Artnews

Ανταπόκριση από το 64ο Ομπερχάουζεν

2018-10-01 17:21:28

Ο δημοσιογράφος και ντοκιμαντερίστας Θοδωρής Σκριβάνος επισκέφτηκε φέτος το φεστιβάλ κινηματογράφου Ομπερχάουζεν και μας μεταφέρει τις εντυπώσεις του από τη Μέκκα του μικρού μήκους. Εκεί είδε τη «δική μας» κινηματογραφίστρια Εύα Στεφανή να παραλαμβάνει το μεγάλο βραβείο της κριτικής επιτροπής του διεθνούς διαγωνιστικού με το έργο της «Χειρόγραφο».

Το φετινό 64ο φεστιβάλ του Ομπερχάουζεν είχε 5.921 συμμετοχές, από 139 διαφορετικές χώρες. Στο διεθνές διαγωνιστικό επιλέχθηκαν 53 ταινίες από 33 χώρες. Πέρα από τις Γερμανικές συμμετοχές (που περιλαμβάνονται στο γερμανικό διαγωνιστικό και έχουν πάντα εξαιρετικό ενδιαφέρον), προβλήθηκαν ταινίες από τη Λιθουανία, την Αίγυπτο, τη Βραζιλία, τη Φιλανδία, την Ινδία, μεταξύ άλλων «εξωτικών» χωρών.

Κατά γενική ομολογία, όμως, η ταινία που ξεχώρισε φέτος είχε ελληνική υπογραφή. Το μεγάλο βραβείο της κριτικής επιτροπής του διεθνούς διαγωνιστικού (δεύτερο σε κατάταξη, αλλά ουσιαστικό ισότιμο σε αναγνώριση με το «πρώτο» που απονέμει η πόλη του Ομπερχάουζεν) απέσπασε η Εύα Στεφάνη με το «Χειρόγραφο». Πρόκειται για μια δωδεκάλεπτη νυχτερινή περιπλάνηση στην Αθήνα την άνοιξη του 2017. Σε αυτήν, η Μόλι (γυναίκα ή σκύλος, δεν αποσαφηνίζεται ποτέ αυτό), διασχίζει την πόλη και μπαινοβγαίνει σε παρόν και παρελθόν. Αρχειακό υλικό αναμειγνύεται με εικόνες της σύγχρονης Αθήνας. Η ποιητική ματιά της (πρωτοεμφανιζόμενης στο συγκεκριμένο φεστιβάλ) Εύας Στεφανή δεν παρέπεμπε στις «εγκεφαλικές» και «τυποποιημένες» ταινίες που αναμένει να παρακολουθήσει κανείς στο Ομπερχάουζεν, και συγκίνησε. Η βράβευση της Στεφάνη (η οποία μάλιστα βρίσκεται στην τριάδα των καλλιτεχνών, μεταξύ των Ζάφου Ξαγοράρη και Πάνου Χαραλάμπους, που θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην ερχόμενη 58η Biennale Βενετίας) αποτελεί τη μεγαλύτερη διάκριση ελληνικής ταινίας στο συγκεκριμένο φεστιβάλ. Είχε προηγηθεί, βέβαια, η διάκριση της Μαρίας Κουρκούτα το 2014, με την «Επιστροφή στην Οδό Αιόλου», μια ελληνογαλλική παραγωγή που απέσπασε το βραβείο του τηλεοπτικού καναλιού ARTE για την ευρωπαϊκή μικρού μήκους που ξεχώριζε από το διεθνές διαγωνιστικό. Την ελληνική παρουσία στο φετινό φεστιβάλ, συμπλήρωσε η Ειρήνη Βιανέλλη με το «Icebergs» -ίσως το πιο αξιομνημόνευτο stop motion μικρού μήκους του φεστιβάλ, το οποίο βασίζεται στο βιβλίο του Ευθύμη Φιλίππου, «Σκηνές». Η δημιουργός φιλτράρει με το ιδανικότερο τρόπο το «παράξενο» σύμπαν του Φιλίππου: σκηνοθετεί μαεστρικά, με ελλειπτικό μοντάζ και εξαιρετική αίσθηση του κάδρου, μια υπαρξιακή, μαύρη κωμωδία που αποτελείται από 14 μικρές (συχνά κωμικοτραγικές) βινιέτες από τη ζωή ανέκφραστων χαρακτήρων, σε καθημερινές καταστάσεις.


Η Εύα Στεφανή μιλά για την ταινία της

Οι ταινίες μικρού μήκους που προέρχονται από την ελληνική παραγωγή σπανίως έχουν αντίκτυπο ή απασχολούν τα μεγάλα φεστιβάλ. Ενώ μέχρι πρόσφατα, οι Έλληνες δημιουργοί ήταν απόντες από το Ομπερχάουζεν. Οι φιλοδοξίες της (ιδιόρρυθμης) ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής εξαντλούνται συνήθως στο πώς θα παραχθεί η μεγάλου μήκους. Η μικρού μήκους έρχεται πάντα σε δεύτερη μοίρα και δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ως αυτόνομο είδος. Συνιστά κάτι που αφορά αποκλειστικά τους νέους «μικρομηκάδες», οι οποίοι προσλαμβάνουν τη μικρού μήκους ως το αναγκαίο σκαλοπάτι που θα τους οδηγήσει στη μεγάλου και δεν επανέρχονται ποτέ ξανά σε αυτή ως ώριμοι δημιουργοί. Ενώ για την πλειοψηφία αποτελεί το αναγκαίο μέσο πιστοποίησης επαγγελματικών δεξιοτήτων για να εισέλθει στην αγορά εργασίας της τηλεόρασης και του κινηματογράφου.

Το φετινό πρόγραμμα εμπλουτίστηκε με τέσσερις νέες ενότητες: η «Conditonal Cinema» σε επιμέλεια του Φινλανδού κινηματογραφιστή Μίκα Τανίλα, περιλάμβανε ζωντανές περφόρμανς. Η «re-selected» παρουσίασε αρχειακές κόπιες σε φιλμ που προέρχονταν από την πολύτιμη συλλογή του φεστιβάλ, (στη διάρκεια ενός προγράμματος 70 λεπτών, είχα τη τύχη να παρακολουθήσω τρία αριστουργήματα: «Νύχτα και Καταχνιά» του Αλεν Ρενέ, «Ελεγεία» του Ζόλταν Χουσάρικ και «Rangierer» του Γιούργκεν Μπέτχερ). Η πρωτότυπη ενότητα «Labs», σε επιμέλεια Βασίλη Μπούρικα (ο συγκεκριμένος επιμελητής ανήκει από το 2015 στην ομάδα επιλογής ταινιών για το διεθνές διαγωνιστικό και είχε την ευθύνη του συντονισμού των εν λόγω προβολών), εξετάζει τη διεθνή παραγωγή σε φιλμ που προέρχονται από ερασιτεχνικά εργαστήρια και κολεκτίβες, τα λεγόμενα «labs». Χαρακτηριστικοί και ίσως πιο γνωστοί εκπρόσωποι αυτών των εργαστηρίων αποτελούν τα «L’ Abominable» με έδρα το Παρίσι και «Worm» στο Ρότερνταμ. Πρόκειται για ομάδες κινηματογραφιστών που τραβούν κατά το πλείστον σε φιλμ 16 χιλιοστών, επεξεργάζονται και εμφανίζουν «στο χέρι» οι ίδιοι τις ταινίες τους. Αν και εκτός διαγωνιστικού πλαισίου, το συγκεκριμένο πρόγραμμα είχε μεγάλη απήχηση, όλες οι προβολές ήταν sold-out. Οι θεατές κατακλύστηκαν από εικόνες υπό τον ήχο των φορητών μηχανών προβολής 16 mm, που βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα. Έγινε αισθητή η πρόθεση του φεστιβάλ να διασώσει την κουλτούρα του σελιλόιντ και την τεχνογνωσία της προβολής σε φιλμ 16 mm. Τέλος, στην ενότητα «Lectures» δόθηκαν διαλέξεις από διάφορους εκπροσώπους του κινηματογραφικού και εικαστικού στερεώματος -ίσως η μοναδική «παραφωνία» στο πρόγραμμα: ο σοβαροφανής «ακαδημαϊσμός» και η «θεωρητικοποίηση» του σινεμά (μια πρακτική που έρχεται ως δάνειο από τον εικαστικό χώρο) δείχνει παράταιρη σε ένα καθαρόαιμο κινηματογραφικό φεστιβάλ.

To διεθνές διαγωνιστικό, κινήθηκε σε υψηλό επίπεδο. Παρόλο που δεν απουσίασαν ταινίες αρκετά συμβατικές στην αφήγηση τους, ακόμη και αυτές κατάφερναν για κάποιο αδιόρατο λόγο να συζητηθούν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, το ντοκιμαντέρ-πορτρέτο για τον εκκεντρικό σουηδό χίπι και ποιητή Μπενγκτ Ο Μπιόρκλουντ, που εστιάζει στο πέρασμα του από τις τουρκικές φυλακές τη δεκαετία του ’70 και στο γεγονός ότι υπήρξε ο πραγματικός συγκρατούμενος στο «Εξπρές του Μεσονυκτίου»του Αλαν Πάρκερ. Σε μια συναρπαστική συζήτηση που ακολούθησε την προβολή, εξηγούσε ότι η εμπειρία στις τούρκικες φυλακές ήταν λιγότερο σκληρή και τραυματική σε σχέση με το πώς την απέδωσε ο Ολιβερ Στόουν στο σενάριο που υπέγραψε: εκεί δίνονταν περισσότερες ελευθερίες σε σχέση με τις Σουηδικές, όπου μεταφέρθηκε μερικά χρόνια αργότερα.

Το μεγάλο βραβείο της πόλης του Ομπερχάουζεν, απέσπασε φέτος ο 54χρονος Ντεϊμάντας Ναρκάβιτσους, από τους πιο συνεπής και γνωστούς λιθουανούς καλλιτέχνες στη διεθνή σκηνή, με το άκρως πειραματικό και φορμαλιστικό, «Dėmės ir įbrėžimai» («Κηλίδες και γρατζουνιές»). Μια ταινία 3D που αναμειγνύει γρατζουνιές πάνω στο σελιλόιντ με αρχειακό υλικό το οποίο περιλάμβανε στιγμιότυπα από την προετοιμασία για το αντεργκράουντ ανέβασμα της ροκ όπερας «Jesus Christ Superstar», στη Βίλνα των αρχών του 1970. Εντυπωσίασε με τη νεωτερικότητα στον χειρισμό των υλικών και την ανανεωτική ματιά που έφερε πάνω στο κουρασμένο είδος του «πειραματικού». Μια από τις πιο εντυπωσιακές οπτικά ταινίες ήρθαν από τη Ρωσία: στο δεκαπεντάλεπτο «Gimny Moskovii» («Οι Ύμνοι της Μόσχας») του Ντιμίτρι Βένκοφ. Η κάμερα αναποδογυρισμένη, καταγράφει -με ονειρικό τρόπο- τους δρόμους της Μόσχας, ενώ οι κορυφές των επιβλητικών κτιρίων σκίζουν τον γαλάζιο ουρανό υπό την υποβλητική υπόκρουση ρωσικών και σοβιετικών ύμνων. Μια διαφορετική «συμφωνία πόλης», η οποία απέσπασε δυο βραβεία: το σημαντικό για τον εικαστικό χώρο, e-flux Prize και το βραβείο FIPRESCI, της Διεθνής Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου.

Κάθε χρόνο το φεστιβάλ χαρακτηρίζεται από ένα προβοκατόρικο θεματικό πρόγραμμα που εξελίσσεται παράλληλα με τα διαγωνιστικά του. Το φετινό αντανακλά το ερώτημα που θέτει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Λαρς Χένρικ Γκας στον κατάλογο του φεστιβάλ: αναρωτιέται για το αν έχει απομείνει χρόνος για την απαραίτητη προσήλωση που απαιτεί η κινηματογραφική αίθουσα, την εποχή που η προσοχή όλων διασπάται από τις οθόνες των κινητών και των τάμπλετ. Μπορεί το σινεμά, ως τέχνη, να συναγωνιστεί το ίντερνετ; Το ερώτημα αφορά όλες τις τέχνες που απαιτούν χρόνο: λογοτεχνία, κλασική μουσική και σινεμά. Ο διευθυντής του φεστιβάλ, απευθυνόμενος σε πολιτικούς εκπροσώπους και φορείς του πολιτισμού στον εναρκτήριο λόγο του την πρώτη μέρα, προτείνει την «μουσειοποίηση» του κινηματογράφου, για να διασωθεί ως εμπειρία, «το σινεμά οφείλει να διασωθεί ως κινηματογραφική πρακτική». Το φετινό θέμα με τίτλο «Leaving the Cinema: Knokke, Hamburg, Oberhausen (1967-1971)» σε επιμέλεια του ερευνητή και κινηματογραφιστή Πίτερ Χόφμαν, εξερευνά το τρόπο που αρκετοί κινηματογραφιστές εγκατέλειψαν το σινεμά, κατά το τέλος της δεκαετίας του ’60 και στράφηκαν στο χώρο των εικαστικών.

Στο Ομπερχάουζεν προκρίνονται ταινίες που ρισκάρουν και προσπαθούν να εξελίξουν (επιτυχώς ή ανεπιτυχώς) την κινηματογραφική γλώσσα. Αυτός ο πλουραλισμός εικόνων, τάσεων, ιδεών και ειδών που όλα αυτά τα χρόνια καλλιεργεί το φεστιβάλ πραγματικά γονιμοποιεί την κινηματογραφική παραγωγή. Ωστόσο, δεν απουσιάζουν οι μανιερισμοί και τα ανέμπνευστα αισθητικά αναμασήματα πάνω σε γνώριμες «πρωτοποριακές» φόρμες. Ευρήματα κλασικών ταινιών του είδους, αναπαράγονται χωρίς κριτική σκέψη. Πειραματικές ταινίες, δίχως σαφές περιεχόμενο, εξαντλούνται στο παιχνίδι με τη φόρμα. Αλλά όλα αυτά θεωρούνται θεμιτά (δίνουν τροφή για σχολιασμό στα πηγαδάκια που δημιουργούνται μεταξύ των προβολών) για ένα πρωτοποριακό φεστιβάλ που είναι γνωστό για το συνεπές και τολμηρό προγραμματισμό του. Στο τέλος, ανάμεσα σε αυτό τον καταιγισμό των εικόνων, αναδύονται ταινίες που αποτελούν σοβαρές κινηματογραφικές προτάσεις, παρακαταθήκη για την ιστορία του κινηματογράφου.

Τι είναι το Ομπερχάουζεν;

©Kurzfilmtage Archive

Το «Ομπερχάουζεν», γνωστό στη Γερμανία ως «Kurzfilmtage», αποτελεί ένα ιδιότυπο κινηματογραφικό γεγονός. Πρόκειται για ένα αμιγώς σινεφιλικό φεστιβάλ, ένα από τα αρχαιότερα, με έτος ίδρυσης το 1954, που εστιάζει αποκλειστικά στα κινηματογραφικά έργα μικρής διάρκειας. Συχνά το παραλληλίζουν με τις Κάννες, για να επισημανθεί το ειδικό βάρος που έχει για τη μικρή φόρμα διεθνώς. Ωστόσο, τίποτα το εμπορικό ή το φανταχτερό δεν το διακρίνει: απουσιάζουν πλήρως τα κόκκινα χαλιά, οι αγοροπωλησίες και οι συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Στο Ομπερχάουζεν, κατευθύνεται κανείς για να δει τι «παίζει» κάθε χρόνο στην αιχμή της κινηματογραφικής δημιουργίας καθώς και να ανακαλύψει (ή να ανακαλέσει) μέσω ειδικών αφιερωμάτων, σπάνια αριστουργήματα του παρελθόντος. Σε αυτό, πήραν το βάπτισμα του πυρός κορυφαίοι κινηματογραφιστές, όπως οι Σαντάλ Άκερμαν, Φρανσουά Τριφό, Αλέν Ρενέ, Βέρνερ Χέρτζοκ, Τζορτζ Λουκάς και Μάρτιν Σκορσέζε. Ενώ υπήρξε εκκολαπτήριο για πολλά ακόμα ηχηρά ονόματα. Κατά δήλωσή τους, οι Ρόμαν Πολάνσκι και Βιμ Βέντερς, έμαθαν σινεμά στο Ομπερχάουζεν. «Κάπνισα το πρώτο μου τσιγάρο εκεί», έχει ομολογήσει ο Βέντερς, «Για πολλά χρόνια, έβλεπα κάθε μια από τις ταινίες που προβάλλονταν στο φεστιβάλ. Κάθε χρόνο αδημονούσα τις μέρες του Ομπερχάουζεν, οι οποίες υπήρξαν καθοριστικές στο να γίνω κινηματογραφιστής». Το πιστό κοινό του επιστρέφει σε αυτή την κινηματογραφική Μέκκα ανελλιπώς, για να αναβιώσει αυτήν ακριβώς την αίσθηση του «πρώτου τσιγάρου».

Το φεστιβάλ εδρεύει σε μια άσημη μικρομεσαία εργατική πόλη της Δυτικής Γερμανίας, το Ομπερχάουζεν, η οποία βρίσκεται στο δυτικό μέρος της κοιλάδας του Ρουρ, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Για περισσότερα από εξήντα χρόνια, παραμένει το σημαντικότερο ίσως φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους διεθνώς, χωρίς να έχει αλλοιωθεί ο ανήσυχος χαρακτήρας του. Μάλιστα, από την ίδρυσή του και μέχρι την πτώση του τείχους, εκπλήρωνε την αποστολή του ως «μια οδό προς τον γείτονα» («Weg zum Nachbarn»), το οποίο αποτέλεσε το μότο του φεστιβάλ για εκείνο το διάστημα και αναφερόταν στο ρόλο που είχε το Ομπερχάουζεν ως ένα παράθυρο προς την Ανατολή: ταινίες από το ανατολικό μπλοκ (όπως την Ανατολική Γερμανία, τη Σοβιετική Ένωση και τη Τσεχοσλοβακία) είχε τη δυνατότητα να δει κανείς αποκλειστικά στο Ομπερχάουζεν και πουθενά αλλού στη Δύση. Το μότο εγκαταλείφθηκε οριστικά το 1998 λόγω των δραματικών πολιτικών αλλαγών που έφερε η πτώση του τείχους. Επιπλέον, το φεστιβάλ έχει υποκινήσει σημαντικά πολιτικά και αισθητικά ρεύματα. Το Φεβρουάριο του 1962, στο όγδοο κατά σειρά φεστιβάλ, μια ομάδα νεαρών Γερμανών κινηματογραφιστών εξέδωσε το «Μανιφέστο του Ομπεράουζεν», στο οποίο ανακήρυξαν ότι το παρωχημένο ή όπως το αποκάλεσαν «σινεμά του μπαμπά» έχει παρέλθει και αξίωναν την σύσταση ενός νέου κινηματογράφου, ο οποίος όφειλε να απελευθερωθεί από τις συμβάσεις της βιομηχανίας και να είναι πιο πειραματικός. Αυτή η επίκληση για ριζοσπαστική αλλαγή στο τρόπο που γυρίζονται οι ταινίες, έθεσε τις βάσεις για την γέννηση του Νέου Γερμανικού Σινεμά («Das Neue Kino»), όπως αυτός εξελίχθηκε από τους Έντγκαρ Ριτζ, Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, Βέρνερ Χέρτζογκ, Βιμ Βέντερς, Αλεξάντερ Κλούγκε, μεταξύ άλλων.

Το πρόγραμμά του φεστιβάλ ολοκληρώνεται σε πέντε μόλις μέρες (παραδοσιακά, τις πρώτες μέρες του Μαΐου) αντί των δέκα που απαιτούν συνήθως τα καθιερωμένα διεθνή φεστιβάλ. Όλη η δράση περιορίζεται γύρω από το «Lichtburg», το επιβλητικό multiplex των πέντε αιθουσών, όπου προβάλλονται παράλληλα -και σε εξαιρετικές συνθήκες- όλα τα διαγωνιστικά τμήματα και τα ειδικά αφιερώματα. Επιπλέον, οι θεατές μετακινούνται από αίθουσα σε αίθουσα και από προβολή σε προβολή χωρίς να χάνουν χρόνο σε μετακινήσεις. Πρόκειται για μια σπάνια και ατόφια σινεφιλική εμπειρία: έχει τη δυνατότητα να αφεθεί κανείς σε ένα ολιγοήμερο αδιάλειπτων προβολών (που αρχίζουν από το μεσημέρι και ολοκληρώνονται αργά το βράδυ), χωρίς τις συνήθεις παρεμβολές και τους περισπασμούς των μεγάλων φεστιβάλ, όπως οι Κάννες, το Βερολίνο, ή ακόμη και η Θεσσαλονίκη.

Κάθε χρόνο προβάλλονται περίπου 500 ταινίες που καλύπτουν όλα τα είδη: ντοκιμαντέρ, φιλμικά δοκίμια, πορτρέτα, animation, πειραματικές, ψηφιακά έργα που παραπέμπουν στο video-art ή video-installations, αλλά και πιο στρωτές αφηγηματικές ταινίες οι οποίες όμως διακρίνονται για μια κάποια πιο ιδιοσυγκρασιακή πτυχή τους. Οι περισσότερες από αυτές τείνουν να παρεκκλίνουν από γνώριμα ή τετριμμένα αισθητικά και φορμαλιστικά μονοπάτια. Αναγνωρισμένοι συμμετέχοντες -αρκετοί εκ των οποίων δεν μεταπηδούν ποτέ στις μεγάλου μήκους-, χειρίζονται τα εκφραστικά μέσα τους με τόλμη και με διάθεση πιο πειραματική και παιγνιώδη. Αξιοποιούν πλήρως τον περιορισμό της μικρής διάρκειας, που στο συγκεκριμένο φεστιβάλ ορίζεται αυστηρά στα 35 λεπτά. Ταινίες χειροποίητες, φιλμ που διαμορφώνουν το ύφος τους, με τις υποβλητικές κινήσεις της κάμερας και το δημιουργικό μοντάζ. Πορτρέτα που διακρίνονται για την εικαστική ομορφιά τους ή για τον ιεροτελεστικό ρυθμό τους. Εικόνες που δεν αφηγούνται, αλλά με πολλαπλούς ποιητικούς συσχετισμούς, σημαίνουν. 

Φωτογραφίες: ©Θοδωρής Σκριβάνος


Tags


Videos


Out & About


Πολιτιστικά Δρώμενα


Αρχαιολογία


Επικαιρότητα