδεσμο με τον Τσαρούχη. Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς πρωτογνωριστήκαμε, γιατί τότε δεν είχα καμιάν απολύτως σχέση με το μουσείο Μπενάκη· και τον Μάνο Χατζιδάκι από την ίδια παρέα τον γνώρισα... Ο Τσαρούχης μού ’χε κάνει και το πορτρέτο, τότε βέβαια δεν υπήρχαν φαλάκρες!»

«Ξεχασμένη φρουρά»
«Όταν έκανε την Ξεχασμένη φρουρά (1956), είχα τελειώσει αρχαιολογίες κλπ., δεν είχα φύγει ακόμη έξω, κι είχα ανακαλύψει στα υπόγεια του Μουσείου της Ακρόπολης ένα κομμάτι, το πάνω δεξιά του ώμου και της ράχης – παριανό μάρμαρο, αριστουργηματικό – από το πρωτότυπο ενός αγαλματικού κήπου, που τον ξέρουμε από πολλά ρωμαϊκά αντίγραφα. Ο λεγόμενος τύπος της Αφροδίτης καθιστής Ολυμπιάδος. Πασίγνωστος αγαλματικός τύπος της κλασικής εποχής και, όπως καταλαβαίνεις, είχα πέσει με τρελό ενθουσιασμό... ήμουν τότε και πολύ νέος! Στην Εθνική Πινακοθήκη, πριν τις εργασίες, ήταν στο προστώο απ' έξω, στ’ αριστερά η Πηνελόπη του Δρόση και δεξιά το Ζευγάρι του Μέμου Μακρή. Του λέω "Γιάννη, βλέπεις αυτόν που κάθεται στην καρέκλα; Βρήκες, χωρίς να το ξέρεις, ένα φειδιακό μοτίβο." Ο ενθουσιασμός του δε λέγεται! Μου λέει: "Όλα τα προσχέδια αυτής της δημιουργίας είναι δικά σου..."

Έπειτα, ήρθαν χούντες, διάφορα, χαθήκαμε... ξαναβρεθήκαμε στο Παρίσι, μετά τη Γερμανία. Μέναμε τότε, στη rue Dauphine, ακριβώς απέναντι από το στέκι του Γιάννη. Όποτε ανοίγαμε το “πηγαδάκι”, ήταν πάρα πολύ συζητητικός, ψόφαγε για κουβέντα! Δε θα το ξεχάσω, γιατί σχεδόν λιποθύμησα! Μου λέει μια μέρα: "Τι τα θες, δεν είναι ράτσες αυτές, οι ευρωπαϊκές... αγνοούν το γλυκό του κουταλιού". Παθαίνω μια υπογλυκαιμία εκείνη τη στιγμή... ήμασταν στη Γαλλία, σου θυμίζω, κι εγώ το λάτρευα! Άλλοτε πάλι, πάμε μαζί με το Νίκο Κούνδουρο, στο άλλο σπίτι που είχε στην εξοχή, να μας διαβάσει τη μετάφραση που είχε κάνει στον Ορέστη του Ευριπίδη. Ήθελε, χωρίς συζήτηση, να το ανεβάσει το έργο, όπως ανέβασε τις Τρωάδες... την καλύτερη ίσως παράσταση αρχαίου ελληνικού δράματος που έχω δει, στην οδό Καπλανών. Και μου κάνει εντύπωση, που κανείς από τους κάφρους δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να το φιλμάρει! Ήταν πρωτοφανές: είχε γκρεμιστεί ένα παλιό σπίτι, κυριολεκτικά είχε γίνει ερείπιο, κι εκεί ανέβασε την παράσταση με κορυφαία του χορού, τη Σαπφώ Νοταρά. Εκάβη η Σμάρω Στεφανίδου... μιλάμε για θηρία!

Ήταν ένας άνθρωπος απίστευτης οξύνοιας και πολύ μεγάλου γνωστικού εύρους. Δεν τον είχα εκτιμήσει ακόμη, επειδή λάτρευα τον Διαμαντή τον Διαμαντόπουλο, κι αν έχω μετανιώσει για κάτι, είναι γιατί, όποτε βλεπόμασταν, δεν είχα ένα αντίστοιχο... ήταν μια άλλη κατηγορία ανθρώπου, αλλά θηριώδους μεγέθους. Δεν είχα μπορέσει ποτέ να καταλάβω το γιατί αυτής της ιστορίας (ενν. την απόσταση που είχαν οι δύο ζωγράφοι). Γι’ αυτό κι επάνω στου Χατζηκυριάκου Γκίκα έχω εκθέσει το πρωτότυπο της φωτογραφίας από το αρχείο του Πικιώνη, που είναι όλοι τους... Ναι, όλοι αυτοί ήταν η καλύτερη εποχή της Ελλάδας, η πιο δύσκολη ιστορικά, αλλά η πιο παραγωγική πνευματικά.»

Ειδικότερα για τον Τσαρούχη, πώς αποτιμάται το έργο του; «Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσε να γραφτεί η νεοελληνική ιστορία μέσα από τα έργα του: να διαβαστούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το υλικό άλλωστε που μας έχει αφήσει είναι τέτοιο, που δεν ξεμπερδεύουμε με τις δύο εκθέσεις. Προσφέρεται για αναρίθμητες επεξεργασίες, προσεγγίσεις, είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Δεν εξαντλείται.»

Ξεπερνά το εικαστικό: «Μα βέβαια. Οι εικαστικοί του πειραματισμοί, ιδίως του ’40 και του ’50 και όχι τόσο η νεοαναγεννησιακή περίοδός του, μιλάνε στην ψυχή μου, αλλά ό,τι κι αν έκανε... και βέβαια, ήξερε να ζωγραφίζει, κατείχε το σχέδιο!

Από εκείνον είχα γνωρίσει τον Ιόλα κι είχα προσπαθήσει να τον τουμπάρω ανεπιτυχώς. Μια ζωή έψαχνα για λεφτά, αφού για ό,τι έγινε εδώ στο Μπενάκη έπρεπε να βρίσκω χρήματα. Ήταν, βλέπεις, η περίοδος του παρά. Αλλά και τη Lila de Nobili’s από τον Τσαρούχη την γνώρισα. Ο Τσαρούχης ήταν η άλλη Ελλάδα!»