Artnews

Ο άνθρωπος Μόραλης αποκαλύπτεται

2018-09-21 16:12:00

Τα έργα του κοσμούν μερικά από τα πιο κεντρικά σημεία του δημόσιου χώρου της Αθήνας, όπως την πρόσοψη του ξενοδοχείου Χίλτον και το σταθμό του μετρό Πανεπιστήμιο. Ο λόγος φυσικά για τον Γιάννη Μόραλη (1916-2009), στον οποίο είναι αφιερωμένη η μεγάλη αναδρομική που παρουσιάζει το Μουσείο Μπενάκη στο κτήριο της οδού Πειραιώς 138, σε συνεργασία με την Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου (ΕΠΜΑΣ), το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ) και την γκαλερί Ζουμπουλάκη.

«Πώς μπορούμε να προσεγγίσουμε το έργο του Μόραλη, έτσι ώστε να αποκαλύψουμε μια νέα πλευρά του καλλιτέχνη στο κοινό;», αναρωτήθηκαν οι συντελεστές της έκθεσης. Πράγματι, πώς να χωρέσεις στα τετραγωνικά μέτρα του ισογείου του μουσείου 60 χρόνια δημιουργικής πορείας ενός ανθρώπου που στα 31 του, το 1947, έγινε ο πιο νέος τακτικός καθηγητής που εκλέχθηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ); «Θα θέλαμε τρία Μουσεία Μπενάκη για να παρουσιάσουμε όλα τα έργα του», είπε χαρακτηριστικά ο επιμελητής της έκθεσης Νίκος Παΐσιος, διευκρινίζοντας ότι τα 400 έργα που παρουσιάζονται, πολλά από τα οποία είναι σχετικά άγνωστα και παρουσιάζονται για πρώτη φορά, είναι μόλις το 10% της καλλιτεχνικής παραγωγής του Μόραλη.

Γι' αυτό, αποφάσισαν να εστιάσουν στο πιο σημαντικό ίσως χαρακτηριστικό του, την προσωπικότητά του, και να αναδείξουν τον «άνθρωπο Μόραλη», ανιχνεύοντας την πορεία του εξελικτικά σε σχέση με τον περίγυρό του, ο οποίος τροφοδοτούσε ασταμάτητα τη δημιουργία του. Από την είσοδό του στην έκθεση ακόμα, ο θεατής συναντά μια προσωπογραφία του φιλολόγου και μετέπειτα ακαδημαϊκού Σωτήρη Κουγέα (1946), ο οποίος, ως οικογενειακός φίλος, ανέλαβε την κηδεμονία του Μόραλη μετά το θάνατο του πατέρα του σε τροχαίο δυστύχημα το 1937. Εκεί βρίσκεται και μια αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη από εκείνη τη σημαδιακή χρονιά, μαζί με τον αδελφικό του φίλο Νίκο Νικολάου, καθώς και μια αυτοπροσωπογραφία με μπερέ.

Οι κυβιστικές αναφορές στο συγκεκριμένο έργο προέκυψαν από τη μετακόμιση του Μόραλη εκείνη τη χρονιά, το 1937, στο Παρίσι, όπου, μετά από ένα εξάμηνο στη Ρώμη, σπούδασε τοιχογραφία και μωσαϊκό στην École des Arts et Métiers, με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών. Με το που φτάνει, πάει με το στενό του φίλο και καλλιτέχνη Χρήστο Καπράλο στην Έκθεση του Παρισιού για να δει στο περίπτερο της Ισπανίας την «Γκερνίκα» του Πικάσο. Παρόλο που έμεινε άναυδος από το magnum opus του μεγάλου ζωγράφου, δεν υιοθέτησε ποτέ πλήρως την κυβιστική τεχνοτροπία, αλλά την μετέπλασε στην πορεία σε ένα καθαρά δικό του αφαιρετικό ζωγραφικό ιδίωμα.


Γιάννης Μόραλης, Γυμνό, 1947 ©Μουσείο Μπενάκη

Η σχεδιαστική δεινότητα του Μόραλη είναι προφανής από τα έργα της εφηβείας του, με τα οποία ξεκινά η έκθεση: οι δύο αυτοπροσωπογραφίες του 1932, καθώς και τα γυμνά από την ίδια περίοδο, μαρτυρούν γιατί είχε θεωρηθεί παιδί-θαύμα και του είχε επιτραπεί να παρακολουθεί τις Κυριακές στην ΑΣΚΤ ήδη από το 1927 (!). Όμως, στα μέσα της δεκαετίας του '50 αποφασίζει να απλοποιήσει τις φόρμες του και να παραστήσει τις μορφές του με αφηρημένα γεωμετρικά σχήματα, όπως στο «Ζευγάρι» του 1963. Ένα από τα πιο δυνατά στοιχεία της αναδρομικής έκθεσης του Μουσείου Μπενάκη είναι ότι μας δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε αυτήν τη μετάβαση, τοποθετώντας παράλληλα ρεαλιστικά και πιο αφαιρετικά έργα από την ίδια περίοδο, όπως τους πίνακες με τους οποίους εκπροσώπησε ο Μόραλης την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας του 1958, μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη, σε επιμέλεια Τώνη Σπητέρη.

Οι γυναίκες της ζωής του είναι πανταχού παρούσες στην έκθεση: τόσο στις ρεαλιστικές προσωπογραφίες των πρώιμων χρόνων, όπως στην αυτοπροσωπογραφία του με την πρώτη σύζυγό του Μαρία Ρουσσέν (1943), όσο και στις αφαιρετικές συνθέσεις. Μία από αυτές θα συναντήσουμε και στην ενότητα όπου παρουσιάζονται για πρώτη φορά τα κοστούμια που ο Μόραλης φιλοτέχνησε για το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου, από όπου ξεκίνησε η μακροχρόνια φιλία του με τον Μάνο Χατζηδάκι. Άλλωστε, όπως χαρακτηριστικά είπε η διευθύντρια της ΕΠΜΑΣ κ. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, «ο έρωτας και ο θάνατος ήταν τα δύο πράγματα που καθόριζαν τη ζωή και τη φιλοσοφία του» -κάτι που αποδεικνύουν οι αφαιρετικές ερωτικές συνθέσεις που ζωγράφιζε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Αυτές κυριαρχούν στην τελευταία ενότητα της έκθεσης, η οποία είναι αφιερωμένη στην ύστερη περίοδο της καλλιτεχνικής δημιουργίας του και στη μακρόχρονη συνεργασία του με την γκαλερί Ζουμπουλάκη. Εδώ βρίσκονται και τα κοσμήματα που είχε σχεδιάσει -μια φυσική συνέχεια της αγάπης του για τις εφαρμοσμένες τέχνες, η οποία άνθισε ιδιαίτερα από το 1962 που πρωτοσυνεργάστηκε με την κεραμίστα Ελένη Βερναρδάκη για το περίπτερο του ΕΟΤ στου Φιλοπάππου. Η φιλία τους κράτησε μέχρι το τέλος και τα κεραμικά έργα που προέκυψαν από αυτήν έχουν περίοπτη θέση στην έκθεση, όπως και η εντυπωσιακή ταπισερί «Βυθισμένη Πολιτεία» (1963), μαζί με ένα μεταλλικό τραπέζι με αγγέλους επάνω, τους οποίους σχηματοποιούσε ως διπλούς πελέκεις.

Πολυσχιδής και πολυπράγμων, αλλά και μοναχικός, εσωστρεφής, «κοσμοκαλόγερος», όπως τον είχαν αποκαλέσει, ο Γιάννης Μόραλης μένει αξέχαστος, σχεδόν δέκα χρόνια μετά το θάνατό του, στους φίλους και συνεργάτες του, αλλά και σε όσους είχαν την τύχη να είναι μαθητές του. «Μοιάζει σαν η παρουσία του, η αύρα του, να είναι ακόμα ζωντανή», σχολίασε συγκινημένη η κ. Πέγκυ Ζουμπουλάκη, η οποία θυμάται ακόμη τα καπέλα του, τις καμπαρντίνες του και την απόλυτη τάξη και οργάνωση στα ατελιέ του στην Αθήνα και στην Αίγινα, το νησί που είχε ως δεύτερο σπίτι του. Οι θεατές έχουν τη μοναδική ευκαιρία να τα γνωρίσουν, καθώς στην ρετροσπεκτίβα αυτή εκτίθεται για πρώτη φορά φωτογραφικό υλικό από τους τόπους αναφοράς του καλλιτέχνη.

Συνολικά, κινούμενο στο πνεύμα μιας εποχής που ο κόσμος θέλει να γνωρίσει την ανθρώπινη πλευρά των ιστορικών προσώπων, το Μουσείο Μπενάκη έχει καταφέρει ακριβώς αυτό, στήνοντας μία μνημειακή έκθεση. Και ποια καλύτερη περίπτωση καλλιτέχνη για να το κάνει αυτό από τον Γιάννη Μόραλη, ο οποίος ήταν ένας «σπουδαίος ζωγράφος που αξίζει να βρει τη θέση του ανάμεσα στους άλλους Ευρωπαίους ζωγράφους», σύμφωνα με τον κ. Διονύση Καψάλη, διευθυντή του ΜΙΕΤ. Ο Γιάννης Μόραλης ανήκε σε μια δημιουργική μετεμφυλιακή Ελλάδα, αλλά αυτή η έκθεση αποδεικνύει ότι παραμένει επίκαιρος, διότι διαθέτει μια γοητεία που ασκούν μόνο οι καλλιτέχνες που έχουν αποκτήσει κλασική αξία, με την έννοια του διαχρονικού.

Αννίτα Αποστολάκη

Γιάννης Μόραλης, Μουσείο Μπενάκη / Πειραιώς 138, έως 5 Ιανουαρίου 2018

Κύρια φωτογραφία άρθρου: Ο Γιάννης Μόραλης στην Αίγινα το 1989. Φωτογραφία: Καίτη Τσεκένη. ©Αρχείο Μόραλη, ΜΙΕΤ


Γιάννης Μόραλης, Επιτύμβιο, 1958 ©Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου