Artnews

Κατερίνα Γρέγου: «Η τέχνη θέλει χρόνο -είναι ένα είδος σεβασμού απέναντι στον καλλιτέχνη και το έργο του»

2018-08-24 20:17:00

Από το 2010 το Ίδρυμα Schwarz ήρθε και τάραξε τα πολιτιστικά νερά της Σάμου με το πρώτο μουσικό φεστιβάλ που διοργάνωσε στο νησί. Από το 2012 ήρθαν να προστεθούν στις δράσεις του εκπαιδευτικά προγράμματα για τα εικαστικά, προβολές και εκθέσεις στο χώρο που διατηρεί στο νησί, το Art Space Pythagorion, ενεργοποιώντας έτσι το τοπικό κοινό και προσελκύοντας φιλότεχνους από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα τελευταία τρία καλοκαίρια, μάλιστα, τις εκθέσεις του Art Space Pythagorion επιμελείται η διεθνούς βεληνεκούς Ελληνίδα επιμελήτρια Κατερίνα Γρέγου, η οποία λίγο πριν τα εγκαίνια της φετινής έκθεσης στις 3 Αυγούστου, βρισκόταν στη Ρίγα της Λετονίας για να επιμεληθεί την πρώτη έκδοση της νεοσύστατης μπιενάλε της πόλης. Παρά το βαρύ πρόγραμμά της, καταφέραμε να μιλήσουμε μαζί της, όχι μόνο για την έκθεση που επιμελείται στη Σάμο, αλλά και για την επιμέλεια μεγάλων εκθέσεων, το χρόνο που αφιερώνουμε στα έργα τέχνης και φυσικά, την ελληνική καλλιτεχνική σκηνή.

Συνέντευξη στην Αννίτα Αποστολάκη

Ακόμη μία χρονιά στο Ίδρυμα Schwarz στη Σάμο. Πώς αποτιμάτε την πορεία του καλλιτεχνικού προγράμματος του ιδρύματος και την ανταπόκριση που έχουν μέχρι στιγμής οι εκθέσεις στο τοπικό κοινό;
Μία έκθεση που λαμβάνει χώρα στην περιφέρεια πάντα θέλει μεγαλύτερη προσπάθεια και μακροχρόνια επένδυση για να μπορέσει να έχει ανταπόκριση σε ένα κοινό που – ένα μεγάλο κομμάτι του – δεν είναι εξοικειωμένο με τη σύγχρονη τέχνη. Αυτή ήταν και η πρόκληση με το Art Space Pythgorion, και κάτι που με τράβηξε στην Σάμο από το 2016. Είναι η 3η χρονιά που συνεργάζομαι με το Ίδρυμα Schwarz και μπορώ να πω ότι η ανταπόκριση του τοπικού κοινού είναι ολοένα αυξανόμενη.

Σε αυτό έχουν βοηθήσει πολύ και τα συστηματικά εκπαιδευτικά προγράμματα που διοργανώνουμε από το 2016, υπό την εξαιρετική επιμέλεια της εικαστικού Κατερίνας Ζαχαροπούλου. Κάθε χρόνο πάνω από 1.000 παιδιά και 150 καθηγητές σχολείων προσέρχονται στον εκθεσιακό χώρο για να παρακολουθήσουν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και τα σεμινάρια για τους καθηγητές. Και εκεί βρίσκεται και το μελλοντικό κοινό. Προσωπικά πιστεύω πάρα πολύ στον εκπαιδευτικό ρόλο που μπορεί να παίξει η τέχνη, τόσο διευρύνοντας τους ορίζοντες του καθενός, όσο και στη μετάδοση της γνώσης.

Το ίδιο ισχύει και για το φεστιβάλ μουσικής που διοργανώνει το Ίδρυμα Schwarz, το οποίο έχει και αυτό αναπτύξει τους φίλους του. Το κοινό πάντα χτίζεται και δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Και όλες οι μορφές πολιτισμού και γραμμάτων χρειάζονται εκπαίδευση. Οι περιπτώσεις των έργων τέχνης «που μιλάνε από μόνα τους» είναι λίγες. Και πολλές φορές όταν μιλάνε «από μόνα τους», δε λένε απαραίτητα και πολλά...

Η φετινή έκθεση που επιμελείστε με τίτλο «Ανατομία της πολιτικής μελαγχολίας» έχει έντονη πολιτική χροιά, η οποία δεν έλειπε και από τις προηγούμενες εκθέσεις. Σας δημιουργεί μια αίσθηση του κατεπείγοντος η τοποθεσία του χώρου σε ένα νησί που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της προσφυγικής κρίσης;
Σαφέστατα οι εκθέσεις που κάνω ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες όπου λαμβάνουν χώρα (π.χ. η πρώτη έκθεση που επιμελήθηκα για το Ίδρυμα Schwarz το 2016 που είχε θέμα την προσφυγική κρίση και την προβληματική γύρω από αυτήν, τόσο όσο σε πολιτικό και ανθρωπιστικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο της αναπαράστασης). Σαφέστατα, επίσης, η Σάμος είναι σε ένα κομβικό γεωγραφικό σημείο – 1,2 μόλις χιλιόμετρα από τα παράλια της Τουρκίας – και σύνορο μεταξύ Ευρώπης και Τουρκίας. Και αυτό είναι κάτι που λαμβάνουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας στον προγραμματισμό μας. Γενικά, όμως, η δουλειά μου εδώ και 15 χρόνια έχει συγκεκριμένο επιμελητικό άξονα: διερευνά τη σχέση τέχνης, κοινωνίας και πολιτικής, με επίκεντρο τα ζητήματα της δημοκρατίας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων, του καπιταλισμού, της κρίσης, των κοινωνικοπολιτικών αλλαγών και των μεταβαλλόμενων διαδρομών της παγκόσμιας παραγωγής. Όλα αυτά τα θέματα μου δημιουργούν επίσης την αίσθηση του κατεπείγοντος.


Γιώργος Πρίνος, Guide, 2016, από τη σειρά φωτογραφιών «Prosaic» ©Γιώργος Πρίνος

Κάποιοι λένε ότι η πολιτική τέχνη δεν μπορεί να βιωθεί κατάλληλα σε μεγάλες διοργανώσεις, όπως η documenta και η Μπιενάλε της Βενετίας. Θεωρείτε ότι εκθέσεις μικρότερης κλίμακας και πιο συμπυκνωμένες μπορούν να θέσουν πιο ξεκάθαρα ερωτήματα και να προβληματίσουν τους θεατές;
Δε συμφωνώ καθόλου. Εξαρτάται πώς είναι οργανωμένες επιμελητικά και χωροταξικά, τι είδους καλλιτέχνες και έργα συμπεριλαμβάνονται, και πόσο χρόνο διαθέτει και ο επισκέπτης. Σαφέστατα οι τεράστιες εκθέσεις με τους δεκάδες καλλιτέχνες και τους πολλαπλούς χώρους απαιτούν πολύ χρόνο, που δεν έχουν απαραίτητα όλοι οι θεατές τη σήμερον ημέρα.

Αυτό, όμως, είναι ένα γενικότερο πρόβλημα που δεν έχει να κάνει με «πολιτική» η μη πολιτική τέχνη. (Θεωρώ π.χ. ότι η documenta της Αθήνας με τους 45 χώρους δεν ήταν κάτι ρεαλιστικό για τους θεατές, ακόμα και αν ήταν Αθηναίοι.) Σίγουρα, οι εκθέσεις με πιο δύσκολο περιεχόμενο θέλουν περισσότερο χρόνο από μια πιο ανάλαφρη ή «ποπ» έκθεση.

Αλλά όλες οι μορφές τέχνης που σέβονται τον εαυτό τους και το θεατή θέλουν χρόνο. Από την πλευρά μας, εμείς οι επιμελητές πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν μας το χρόνο των θεατών και να τον σεβόμαστε, καθώς και να δημιουργούμε τα εργαλεία που χρειάζονται ώστε να βοηθήσουν στην ανάγνωση των έργων. Και από την άλλη πλευρά, και οι θεατές πρέπει να είναι διατεθειμένοι να αφιερώσουν χρόνο για να δουν μια έκθεση. Η σχέση επιμελητή / καλλιτέχνη / θεατή θα πρέπει να είναι, λοιπόν, αμφίδρομη.

Δυστυχώς, όμως, βρισκόμαστε στην εποχή της βιασύνης, της γρήγορης κατανάλωσης, της ανυπομονησίας και του «σκαναρίσματος». Η τέχνη θέλει χρόνο και ο χρόνος είναι και ένα είδος σεβασμού απέναντι στον καλλιτέχνη και το έργο του/της. Οφείλουμε να δώσουμε σαν επισκέπτες το χρόνο μας στη θέαση της τέχνης, όπως και ο καλλιτέχνης έχει επενδύσει χρόνο για το έργο του. Γενικά, η επιβράδυνση – σε πολλούς τομείς της σύγχρονης αστικής ζωής - δε θα έβλαπτε κανένα μας. Αυτό σίγουρα ισχύει και για την πρόσληψη της σύγχρονης τέχνης.

Έχετε τη βάση σας και δραστηριοποιείστε κυρίως στο εξωτερικό. Πώς κρίνετε την ελληνική εικαστική σκηνή; Τι σας ενθουσιάζει και τι θα θέλατε να δείτε να συμβαίνει;
Καταρχάς δεν είμαι σύμφωνη με τη λέξη «σκηνή», γιατί σε κάθε χώρα υπάρχουν διαφορετικές «σκηνές», διαφορετικοί καλλιτέχνες και διαφορετικές πρακτικές. Έτσι, θεωρώ ότι οποιαδήποτε τέτοιου είδους ονομασία κινδυνεύει από γενίκευση. Αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια είναι οι πρωτοβουλίες των καλλιτεχνών και οι μη-κερδοσκοπικοί οργανισμοί και χώροι που έχουν δημιουργηθεί από αυτούς. Η κρίση μπορεί να δυσκόλεψε τους καλλιτέχνες ακόμα περισσότερο, αλλά τουλάχιστον τους ενεργοποίησε και δεν περιμένουν ούτε από την πολιτεία, ούτε απαραίτητα από τον ιδιωτικό τομέα.

Θα ήθελα η πολιτεία να μπορούσε να μεριμνά περισσότερο για τους καλλιτέχνες – και να υποστηρίζει περισσότερο την καλλιτεχνική παραγωγή (όπως συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης μέσω θεσμών όπως το Mondriaan Fund στην Ολλανδία, το Danish Arts Council στην Δανία, το IASPIS στην Σουηδία, το OCA στην Νορβηγία, το IFA στην Γερμανία, και άλλους τέτοιους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς όπως το SAHA στην Τουρκία). Στην Ελλάδα, οι εικαστικοί καλλιτέχνες ως επί το πλείστον είναι εντελώς μόνοι τους, πολλές φορές ακόμα και αν έχουν γκαλερί που τους αντιπροσωπεύει. Οι ευκαιρίες είναι λίγες, και γι’ αυτό οι καλλιτέχνες είναι, ως επί το πλείστον, αναγκασμένοι να δραστηριοποιηθούν οι ίδιοι η να φύγουν για το εξωτερικό. Η χώρα μας ποτέ δεν έδινε βαρύτητα στον σύγχρονο πολιτισμό και με την κρίση τα πράγματα – που ήταν ήδη δύσκολα για τους καλλιτέχνες – έχουν γίνει ακόμα πιο δύσκολα.

Ανατομία της πολιτικής μελαγχολίας, Art Space Pythagorion, Πυθαγόρειο Σάμου, έως 30 Σεπτεμβρίου 2018


Ariane Loze, Impotence, 2017 ©Ariane Loze

Διόρθωση: Στο εισαγωγικό κείμενο της συνέντευξης αναφερόταν ότι το Ίδρυμα Schwarz δραστηριοποιείται στη Σάμο από το 2012. Το ίδρυμα διοργάνωσε το πρώτο μουσικό φεστιβάλ του το 2010 και το 2012 άνοιξαν οι πόρτες του Art Space Pythagorion.