Artnews

Δημήτρης Παπαϊωάννου: «Χορεύαμε μπροστά στην Πίνα Μπάους και τρέμαμε»

2018-05-09 14:17:00

© Julian Mommert & Tanztheater Wuppertal

«Τα ερωτήματα δεν σταματούν και η αναζήτηση ποτέ δεν τελειώνει∙ είναι ανεξάντλητη κι αυτό ακριβώς είναι που την κάνει μοναδική», είχε δηλώσει η θρυλική Πίνα Μπάους και το «πιστεύω» της, σαν οδηγός για το μέλλον, φιγουράρει στην ιστοσελίδα του περίφημου χοροθεάτρου που διατηρεί το όνομά της ως βαριά κληρονομιά. Εννέα χρόνια μετά το θάνατο της πρωτοπόρου χορογράφου που έφυγε στα 69 από καρκίνο, το νήμα στην αναζήτηση του ιστορικού θιάσου πιάνει ο Δημήτρης Παπαϊωάννου. Tο Tanztheater παρήγγειλε στον έλληνα δημιουργό ένα νέο έργο, το πρώτο που θα ερμηνεύσει επί σκηνής η διάσημη ομάδα και δε θα έχει την υπογραφή της εκλιπούσας. Το «New piece I», η τελευταία έμπνευση του δικού μας σκηνοθέτη, δεν είναι απλώς μια νέα πρόκληση σε μια διεθνώς αναγνωρίσιμη πορεία. Είναι ένα έργο – το παρθενικό του Παπαϊωάννου για άλλη ομάδα - που ανοίγει στο διάσημο χοροθεάτρο μια νέα σελίδα. Η παράσταση πρόκειται να ανεβεί στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου και η πρεμιέρα της (12 Μαΐου) αναμένεται με τεράστιο ενδιαφέρον στην πόλη που ταυτίστηκε με την Πίνα Μπάους, το Βούπερταλ.

Συνέντευξη στον Γιώργο Μυλωνά

Συχνά χαρακτηρίζετε τον εαυτό σας αυτοσχέδιο. Η πορεία της δουλειά σας, όμως, δείχνει το εντελώς αντίθετο.
Είμαι εργατικός, μου αρέσει να εργάζομαι στην τέχνη, είμαι φιλότεχνος. Μου αρέσει τόσο που μερικές φορές δεν ξέρω τι να την κάνω τη ζωή μου έξω από την τέχνη. Οπότε, για μένα είναι καθαρά προσωπικό ζήτημα, δεν αφορά δηλαδή καμιά «καριέρα». Αλλά είμαι τρομερά χαοτικός και το σημαντικότερο, δε γνωρίζω καμία τέχνη σε βάθος: ούτε χορογραφία, ούτε σκηνοθεσία, ούτε ζωγραφική. Εγώ μάθαινα την τέχνη μου κάνοντάς την, κι ακόμη μαθαίνω. Και τώρα στο Βούπερταλ, δεν είχα έτοιμη συνταγή. Κάτω από επείγουσες συνθήκες μπορώ να φέρω ένα έτοιμο σύστημα από το παρελθόν και να κατασκευάσω κάτι ευπαρουσίαστο. Αλλά είναι χρόνια που το αποφεύγω, γιατί έχω καταλάβει ότι η δουλειά μου γίνεται καλύτερη, όταν κολυμπάω στο χάος που εμπεριέχω.

Προσπαθώ να ανοίγω τις πιθανότητες για να διαλέγω τελικά, στοιχεία από τα ευτυχή ατυχήματα που συμβαίνουν μέσα στην καλλιτεχνική διαδικασία της έρευνας. Αυτό που λέω το γνωρίζει και ο ζωγράφος και ο τζαζίστας, το ξέρουν δηλαδή όσοι δουλεύουν ψάχνοντας. Πολλές λύσεις είναι τυχαίες, φευγαλέες λεπτομέρειες στη διάρκεια του εργαστηρίου, και η εγρήγορση του καλλιτέχνη έγκειται στο να αναγνωρίσει στο ατύχημα την ενδιαφέρουσα στιγμή.

Η άλλη πλευρά της προσωπικότητάς μου, συγκροτημένη, πρακτική και οργανωτική, με βοηθάει στην επικοινωνία με τους καλλιτέχνες που συνεργάζομαι, και με την ιδιότητά μου ως παραγωγός. Για παράδειγμα, μπορώ να γίνω χρήσιμος όταν φίλοι μου καλλιτέχνες χρειάζονται τη βοήθειά μου, να γίνω πολύ αποτελεσματικός σύμβουλος όταν είναι αυτοί βουτηγμένοι στο δικό τους δημιουργικό χάος και χρειάζονται συγκρότηση. Στην πραγματικότητα όμως είμαι χαοτικός, αναβλητικός και μου αρέσει τούτο: στην ανεύρεση του υλικού να δημιουργώ συνθήκες που να «παίζουν» σαν παιδιά χωρίς στόχο! Είμαι Ολυμπιονίκης στη αναβολή και στην «ασκοποβολή»! Στο τέλος, όμως, καταλήγω πάντα φορμαλιστής. Όλο αυτό βεβαίως με κάνει διπλή προσωπικότητα (γέλια).

Τώρα σας κάλεσαν να διδάξετε την ομάδα της Πίνα Μπάους.
Είναι η πρώτη φορά που δημιουργώ έργο για μία υπάρχουσα, άλλη ομάδα, αν και είναι κάτι που είχα αποφασίσει εδώ και χρόνια να μην κάνω. Μου έστησε μία παγίδα η ζωή από την οποία δεν μπορώ να ξεφύγω. Και χαμογελάω γι’ αυτό. Είναι ένα άνοιγμα που δοκιμάζει η περίφημη ομάδα του Βούπερταλ, για να δει πώς θα περπατήσει μετά από τόσα χρόνια με ένα συγκεκριμένο ρεπερτόριο. Οφείλω, όπως ολόκληρη η ανθρωπότητα, πολλά στην Πίνα Μπάους.


© Julian Mommert & Tanztheater Wuppertal

Τι δηλαδή;
Όπως χρωστάω στον Χατζιδάκι την συναισθηματική μου ωρίμανση, κατά τον ίδιο τρόπο, οφείλω στην ιδιοφυΐα της Πίνα Μπάους την πρώτη συνταρακτική εμπειρία μου στην παραστατική τέχνη, παρακολουθώντας το «Café Müller». Επομένως, όσο κι αν φοβάμαι, δε θα μπορούσα να συμφιλιωθώ με τον εαυτό μου αν αρνιόμουν μια τέτοια πρόκληση.

Πρακτικά, πώς προέκυψε η συνεργασία;
Η νέα καλλιτεχνική διευθύντρια της ομάδας, Αντόλφε Μπάιντερ, με είχε προσεγγίσει πριν τρία χρόνια, αμέσως μετά το «Still life», όταν είχα πρωτοκλείσει να κάνω την τελετή έναρξης των πρώτων Ευρωπαϊκών Αγώνων. Είχαμε μια πολύωρη κουβέντα μέσω Skype, για να δημιουργήσω ένα νέο έργο για την ομάδα της οποίας τότε ήταν καλλιτεχνική διευθύντρια, το Gothenburgballet. Τελικά, δεν το επιχείρησα, όπως πάντα σε ανάλογες προτάσεις. Όταν όμως ανέλαβε το Χοροθέατρο του Βούπερταλ, επανέλαβε την πρότασή της και το ψήσαμε για περίπου ένα χρόνο.

Γιατί τόσος χρόνος;
Το πρόβλημά μου είναι ότι είμαι αυτοσχέδιος και χρειάζομαι χρόνο. Η μόνη πολυτέλεια που μου έχει χαρίσει η επαγγελματική μου επιτυχία με τα περιφερειακά της δουλειάς μου (τις τελετές και τα music shows που έκανα παλιότερα), είναι η οικονομική μου ανεξαρτησία, δηλαδή χρόνος. Κι είναι πολύς αυτός! Οι νέες δημιουργίες με αυτές τις ομάδες, συνήθως γίνονται σε έξι με οκτώ εβδομάδες. Είναι κάτι το οποίο εγώ δεν έχω την ικανότητα να κάνω. Βρέθηκε τελικά η κατάλληλη φόρμουλα, που μου προσφέρει λίγη από την πολυτέλεια του χρόνου που χρειάζομαι και το κλείσαμε.

Η σχέση σας με την Μπάους;
Δεν ήμασταν φίλοι, αλλά είχα τη χαρά και την τιμή να νιώσω την αγκαλιά της αρκετές φορές. Φάγαμε μαζί μετά από παραστάσεις της κι εκεί φλυαρήσουμε και μεθύσαμε μαζί. Μου έδινε τη γνώμη της για πράγματα που έκανα και είχα χορέψει μπροστά της τη Μήδεια. Είναι παρόμοιο με τον Χατζιδάκι, όπως είπα πριν. Και μαζί του πέρασα αρκετές ώρες όπου έκανα αξέχαστες κουβέντες, αλλά δεν ήμασταν φίλοι. Όπως και με τον αγαπημένο μου κύριο Ντίνο Χριστιανόπουλο. Με τον Τσαρούχη αντιθέτως, ήμουν στο περιβάλλον του, μαθήτευσα κοντά του, τον έζησα.

Η πρώτη φορά που συναντηθήκατε; Πώς την θυμάστε;
Καταρχάς το πρώτο σημαντικό πράγμα που είδα ποτέ στη ζωή μου ζωντανά, ήταν το «Café Müller», όπως είπα πριν, στο Ηρώδειο. Είχα δει προηγουμένως τον Jiri Kylian, πάλι στο Ηρώδειο με το Nederland’s ballet, μια χορογραφία όπου μου είχε «φύγει το κεφάλι»! Αλλά όταν είδα το «Café Müller» ήταν κάτι εντελώς σοκαριστικό. Μια εμπειρία εφάμιλλη της επαφής με το έργο του Κιούμπρικ, του Ταρκόφσκι, του Βαν Γκογκ. Ήταν, όμως, η πρώτη φορά που είδα τι μπορεί να συμβεί ζωντανά, επάνω στη σκηνή. Το μέγεθος δηλαδή της δύναμης που έχει η σκηνική τέχνη! Το ένιωσα -δε λέω ότι το κατάλαβα, αλλά ότι συνταράχτηκα από αυτό.

Την ίδια την γνώρισα πρώτη φορά, όταν ήμασταν καλεσμένοι στο φεστιβάλ της Κωνσταντινούπολης. Ήταν η εναρκτήρια παράσταση με την πρώτη εκδοχή της «Μήδειας» (σημείωση: Μήδεια η Αγγελική Στελλάτου και Ιάσονας ο Δημήτρης Παπαϊωάννου). Εκείνη τη βραδιά το φεστιβάλ τιμούσε την Πίνα Μπάους, όπου ακολουθούσε παράστασή της. Αμέσως μετά το κλείσιμο μας αναζήτησε και μας αγκάλιασε.


© Julian Mommert & Tanztheater Wuppertal

Αυτή σας αναζήτησε;
Χορεύαμε μπροστά της και τρέμαμε! Μόνο εμείς ξέραμε τι συνέβαινε μέσα μας, ήταν ένα είδος θεότητας για εμάς. Και ήταν και μια εποχή, όχι τόσο ανοιχτή σ' εμάς τους Έλληνες για το τι γίνεται στη διεθνή σκηνή. Πριν από το Φεστιβάλ Καλαμάτας της Μαραγκοπούλου και το Φεστιβάλ Αθηνών του Λούκου, που μας άνοιξαν τα μάτια. Μόνο η Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Μελίνας και το Κέντρο Δελφών του Τερζόπουλου μας είχαν δείξει τι μπορεί να συμβεί επί σκηνής. Η Πίνα Μπάους ήταν ένας μύθος κι είχε πέσει σα βόμβα όταν πρωτοήρθε στο Ηρώδειο. Η παράσταση αυτή άλλαξε όλο το τοπίο. Λίγα χρόνια μετά την αγκάλιαζα!

Αναρωτιέμαι πώς σκέπτεστε τη διαχείριση του έργου; Οφείλει ο χορογράφος να «υπακούσει» στο ύφος της ομάδας ή ο θίασος να έρθει κοντά του;
Μιλάμε για έναν ολοκληρωμένο θίασο με χαρακτήρα. Μέσα στο μυαλό και την καρδιά μου η συνολική αίσθηση που έχω από τη δουλειά της Πίνα Μπάους είναι ζωντανή. Δεν επιθυμώ να κάνω κανένα κόλπο. Το καλό έργο, όμως, γίνεται με τις ιεροσυλίες του, την τόλμη του και τις ανατροπές του. Έτσι, θέλω δε θέλω, κάνω ένα δικό μου έργο με σεβασμό στο υλικό που διαθέτω.

Σας ρωτώ γιατί είναι βαριά η σκιά της Πίνα Μπάους και είναι η πρώτη φορά που αναλαμβάνει κάποιος «απ’ έξω».
Πράγματι, είναι σαν παγίδα. Έχω απόλυτη επίγνωση. Και είναι σαφές ακόμη, ότι σε μεγάλο βαθμό δε θα μπορέσει το κοινό να δει με «αγνά» μάτια αυτό που θα παρουσιάσω. Πάντοτε θα υπάρχει η τεράστια ιστορία, αυτή που άλλαξε την πορεία της παραστατικής τέχνης και είναι στενά δεμένη με αυτήν την ομάδα. Κάνω, λοιπόν, με ανοιχτή καρδιά το καλύτερο που μπορώ.

Ποια είναι η φιλοδοξία σας στο «New piece I»,;
Να γίνει ένα καλό έργο, να χτιστεί μέσα από αμοιβαία εμπιστοσύνη, ει δυνατόν αγάπη. Και βέβαια να δημιουργηθεί ένα έργο που θα έχει μια κάποια ευεργετική λειτουργία στους θεατές.

Αυτό που κατάφερε η Μπάους με τη μεγάλη Τέχνη της είναι ότι μέσα από την αλχημιστική της δυνατότητα, δεν είχε πια σημασία το τι ήταν αυτή καθεαυτή η παράσταση∙ αλλά ότι έβγαινες «μπανιαρισμένος» μετά την εμπειρία. Συνειδητοποίησα μετά από χρόνια ότι βγαίνοντας από μια παράσταση της Μπάους, ήμουν εξανθρωπισμένος, συμφιλιωμένος με τους συνανθρώπους μου, έτοιμος να αγαπήσω πιο εύκολα. Αυτό είναι μια τερατώδης λειτουργία της τέχνης. Κάτι να γλυκάνει σε ένα βαθύ επίπεδο τους ανθρώπους. Αυτό εννοώ ευεργετική λειτουργία κι αυτό θα μ’ έκανε υπερήφανο.


Tags


Videos


Out & About


Πολιτιστικά Δρώμενα


Αρχαιολογία


Επικαιρότητα