Artnews

Άγγελος Παπαδημητρίου: «Ο Πανιάρας μου άνοιξε τη μυστική πόρτα της Ευρώπης»

2018-05-20 16:31:00

Μάχιμος λειτουργός της τέχνης απ’ όπου κι αν την υπηρετεί, ο Άγγελος Παπαδημητρίου παραμένει ένας έφηβος, σαν το άγαλμα της φωτογραφίας δίπλα του. Κι αυτό γιατί φέρει τη φλόγα του νέου ανθρώπου, που ρίχνεται με ένταση σε ό,τι αγαπά. Είτε στα εικαστικά από όπου ξεκίνησε, είτε στο θέατρο και το τραγούδι, ο Παπαδημητρίου έχει το χάρισμα ενός περφόρμερ, που με χιούμορ και ελαφράδα διακωμωδεί, ενώ μας μιλά με μια σπάνιας ευαισθησίας ποιητική φωνή για τα πιο σοβαρά πράγματα. Με αυτά τα υλικά είναι φτιαγμένη η εγκατάσταση «κήπου» που ο καλλιτέχνης θα δείξει το καλοκαίρι στην αίθουσα τέχνης Citronne του Πόρου.

Από τις ελάχιστες νησιωτικές γκαλερί που φιλοξενούν κάθε χρόνο σημαντικούς δημιουργούς, η Citronne έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια μια μοναδική συνεργασία με το Αρχαιολογικό Μουσείο Πόρου. Ανάμεσα στα αρχαία, φέρνει έργα τέχνης σύγχρονων ελλήνων καλλιτεχνών, σε ένα γόνιμο διάλογο με την κλασική παράδοση. Φέτος, έχει την τιμητική του στο νησί ο Κώστας Πανιάρας, με μια διπλή αφιερωματική έκθεση σε μουσείο και γκαλερί. Ο σπουδαίος δημιουργός που έφυγε από τη ζωή το ’14 σε ηλικία 80 ετών, συνομιλεί με τον Παπαδημητρίου σε ένα καθεστώς, όπου η επιμελήτρια της έκθεσης Τατιάνα Σπινάρη – Πολλάλη προτάσσει ως κοινό θεματικό άξονα, τη μνήμη.

Συνέντευξη στον Γιώργο Μυλωνά

Χωρίς περιστροφές, ο Παπαδημητρίου λέει στην εφημερίδα Φιλελεύθερος για τη συνάντηση στον Πόρο: «Ζω την ωραία εποχή των “όχι”. Και μόνο αν με κεντρίσει κάτι λέω ναι. Η Τατιάνα με κέρδισε σαν πρόσωπο και μόλις μου ανέφερε το περιεχόμενο της έκθεσης και βέβαια το όνομα του Πανιάρα, δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη».

Ο Πανιάρας, όπως και εσείς, καταγόταν από το Κιάτο. Η σχέση σας είναι μόνο καταγωγική;
Ο Κώστας ήταν πολύ στενός φίλος της οικογένειάς μου. Κι έτσι τον έχω στο νου μου, μια σχέση βιολογική, αιμάτινη, τόσο κοντινός μου που λογίζεται σα συγγενής. Τότε, οι δικοί μου και ο Κώστας, χωρίς να θέλω να ακουστεί ως μεγαλοστομία, ανήκαν σε έναν κύκλο αρχόντων, που ήταν μορφωμένοι, χαριτωμένοι, με σχετική οικονομική άνεση. Παρά τη διαφορά της ηλικίας μας (20 χρόνων περίπου), μοιραζόμασταν μια υπόγεια αλητεία. Κι αυτός κι εγώ, σε σχέση με τους γονείς μας, ήμασταν τα κακά παιδιά της οικογένειας κι αυτό μας ένωσε. Εγώ βέβαια έκανα ζημιές μόνο στην τέχνη, στη ζωή ήμουν καθωσπρέπει, ενώ αυτός…

Πώς τον θυμάστε;
Ήταν ωραίο «μούτρο». Πειραχτήρι, αθυρόστομος, λαμπερός, ένας χαριτωμένος άνδρας που γοήτευε τους πάντες. Και οι γυναίκες τον λατρεύανε! Δεν υπήρξε φίλη που να μην τον ερωτευτεί. Επίσης, με μάγευε πάρα πολύ η περιπέτεια του Κώστα με τον Σάχη και τη Φαράχ Ντιμπά (τρίτη σύζυγος του Σάχη, φημισμένη για την ομορφιά της). Ήταν συμμαθητής της Φαράχ στη Γαλλία και κάνανε το ταξίδι Παρίσι – Τεχεράνη ως να ήταν Κολιάτσου – Παγκράτι. Είχα υποψιαστεί ότι κάποτε είχε έρθει σε έκθεσή του, αλλ’ αυτό μπορεί να είναι και παιδική φαντασίωση.

Πότε είδατε δουλειά του Πανιάρα;
Ήμουν παιδάκι όταν ήρθε από το Παρίσι κι έκανε την πρώτη του έκθεση εδώ. Όπου βέβαια γέλαγε το πανελλήνιο! Επειδή είχα συλλάβει το «χωριό» που ζούμε, σκέφτηκα ότι για να γελάνε, να κοροϊδεύουν και μην καταλαβαίνουν αυτό που κάνει ο Κώστας – τότε, δεν πρέπει να ήταν ούτε 25 χρονών – φέρνει κάτι από έναν άλλο κόσμο. Και μπαίνει στο μυαλό μου η ιδέα ότι υπάρχει κάτι έξω, πέρα από αυτό που ζούμε εδώ. Ο Πανιάρας ουσιαστικά ήταν ο πρώτος που μου ξεκλείδωσε κάτι μοναδικό: την τέχνη, τα γράμματα, τον πνευματικό κόσμο. Και άθελά του, μου άνοιξε τη μυστική πόρτα της Ευρώπης και της καινούργιας τέχνης στο εξωτερικό.

Σας καθόρισε, λέτε, καλλιτεχνικά.
Μικρό στα χρόνια, σίγουρα με είχε εντοπίσει, γιατί έλεγε στη μητέρα μου «αυτός κάτι είναι». Του οφείλω όμως πολύ περισσότερα. Ξυπνούσε ένα παιδί από την Ελλάδα που ήταν χωμένο σε μια νάρκη. Με τη δουλειά του είχα ένα μυστικό διάλογο. Τον «εκμεταλλεύτηκα» υπόγεια σα δάσκαλο κι έχει μεγάλη σημασία αυτό. Τότε κατάλαβα ότι έχω πρόσβαση και σε έναν άλλο χώρο. Όταν πήγα στη Βακαλό, είχα ήδη την έπαρση του Ευρωπαίου. Ήξερα τι σημαίνει η τέχνη έξω από αυτά που ζούσαμε εδώ.

Αργότερα, όταν αρχίσατε να εκθέτετε, κρατήσατε επικοινωνία;
Βέβαια, εγώ είχα το εργαστήρι μου στην Αράτου 1, δίπλα στη θάλασσα (Κιάτο) κι αυτός επάνω στο τέρμα του ίδιου δρόμου, οπότε τον πείραζα ότι δήθεν ήμουν προνομιούχος. Συνεχώς πειραζόμασταν. Είχα θάρρος μαζί του και μου τσιγκλούσε με ωραίο τρόπο το μυαλό.

Τι σας έλεγε δηλαδή;
Μου έλεγε κοροϊδευτικά, αλλά γεμάτος αγάπη, «πώς βγάζεις εσύ, ένας βλαχοέλληνας, αυτόν τον ευγενή κόσμο του διαφωτισμού»; «Κώστα μου το αίμα είναι, εσείς είστε κτηματίες, ενώ εμείς είμαστε διανοούμενοι!», γιατί η δική μου οικογένεια είχε εμπόρους και επιστήμονες.

Μεγαλώσαμε και κάποια στιγμή, φτάσαμε να εκθέτουμε μαζί στις «Νέες Μορφές». Γνώρισα τη γυναίκα του κι αγαπηθήκαμε πολύ. Πάντα με πρόσεχε και παρακολουθούσε ό,τι έκανα. Θυμάμαι μου έλεγε «θα σε πάρω να γνωρίσεις τον Ιόλα» και απαντούσα δήθεν απαξιωτικά: «δε θέλω ρε παιδί μου, αυτά είναι για σας τους ξεπερασμένους». Γελούσε πολύ. Όταν πρωτοέβαλα το κιτς μέσα στην τέχνη, με κοίταζε έκπληκτος. Μου έλεγε εγώ σου έμαθα αυτό, εσύ με μαθαίνεις αυτό…

Και είχε το θάρρος να το παραδεχτεί;
Α βέβαια, δεν υπήρχε πιο ακομπλεξάριστος άνθρωπος από τον Πανιάρα. Άλλωστε, του είχα εξομολογηθεί πόσο καταλυτική ήταν η επίδρασή του: «αχ με τσαντίζει, του έλεγα, αλλά σε ευγνωμονώ».

Άρα, το σπόρο στον «κήπο» που θα δείξετε στον Πόρο, τον οφείλετε τρόπον τινά στον Πανιάρα.
Ακριβώς έτσι, τα λουλούδια μου, ό,τι καλλιεργώ, γλυπτά, προβολές η δουλειά μου στο θέατρο, είναι ο κήπος μου. Ένα έργο αυτοβιογραφικό και φόρος τιμής στους δασκάλους μου: τη Βακαλό, τον Μαυροείδη και τον Πανιάρα. Καλλιεργώ τους σπόρους που μου έδωσαν αυτοί οι άνθρωποι.

Καθώς το γεγονός έχει και αφιερωματικό χαρακτήρα, πώς αποτιμάτε το έργο του;
Δεν τιμήθηκε όσο έπρεπε ο Kώστας. Ήταν μια προσωπικότητα που η ζωή του ερχόταν σε αντίθετο ρεύμα με τη γενική ατμόσφαιρα περί τέχνης. Η ατμόσφαιρα ήθελε λίγο κακομοιριά, λίγο πόνο, λίγο λαϊκισμό και, βέβαια, φολκλόρ. Ο Κώστας, ο Σκυλλάκος και ο Κανιάρης κάνανε άλλη τέχνη. Κι αυτοί ήταν που με στοίχειωσαν.

Είχε το σαράκι που έμεινε στο «χωριό»;
Ο Πανιάρας ήταν Έλληνας. Δε δεχόταν να πολιτογραφηθεί έξω, να γίνει, ας πούμε, Ιταλός για να κάνει καριέρα. Ήταν από μεγάλη, ευτυχισμένη οικογένεια. Και δεν ξεγελάστηκε ποτέ, όπως οι νεόπλουτοι Έλληνες που το «έξω» τους έκανε κάτι και την πάτησαν! Δυστυχώς, συνομήλικοί μου και νεότερα παιδιά φύγανε με αυτό το όνειρο και μαράζωσαν.

Έχουμε καιρό να δούμε εικαστική δουλειά σας. Γιατί;
Έχω πολύ καιρό να εκθέσω, γιατί πιστεύω ότι όταν σταματήσει η έμπνευση, δε χρειάζεται να αντιγράφεις τον εαυτό σου. Γι’ αυτό και στην κορυφή της εικαστικής καριέρας μου, πέρασα με ένα σάλτο στο θέατρο και ξεκίνησα από το μηδέν. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα στην τέχνη από το να παριστάνεις τον εαυτό σου. Αν δεν είναι αληθινό αυτό που βγαίνει, ας μη βγει καθόλου!

Στις 21 Ιουλίου ο Άγγελος Παπαδημητρίου εγκαθιστά στον Πόρο μια προσωπική αντίληψη μνήμης. Στην εγκατάσταση Ο κήπος χρησιμοποιεί διάφορα εικαστικά μέσα, επί παραδείγματι γλυπτά και προβολή βίντεο, με τα οποία συνθέτει ένα ατομικό παράδεισο-κήπο. Ο κήπος αυτός έχει θεατρική διάσταση. Συνδυάζει θεματικά και μορφικά στοιχεία από διάφορες περιόδους του παρελθόντος, μέσα στα οποία εγκαθίστανται τα προσωπικά του βιώματα. Από τη σύνθεση αυτή προκύπτει μία τρισδιάστατη αφήγηση, ένα αφηγηματικό tableaux. Ο θεατής καλείται να αφομοιωθεί με το έργο· τον προσκαλεί και τον προκαλεί η ανοιχτή πόρτα του φράχτη. Δεν έχετε παρά να τον ανοίξετε!

Στην έκθεση με τίτλο Αμφιθυμία της Μνήμης που παρουσιάζεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πόρου εκτίθενται για πρώτη φορά τα τελευταία επιζωγραφισμένα γλυπτά του Κώστα Πανιάρα από την ενότητα Αφροδίτη. (Διάρκεια έκθεσης έως 30 Σεπτεμβρίου 2018.)