Artnews

Σοφία Βάρη: «Η Αθήνα έχει όλα τα φόντα να γίνει μια διεθνής πολιτιστική πρωτεύουσα»

2018-09-07 17:40:07

Συνέντευξη στην Αννίτα Αποστολάκη

Λουλούδια του κρασιού και της νύχτας, φίδια του πολέμου, ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, ένας νοτιάς, ένας άνδρας που κινείται και ένα σημείο ακινησίας... Αυτοί είναι μερικοί από τους τίτλους που έχει δώσει στα γαλλικά η Σοφία Βάρη στα 16 έργα που παρουσιάζονται στην έκθεση Φόρμες και Αντιθέσεις στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ). Τα μνημειακών διαστάσεων γλυπτά της σε άσπρο και μαύρο χρώμα βρίσκονται προσεκτικά τοποθετημένα στην ΑΓΟΡΑ του ΚΠΙΣΝ, δίπλα στο κανάλι και μοιάζουν σα να βρίσκονταν εξαρχής εκεί.

Αυτή ήταν και η μεγάλη πρόκληση για την καλλιτέχνιδα: να βρει έναν τρόπο να τα ενσωματώσει πλήρως στο περιβάλλον. Η αρχική σκέψη της Βάρη ήταν να χρησιμοποιήσει κόκκινο χρώμα μαζί με το μαύρο, αλλά τελικά κατέληξε στο λευκό που «επιβάλλεται μεν, αλλά δεν ξεχωρίζει» σε συνδυασμό με το ελληνικό φως και την ιδιοσυγκρασία του κτιρίου. Έτσι, τα έργα της δένουν αρμονικά με το φως και τη θάλασσα που τόσο αγαπά και την εμπνέει και είναι φανερά συγκινημένη από την τιμή που αισθάνεται ότι της έγινε με την πρόσκληση να παρουσιάσει τα έργα της σε έναν τόσο εντυπωσιακό χώρο όπως το ΚΠΙΣΝ.

Δεν ήταν τυχαία, βέβαια, η επιλογή της Σοφίας Βάρη για την πρώτη εγκατάσταση γλυπτών στο νέο τοπόσημο της Αθήνας: είναι μια διεθνής Ελληνίδα καλλιτέχνιδα που έχει παρουσιάσει τα έργα της σε περισσότερες από 100 ατομικές εκθέσεις παγκοσμίως, σε μουσεία όπως το Palazzo Vecchio στη Φλωρεντία, το Palazzo Bricherassio στο Τορίνο, το Ludwig Museum στο Κόμπλεντς και το Pera Museum στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στο δημόσιο χώρο, όπως στο Saint-Germain-des-Prės στο Παρίσι. Η τελευταία είναι μια έκθεση που ξεχωρίζει, καθώς έγινε σε μία από τις αγαπημένες της γειτονιές όταν σπούδαζε στην École des Beaux-Arts στο Παρίσι στα τέλη της δεκαετίας του '50: «μια ζωγράφος που ήθελε να γίνει γλύπτρια», όπως προσδιορίζει η ίδια τον εαυτό της.

Έχει σκεφτεί άραγε αν αυτή η τάση που είχε εξαρχής προς τη γλυπτική έχει σχέση με τον τόπο γέννησής της, την Αθήνα; «Φυσικά. Ως Ελληνίδα, η πρώτη επαφή μου με την τέχνη ήταν τα αρχαία μαρμάρινα γλυπτά», μου απαντά. Μοιάζει ταιριαστό το ότι και εκείνη χρησιμοποιεί ως επί το πλείστον μάρμαρο και μπρούντζο κατά βάση για να υλοποιήσει τα έργα της.

Έχει πειραματιστεί με άλλα υλικά; «Είχα επεξεργαστεί σε κάποια φάση έργα μου σε ξύλο, ενώ έχω κάνει και ένα ανάγλυφο με εποξικά και σκόνη μαρμάρου, το οποίο έχω σπίτι μου. Όμως, τα άλλα υλικά δε μου δίνουν την ικανοποίηση που μου δίνουν το μάρμαρο και ο μπρούντζος. Αυτά είναι υλικά που διαρκούν στο χρόνο και ενώ εμείς μπορεί να “φεύγουμε”, τα έργα μας θα μείνουν», λέει στα ΝτΤ.

Για τα γλυπτά που παρουσιάζει στο ΚΠΙΣΝ επέλεξε τον μπρούντζο, καθώς «είναι αδύνατο να κάνεις τέτοιου μεγέθους έργα σε μάρμαρο». Πρόκειται για την πιο ώριμη δουλειά της, η οποία εξισορροπεί την κίνηση με την ακινησία, το φως με το σκοτάδι, το βαρύ και το ελαφρύ, το συμπαγές και το εύθραυστο. Ακόμη και τα εντελώς αντίθετα χρώματα του γιν και του γιανγκ, το μαύρο και το άσπρο, μπλέκονται αρμονικά.

Το ίδιο ισχύει και για το πλήθος αναφορών από τις οποίες αντλεί επιρροές κατά τη δημιουργία των έργων της: εκτός από την αρχαία ελληνική τέχνη -και δη την κυκλαδική-, το εκπαιδευμένο μάτι εντοπίζει στοιχεία από την τέχνη των αρχαίων Αιγυπτίων, των Μάγια, των Ολμέκων, αλλά και την αισθητική του Κυβισμού και του Σουρεαλισμού. «Θαυμάζω την αρμονία που βρίσκεται στις συνθέσεις των αρχαίων καλλιτεχνών και αυτό προσπαθούσα να επιτύχω ανέκαθεν μέσα από τα έργα μου», μου λέει. Είναι κάτι που προσπαθεί να διδάξει και στους ανερχόμενους καλλιτέχνες που έχουν αναζητήσει τη συμβουλή της.

Μοιάζει απογοητευμένη, όμως, από τη νοοτροπία που παρατηρεί στη νέα φουρνιά καλλιτεχνών: «Σκέφτονται κυρίως πώς θα δημιουργήσουν κάτι το πρωτότυπο, κάτι το καινοτόμο, χωρίς να εστιάζουν στο πώς θα επιτύχουν την ισορροπία και την αυθεντικότητα στο στυλ τους». Προβληματισμένη είναι, επίσης, με την εμμονή που έχει γίνει στην εποχή μας η αγορά για τους καλλιτέχνες: «Δε γίνεται να αφιερώνεις περισσότερο χρόνο και φαιά ουσία για το πώς θα μπεις σε μία έκθεση και θα πουλήσεις τα έργα σου, από το πώς θα τα δημιουργήσεις. Οι μεγάλες εκθέσεις και πωλήσεις μπορεί να μην έρθουν ποτέ. Το πιο σημαντικό είναι να γεμίζεις τον εαυτό σου με την τέχνη σου», δηλώνει στα ΝτΤ η Σοφία Βάρη.

Όντας παντρεμένη από το 1976 με το γνωστό Κολομβιανό καλλιτέχνη Φερνάντο Μποτέρο, ζει και εργάζεται έκτοτε μεταξύ Ελλάδας, Παρισιού, Μονακό και Πιετρασάντα. Με όλη αυτή την προσοχή λόγω της κρίσης αλλά και της documenta14, πιστεύει ότι η Αθήνα έχει τα φόντα να γίνει μια διεθνής πρωτεύουσα της τέχνης; «Η Ελλάδα θα είναι για πάντα πηγή έμπνευσης λόγω του παρελθόντος της. Το πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι τείνουμε να μένουμε προσκολλημένοι σε αυτό χωρίς να κοιτάζουμε να δημιουργήσουμε στο παρόν μία νέα κληρονομιά για το μέλλον. Αυτήν τη στιγμή η Αθήνα έχει γίνει ελκυστική λόγω της κρίσης, καθώς όλες οι δύσκολες καταστάσεις προκαλούν έντονα συναισθήματα στους καλλιτέχνες. Το θέμα είναι, όμως, να βρούμε έναν τρόπο να εξισορροπήσουμε με τη λογική αυτά τα συναισθήματα και να μάθουμε να συνεργαζόμαστε. Μόνο έτσι θα μπορέσει να γίνει η πόλη μια πραγματική καλλιτεχνική πρωτεύουσα».

Μέγιστης σημασίας για αυτό βρίσκει το να επιστρέψουν κάποια στιγμή οι νέοι Έλληνες που έχουν αποδημήσει στο εξωτερικό: «Χρειάζεται να βγαίνεις στο εξωτερικό για να αποκτάς εμπειρίες, νέες παραστάσεις και εικόνες που εμπλουτίζουν το είναι σου, αλλά οι νέοι πρέπει να επιστρέψουν στην Ελλάδα, εάν θέλει αυτή η χώρα να έχει μέλλον». Η ίδια μπορεί να μη γύρισε, αλλά σε κάθε της έκθεση στο εξωτερικό μου εκμυστηρεύεται ότι αισθάνεται το βάρος της ευθύνης που έχει ως Ελληνίδα να εκθέτει γλυπτική και να εκπροσωπεί τη μακραίωνη παράδοσή μας στην τέχνη.

Τα έργα της, λοιπόν, στέκονται επάξια στο ΚΠΙΣΝ που έχει συμβάλει τα μέγιστα στο να ακουστεί με θετικό πρόσημο η Αθήνα στο εξωτερικό τα τελευταία δύο χρόνια και ελπίζουμε κάποια από αυτά να βρουν μία μόνιμη θέση δίπλα στο κανάλι, καθώς είναι απαραίτητη μια εικαστική προσθήκη στο δραστήριο κέντρο πολιτισμού. 

Σοφία Βάρη, Φόρμες και Αντιθέσεις, Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, έως 7 Οκτωβρίου 2018

Φωτογραφίες: Νίκος Μαλιάκος