Artnews

Michael Grieve: Η φωτογραφία ως ένα τζαζ ταξίδι αυτογνωσίας

2018-05-09 20:08:00

© Μαρία Μαυροπούλου & Float.

Όσο περισσότερο κοιτάζεις τις φωτογραφίες του Michael Grieve που εκτίθενται αυτή την περίοδο στην γκαλερί Float. (έως 6 Ιουνίου), τόσο έχεις την αίσθηση ότι κοιτάζεις κάτι προσωπικό. Ανακαλύπτοντας τις φωτογραφίες στο χώρο της γκαλερί, -κυριολεκτικά στο υπόγειο, όπου εφοδιάζεσαι με ένα φακό και καλείσαι να τις βρεις μέσα στο απόλυτο σκοτάδι-, σε συνεπαίρνουν και εντυπώνονται στη μνήμη σου, διότι συνειδητοποιείς ότι γίνεσαι μέρος μιας ιδιαίτερης ιστορίας. Άλλωστε, περί αυτού πρόκειται: το πρότζεκτ «The Foriegner [sic]» που παρουσιάζει είναι το πρώτο σκέλος μιας φωτογραφικής τριλογίας που προέκυψε σε μια περίοδο που ο φωτογράφος έκανε ένα ταξίδι αυτογνωσίας στα ελληνικά νησιά, την Τουρκία, την Πολωνία, τη Γερμανία, το Μαρόκο, τη Γαλλία και τη Βρετανία.

Ο Grieve έχει διανύσει μακρά και σημαντική πορεία στο χώρο της φωτογραφίας. Πρώην αναπληρωτής αρχισυντάκτης του επιφανούς περιοδικού σύγχρονης φωτογραφίας 1000 Words, έχει διδάξει φωτογραφία σε πανεπιστήμια και σχολές καλών τεχνών στο Νόττιγχαμ, τη Βαρσοβία και το Βερολίνο και πλέον γράφει και φωτογραφίζει τακτικά για το British Journal of Photography. Παράλληλα, διευθύνει τα Berlin Foto Kiez International Photography Workshops, εργαστήρια φωτογραφίας που συνίδρυσε, τα οποία έχει στόχο προοδευτικά να δει να γίνονται μια ανεξάρτητη σχολή φωτογραφίας με βάση το Βερολίνο. Πρόσφατα, μάλιστα, αποφάσισε να κάνει έδρα του την Αθήνα, οπότε τον συναντήσαμε για να μάθουμε περισσότερα για τη φιλοσοφία του -στη ζωή και στη φωτογραφία.

Συνέντευξη στην Αννίτα Αποστολάκη

Παρόλο που κάποιες εικόνες σας είναι γνώριμες, αποτυπώνονται με έναν τρόπο που δεν είναι εύκολο να αναγνωρίσεις από πού προέρχονται.
Διότι δεν ενδιαφέρομαι να αποτυπώσω τοποθεσίες στις εικόνες μου. Δεν αποτελούν καταγραφές των εκάστοτε χωρών. Δε με ενδιαφέρει να αποτυπώσω τον τόπο, αλλά το συναισθηματικό «τόπο». Είναι καθαρά ενστικτώδης ο τρόπος με τον οποίο τραβάω φωτογραφίες -δε σκέφτομαι, δηλαδή, εκείνη τη στιγμή ότι δημιουργώ κάποιο έργο.

Πώς προέκυψε το «The Foriegner [sic]»;
Σε αυτό το έργο ήξερα ότι δεν ήμουν σίγουρος για το τι θα φωτογράφιζα, διότι ήθελα να αποτυπώσω μια εμπειρία ζωής, η οποία προφανώς δεν ήξερα πώς θα είναι. Ήμουν ένα είδος πρωταγωνιστή στην πραγματικότητά μου. Ήταν μια αφήγηση που ξεδιπλωνόταν όσο την ζούσα, αλλά και ένας τρόπος για να μάθω πράγματα για τον εαυτό μου που δεν ήξερα. Ξεκίνησε όταν έπαθα κρίση μέσης ηλικίας (στα 45 μου), η οποία για μένα εκφράστηκε ως υπαρξιακή κρίση. Αναρωτιόμουν ποιος είμαι, πώς έφτασα ως εδώ, τι με ικανοποιεί. Έκανα, λοιπόν, ένα βήμα πίσω, έφυγα από το Λονδίνο, ξεκίνησα ένα ταξίδι και αποφάσισα να το φωτογραφίσω, με έναν καθαρό, απλό τρόπο, αλλά με μια σκοτεινή αίσθηση.

Πόσο προβάλλετε τα συναισθήματά σας σε μια εικόνα; Θα λέγατε ότι οι φωτογραφίες φέρουν την προσωπική οπτική των φωτογράφων για το εκάστοτε υποκείμενο ή αντικείμενο;
Κάθε άλλο. Θεωρώ ότι επειδή υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο μαθαίνει ο κόσμος να φωτογραφίζει σήμερα, υπάρχουν τρόποι φωτογραφίας που επαναλαμβάνονται. Η φωτογραφία έχει γίνει στις μέρες μας πολύ στερεοτυπική: κάτι φωτογραφίζεται με τον τρόπο που θα περίμενες ότι θα φωτογραφηθεί. Είναι πολύ δύσκολο να μην πέσεις σε κλισέ όταν φωτογραφίζεις. Έτσι, ήθελα να συγκρατήσω τον εαυτό μου από το να μπει πολύ μέσα στη φωτογραφία. Ήθελα περισσότερο να δω τη φωτογραφία ως ένα περιγραφικό εργαλείο, να μη βαρύνω πολύ το project με νόημα και να έρθουν τα πράγματα από μόνα τους σε μια ελεύθερη μορφή, όπως σε έναν τζαζ αυτοσχεδιασμό τα πράγματα παίρνουν μορφή από μόνα τους.

Υπάρχει ένα ελεύθερο συναίσθημα στις συγκεκριμένες φωτογραφίες -όπως ελεύθερα το εμπνέει ένα τζαζ κομμάτι. Επικεντρώνεται κανείς στο συναίσθημα που εισπράττει από αυτά.
Διότι το project έχει να κάνει με την ατμόσφαιρα. Είμαι μεγάλος φαν του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Μου αρέσει η λεπτότητα με την οποία κινηματογραφούσε, αλλά και η υφέρπουσα αφήγηση. Πραγματεύεται πολύ το θάνατο και την επιθυμία. Ενώ τα πάντα φαίνεται να πηγαίνουν καλά, υπάρχει αυτό το μικρό μαύρο σύννεφο πάνω από το κεφάλι σου, γεμάτο συναισθήματα αποτυχίας, θανάτου ή άγχους για αυτά τα ζητήματα. Για μένα, ο τρόπος να το αντιμετωπίσω αυτό ήταν το να αγκαλιάσω αυτές τις βεβαιότητες -διότι ο θάνατος και η αποτυχία συγκαταλέγονται στις βεβαιότητες της ζωής. Οι φωτογραφίες που τραβάω μου λένε περισσότερα για τον εαυτό μου από αυτά που ήδη γνωρίζω για αυτόν.

Ποια είναι, λοιπόν, η στιγμή που αποφασίζετε να κοιτάξετε πίσω στο ταξίδι και να επεξεργαστείτε αυτά που τραβήξατε;
Τα ταξίδια ζωής είναι σαν τα μυθιστορήματα: η πραγματικότητα γίνεται περισσότερο ένα είδος φαντασίας, μια οπτασία που είναι δύσκολο να κατανοήσεις πλήρως. Για μένα το έργο ολοκληρώθηκε όταν πέθανε η μητέρα μου και μετακόμισα στο Βερολίνο. Το «The Foriegner [sic]» είναι μόνο το 10% του συνολικού έργου και όταν εκδοθεί το photobook θα ξεδιπλωθεί καλύτερα το αφήγημά του. Έχω ήδη ξεκινήσει το δεύτερο μέρος της τριλογίας, το οποίο είναι μια αντανάκλαση του πρώτου μέρους και έχει τίτλο «The problem is the answer».


© Μαρία Μαυροπούλου & Float.

Αυτό σημαίνει ότι όταν προβληματιζόμαστε με μια κατάσταση, αυτό μας δίνει τροφή για σκέψη για το πώς να πάμε στο επόμενο επίπεδο;
Ναι, φυσικά. Αυτό που φοβάμαι και δε μου αρέσει καθόλου είναι το να επαναπαύομαι. Ζούμε σε μια κοινωνία όπου ο κόσμος επαναπαύεται στο να πηγαίνει στη δουλειά, να γυρνάει σπίτι, να ανοίγει το Netflix, να τρώει πίτσα κτλ. Ζούμε σε έναν κόσμο κατανάλωσης με πολλές ζώνες ασφαλείας. Το ίδιο ισχύει και για τον κόσμο της τέχνης: υπάρχει πολλή ασφάλεια στην τέχνη. Δε λέω ότι το έργο μου είναι ριζοσπαστικό ή πρωτοποριακό, αλλά είναι μια ειλικρινής απάντηση σε όλο αυτό. Όταν κάποιος κάνει ένα έργο και το εννοεί πραγματικά, αισθάνεσαι την ουσία του.

Αναφέρεστε στο έργο τέχνης ή στο πόσο ο κόσμος της τέχνης έχει μπει σε ένα πνεύμα κατανάλωσης;
Όταν η τέχνη γίνεται επάγγελμα, χάνεται η ουσία της δημιουργίας. Είναι παραδοσιακός, ίσως ιδεαλιστικός ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα. Άλλωστε, δεν είμαι καριερίστας φωτογράφος. Ήμουν επαγγελματίας φωτορεπόρτερ για πολλά χρόνια, αλλά δεν είμαι επαγγελματίας φωτογράφος υπό την έννοια του ότι αφήνω πορτφόλιο σε γκαλερί ή κάνω φωτογραφίες για να μπουν σε μια γκαλερί. Δε με ενδιαφέρει. Αν είναι να έρθει, ας έρθει. 

Έλεγα στους μαθητές μου την πρώτη μέρα του μαθήματος: «Μην προσπαθήσετε να γίνετε επαγγελματίες φωτογράφοι, γίνετε ερασιτέχνες» και με κοίταζαν απορημένοι. Ήμουν επίτηδες προκλητικός, για να τους βάλω στη διαδικασία να σκεφτούν τι κάνουν. Δεν έχω κανένα θέμα με το να είναι κάποιος επαγγελματίας φωτογράφος, αλλά ήθελα να αναρωτηθούν γιατί κάνουν αυτό που κάνουν.

Ποια είναι, λοιπόν, η σχέση σας με τη φωτογραφία;
Η φωτογραφία κατασκεύασε την ταυτότητά μου από μία άποψη, αλλά από μία άλλη αποκάλυψε αυτό που είμαι. Ουσιαστικά, αυτό που κάνει είναι ότι θέτει υπό αμφισβήτηση την πραγματικότητά μου. Η σειρά «The Foriegner [sic]» μου επέτρεψε εκείνη την περίοδο να ερευνήσω τη σχέση μου με την πραγματικότητά μου πιο έντονα. Κάποιες εικόνες είναι πολύ απλές, πολύ άμεσες, χωρίς περίεργες οπτικές γωνίες. Δεν ήμουν πολύ επιμελής, η αλήθεια είναι, όταν τις τραβούσα -δε με ένοιαζε. Χρησιμοποιούσα οποιαδήποτε φωτογραφική μηχανή έβρισκα, είχα μία απέχθεια για τη φωτογραφία εκείνη την περίοδο, μια σχέση αγάπης-μίσους.

Μήπως αυτή η σχέση αγάπης-μίσους προέκυψε από το ότι κάνετε αυτήν τη δουλειά τόσον καιρό;
Θα έλεγα ότι είναι όπως σε ένα γάμο: όταν μπαίνεις για τα καλά στην πραγματικότητα μιας σχέσης, έχεις πολύ καλύτερη αντίληψη για αυτήν. Και η ιδανική εικόνα που είχες για τον άλλο άνθρωπο δεν είναι πια τόσο ιδανική. Το ίδιο ισχύει και με τη φωτογραφία, επειδή στη φωτογραφία δεν μπορείς να κάνεις τέχνη παρατηρώντας από απόσταση: πρέπει να είσαι εκεί, ενεργός την ώρα που φωτογραφίζεις, είναι μέρος των στιγμών της ζωής σου. Γι' αυτό περιλαμβάνει πολλές στιγμές αποτυχίας, οι οποίες έχουν μια δική τους ζωή.

Αυτή η αίσθηση αναζήτησης του εαυτού είναι ιδιαίτερα έντονη στις ερωτικές φωτογραφίες της έκθεσης.
Ήταν μια πολύ αληθινή κατάσταση. Το σεξ σε εκείνη τη φάση της ζωής μου είχε αποκτήσει μεγάλη σημασία. Δεν το είδα, όμως, από την ηδονοβλεπτική προσέγγιση ενός άνδρα φωτογράφου που τραβούσε φωτογραφίες μιας γυναίκας. Το αντιμετώπισα περισσότερο ως ένας συγγραφέας. Το να δεις το αιδοίο μιας γυναίκας με ένα τασάκι και ένα τσιγάρο δεν είναι μια ερωτική κατάσταση -έχει να κάνει με τα τετριμμένα στοιχεία της καθημερινότητας. Υπήρχε πολλή επιθυμία, αλλά νομίζω ότι ήταν περισσότερο επιθυμία για σύνδεση και θα έλεγα ότι, εν τέλει, αυτό το πρότζεκτ για μένα έχει πολύ να κάνει με το πώς συνδεόμαστε. 


© Μαρία Μαυροπούλου & Float.

Πώς βλέπετε όλη αυτή την προσοχή που πέφτει στη φωτογραφία τελευταία;
Από καταβολής, από την εποχή της camera obscura, η φωτογραφία είναι ένα δημοκρατικό μέσο. Όμως, τώρα έχει γίνει ακόμη μεγαλύτερη η ευθύνη του να είσαι φωτογράφος. Όλοι, πλέον, είναι φωτογράφοι και όλοι είναι καλλιτέχνες. Έχει γίνει πολύ εύκολο και έχει να κάνει με το πώς πουλάς τον εαυτό σου. Εμένα αυτό με έχει κάνει να αμφισβητώ όλο και περισσότερο τον εαυτό μου και το τι κάνω. Για μένα οι ταμπέλες και οι προσφωνήσεις δεν είναι κάτι το οποίο μπορείς να χρησιμοποιείς ελαφρά τη καρδία. Όπως αποκαλείς κάποιον καθηγητή όταν έχει δουλέψει πολύ, έχει κάνει έρευνα, έχει παράγει έργο, θεωρώ ότι θα έπρεπε να είναι το ίδιο και για τον καλλιτέχνη και το φωτογράφο. Αλλά η φωτογραφία είναι και εύκολη ως μέσο δημιουργίας. Έτσι, η ευθύνη αυτού που νοείται ως καλή φωτογραφία είναι ακόμη μεγαλύτερη στις μέρες μας. Η ποιότητα είναι πολύ δύσκολο να καθοριστεί.

Όταν ήμουν αναπληρωτής αρχισυντάκτης στο 1000 Words είχαμε ευθύνη, αλλά και ένα μεγάλο πρόβλημα. Σκεφτόμασταν: «Ποιοι είμαστε εμείς που θα αποφασίσουμε τι είναι και τι δεν είναι καλό;» Είναι πολύ σημαντικό να είσαι σοβαρός όταν εκφράζεις τον εαυτό σου και τον τοποθετείς στο έργο σου -να έχει, δηλαδή, αυτό μια βαρύτητα.

Προσωπικά, είμαι πιο κοντά στον Robert Frank: έχω μια πιο αυθόρμητη αντίληψη της φωτογραφίας, με περισσότερο συναίσθημα. Για παράδειγμα, η αντίληψη για το «The Foriegner [sic]» ήταν πολύ χαλαρή και οργανική. Ο τίτλος ήταν σημαντικός, γιατί είναι η άγκυρα που με κρατάει από το να μην ξεφύγω πολύ. Τον τίτλο τον είχα γράψει τυχαία ανορθόγραφα σε ένα χαρτί και όταν συνειδητοποίησα ότι έμοιαζε με το όνομά μου, αυτό δημιούργησε ένα σωρό άλλους συνειρμούς που υπήρχαν υποσυνείδητα. Το [sic] δίνει πάντοτε την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά. Η έννοια του έργου είναι συμπυκνωμένη στον τίτλο του. Ο Foriegner είναι ο πρωταγωνιστής στον τίτλο. Κάποιος που είναι ξένος στον εαυτό του αλλά και στον κόσμο.

Εκτός από το The problem is the answer, ο Michael Grieve ετοιμάζεται να επιμεληθεί μια έκθεση με φωτογραφίες του Boris Mikhailov αυτό το φθινόπωρο στη Float. Ακόμη, σχεδιάζει να κάνει και εδώ τα περίφημα Berlin Foto Kiez International Photography Workshops. Γι' αυτό, μείνετε συντονισμένοι!


Tags


Videos


Out & About


Πολιτιστικά Δρώμενα


Αρχαιολογία


Επικαιρότητα